Η στάση της νέας κυβέρνησης της ΠΓΔΜ και οι διεθνείς πιέσεις οδηγούν σε μια ευκαιρία λύσης για το θέμα της ονομασίας του γειτονικού κράτους, που θα χειριστεί η μοναδική πολιτική δύναμη της χώρας που δεν ευθύνεται για το πρόβλημα. Η ακραία στάση της ΠΓΔΜ στο πρόσφατο παρελθόν, ευνόησε τις ελληνικές κυβερνήσεις που μετέθεταν το βάρος στους επόμενους

Για την ώρα, σε ένα κρίσιμο εθνικό θέμα, η αξιωματική αντιπολίτευση προτιμά τη μικροκομματική εκμετάλλευση και αποφεύγει να συμβάλει σε λύση. Για την ακρίβεια αυτό που θέλει είναι, να μην πάρει καν θέση.

Η επίκληση της έλλειψης συνοχής μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, είναι ένα παιχνίδι που έχει ξαναπαίξει με εντυπωσιακή αποτυχία ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Παρότι μοιάζει λογικοφανής εξήγηση, η διγλωσσία θα έπρεπε να απασχολεί κυρίως τη ΝΔ που ισορροπεί ανάμεσα σε λίγες μετριοπαθείς και πολλές υπερσυντηρητικές φωνές, πίσω από τις οποίες πιθανότατα σχεδιάζει να οχυρωθεί η ηγεσία.

Ο ετεροκαθορισμός θα ήταν μια ανεύθυνη δικαιολογία για ΝΔ ή και το ΠΑΣΟΚ αν θέλουν να αποφύγουν να τοποθετηθούν σε ένα συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, για το πρόβλημα που δημιούργησαν με διαδοχικές γκάφες. 

Καθώς το πρόβλημα της ονομασίας κληροδότησαν κάποτε η εθνικιστική σπέκουλα του Αντώνη Σαμαρά και η εμπλοκή φανατικών και εκκλησιαστικών κύκλων σε μια διπλωματική υπόθεση, ο γιος του τότε Πρωθυπουργού θα έπρεπε να έχει πάρει το μάθημά του για όσα δεινά έχει προκαλέσει στη χώρα η πατριδοκαπηλεία.

Η δε κυβέρνηση θα έχει το χρόνο να παρουσιάσει μια ρεαλιστική στρατηγική για το χειρισμό της υπόθεσης.