Κανονικά, η επίσκεψη Μακρόν θα έπρεπε να προβληματίσει  τους υποψήφιους μνηστήρες για την ηγεσία της κεντροαριστεράς, ιδίως τους «κεντρώους». Πρώτα από όλα γιατί, παρότι δεν ανήκει στην αριστερά, ο Γάλλος πρόεδρος κάθε άλλο παρά έκρυψε την μεγάλη εκτίμηση του για την ελληνική κυβέρνηση και τον Αλέξη Τσίπρα.

Οι υπόλοιποι, λιγότερο κεντρώοι και πιο κεντροαριστεροί, θα έπρεπε να είχαν ήδη αναρωτηθεί από την αμέριστη υποστήριξη που εκφράζει με κάθε ευκαιρία προς την ελληνική κυβέρνηση η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Δεύτερον, ο Μακρόν, ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς μαζί του, ήξερε τι πλατφόρμα και τι κόμμα θέλει  και για αυτό τα κατάφερε: διακήρυξε ότι οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι ξεπερασμένες και δημιούργησε ένα νέο κίνημα στο οποίο συσπειρώθηκαν πολίτες που βασικά δεν ανήκαν στα παραδοσιακά κόμματα.

Οι τελικώς 10 Έλληνες μνηστήρες επιμένουν στην ιδέα της κεντροαριστεράς, αλλά αρνούνται να πουν τι  πρόγραμμα θα έχει και με ποιους θα συμμαχήσει. Θα είναι σοσιαλδημοκρατική ή νεοφιλελεύθερη; Θα συμμαχήσει με τον ΣΥΡΙΖΑ ή τη ΝΔ; Όσο για τη δυναμικό του κόμματος, αυτό θα είναι μόνο τα ανακυκλωμένα στελέχη κομμάτων και των κινήσεων που φυτοζωούν. Γιατί ποιος νέος άνθρωπος θα μπει σε ένα κόμμα(;) με υπαρξιακά προβλήματα και χωρίς στόχους;

Η ασάφεια με την οποία κινούνται δημιουργεί τις συνθήκες για να διαμορφωθούν φυγόκεντρες τάσεις από την επόμενη μέρα. Ο κάθε χαμένος θα μπορεί να παίρνει το καπελάκι του και να φεύγει, επικαλούμενος το πρόγραμμα που θα επιλέξει ο νέος αρχηγός και δεν θα του αρέσει ή τη μορφή του κόμματος που δεν θα του ταιριάζει. Εκτός πια και αν το κάνουν επίτηδες, ακριβώς για να μπορούν να φύγουν, αν χάσουν.