Υπάρχουν δυο τρόποι ανάγνωσης της επιλογής της κυβέρνησης να ασκήσει αίτηση ακύρωσης της απόφασης παροχής ασύλου στον πρώτο από τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς που κατηγορούνται για το Πραξικόπημα και μάλιστα άμεσα, ώστε να μην υπάρξει περιθώριο αμφισβήτησης των προθέσεων. Αλλά κανένας από τους δύο δεν φαίνεται να απασχόλησε την αντιπολίτευση.

Η μία ανάλυση για την επιλογή της κυβέρνησης δείχνει ότι η ελληνική πλευρά έχει ήδη διασφαλίσει με την απόφαση του Αρείου Πάγου ότι οι συγκεκριμένοι κρατούμενοι δεν θα εκδοθούν στην Τουρκία, χώρα που δεν παρέχει εχέγγυα για τη δίκαιη ποινική τους μεταχείριση. Σε αυτή τη βάση, απομένει το δευτερεύον ζήτημα της παροχής ασύλου ενώ η κυβέρνηση εξαντλεί τους διαθέσιμους βαθμούς κρίσης, θετικό δείγμα δικαιικής αντίληψης για τη διοίκηση.

Η δεύτερη ανάγνωση αναφέρει ότι αυτή η ενέργεια της κυβέρνησης έρχεται σε αντίφαση με τη συνήθη φιλοδικαιωματική ρητορική της αλλά απαντά σε τακτικό ελιγμό μιας επίκαιρης εθνικής στρατηγικής.

Δεν είναι εύκολο να καθοριστεί η περιοχή όπου ίσως συγκρούονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και η διπλωματία. Σε κάθε περίπτωση όμως η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει ότι οι κρατούμενοι δεν θα φτάσουν στην Τουρκία ενώ θα συζητούσε με μεγαλύτερη άνεση το ζήτημα του ασύλου αν δεν ήταν χώρα που συνορεύει και έχει μια σειρά από σοβαρές διαφορές με αυτήν. 

Είτε για τη Δικαιοσύνη, είτε για την Επιτροπή Ασύλου πρόκειται για όργανα ανεξάρτητα άρα όποια και αν είναι η τελική απόφαση η κυβέρνηση δεν έχει τίποτε να χάσει αλλά και τίποτε για να απολογηθεί μέσα ή έξω από τη χώρα. Πάντως, πολιτικά, έχει ενηλικιωθεί εμφανώς.