Στις βουλευτικές εκλογές της Ουγγαρίας ο ευρωσκεπτικιστής Βίκτορ Όρμπαν κέρδισε την τρίτη θητεία του με ποσοστό κοντά στο 50%. Η ουγγρική «Χρυσή Αυγή», το Γιόμπικ αναδεικνύεται σε αξιωματική αντιπολίτευση, ενώ οι Σοσιαλιστές δεν καταλαμβάνουν παρά την τρίτη θέση. 

Ο Όρμπαν ξεκίνησε ως φιλελεύθερος αντικαθεστωτικός επί κομουνισμού, για να μεταλλαχθεί σταδιακά σε έναν αδίστακτο ακροδεξιό ηγέτη, που κατέλαβε το κράτος, έβαλε υπό τον έλεγχο του τα ΜΜΕ και τη Δικαιοσύνη, δημιούργησε μια νέα, διεφθαρμένη  οικονομική ολιγαρχία πριμοδοτώντας τους «κολλητούς» του και άλλαξε τον εκλογικό νόμο στα μέτρα του κόμματος του. 

Ο Ούγγρος πρωθυπουργός χρησιμοποίησε την ξενοφοβία, το προσφυγικό πρόβλημα και τα αντισημιτικά αισθήματα μιας μεγάλης μερίδας των Ούγγρων, αλλά η πλήρης επικράτηση της ακροδεξιάς του ατζέντας δεν είναι αποκλειστικά εθνικό φαινόμενο. 

Ανάλογες εξελίξεις σημειώνονται σε όλες τις κεντροευρωπαϊκές χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Ιδιαίτερα στη Πολωνία, της οποίας ο πρωθυπουργός συμμετείχε ενεργά στη ουγγρική προεκλογική εκστρατεία, υπηρεσίες για τις οποίες έσπευσε να τον ευχαριστήσει ο Όρμπαν το βράδυ των εκλογών. 

Πενήντα χρόνια μετά τις εξεγέρσεις του ’68 που συγκλόνισαν και την Ανατολική Ευρώπη καθώς και την άνοιξη της Πράγας, η αντεπανάσταση παίρνει την εκδίκηση της. Όχι μόνο στην Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τσεχία ή τη Σλοβακία αλλά και στη δυτική Ευρώπη, όπου, από την Γαλλία μέχρι τη Γερμανία, η ακροδεξιά κερδίζει έδαφος. Ροκανίζοντας τις μεταπολεμικές δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις.