Είναι η πρώτη φορά από τη μετά-Φράνκο εποχή και τις εκλογές του 1977 που η Ισπανία είναι τόσο διαιρεμένη. Ακόμη και στο αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα της 23ης Φεβρουαρίου 1981 -και παρά το γεγονός ότι η Ισπανία ζούσε σε κλίμα πολιτικής αστάθειας και σοβαρότατης οικονομικής κρίσης- τα αντανακλαστικά των δημοκρατικών πολιτών λειτούργησαν και όπως γράφει το newstatesman.com, ακόμη και τότε, η χώρα είχε μεγαλύτερη ομοψυχία.

Μετά το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου για την ανεξαρτησία της Καταλονίας και την αντίδραση του Ισπανού πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι, ο οποίος ενεργοποίησε το άρθρο 155 του συντάγματος, αναίρεσε το καθεστώς αυτονομίας που κήρυξε μονομερώς το Κοινοβούλιο της Καταλονίας και έδειξε με τον πιο σαφή τρόπο ότι δεν έχει καμία διάθεση διαλόγου, η χώρα είναι διαιρεμένη, όπως άλλωστε και η ίδια η Περιφέρεια που βιώνει μια βαθιά διάσπαση.

Δεν είναι λίγοι οι Ισπανοί που επικρότησαν την άγρια καταστολή των ψηφοφόρων από την κρατική αστυνομία Guardia Civil (και όχι την καταλανική Mossos d' Esquadra). Το δημοψήφισμα στιγματίστηκε από πλαστικές σφαίρες, επιθέσεις κατά του πλήθους και εκκένωση εκλογικών κέντρων. Τουλάχιστον 760 πολίτες τραυματίστηκαν και οι εικόνες -από την καρδιά της Ευρώπης- έκαναν τον γύρο του κόσμου.

Η πολιτική Ραχόι είχε ως αποτέλεσμα τη μεταστροφή πολλών μετριοπαθών Καταλανών, οι οποίοι άρχισαν πλέον να υποστηρίζουν ανοιχτά την υπόθεση της ανεξαρτησίας. Ωστόσο, το πώς έφτασε η Ισπανία σε αυτό το σημείο είναι μια ιστορία που γυρίζει πολύ πίσω στον χρόνο -για την ακρίβεια, στην εποχή του Καρλομάγνου- ενώ, όσον αφορά στην πρόσφατη ιστορία «σέρνει» πίσω της ένα αιώνα δυσπιστίας και πολιτικής ανικανότητας που τροφοδότησε τις αποσχιστικές τάσεις με τον πιο έντονο τρόπο.

Ένας αιώνας δυσπιστίας και πολιτικής ανικανότητας 

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, ο καταλανικός εθνικισμός -και δη, μεταξύ της μεσαίας τάξης- κατέγραφε άνοδο. Η τάση είχε τις ρίζες της στην αίσθηση μιας ξεχωριστής ταυτότητας ως απόρροια ενός μοναδικού πολιτισμού -συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας, της λογοτεχνίας, της αρχιτεκτονικής και της μουσικής.

Η ταπεινωτική ήττα της Ισπανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1898 και η επακόλουθη απώλεια και των τελευταίων υπολειμμάτων της αυτοκρατορίας -δηλαδή, του Πουέρτο Ρίκο, των Φιλιππίνων και της Κούβας, που υπήρξαν σημαντικές αγορές για τις εξαγωγές των Καταλανών- οδήγησαν στη δημιουργία ενός καλά χρηματοδοτούμενου νέου πολιτικού κόμματος στην Καταλονία. Η κυβέρνηση της Μαδρίτης ανταποκρίθηκε στα αιτήματα της Καταλονίας για περισσότερα δικαιώματα και ελαστικό φορολογικό καθεστώς, στηρίζοντας το δημαγωγικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στη Βαρκελώνη.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η Καταλονία αποτέλεσε το κέντρο της βιομηχανοποίησης στην Ισπανία (μέχρι σήμερα παραμένει ακόμα η περιοχή με την ισχυρότερη βιομηχανία στη χώρα, με κυριότερους ανταγωνιστές τη Χώρα των Βάσκων και την περιοχή της Μαδρίτης).

Όπως και στη Χώρα των Βάσκων, η καταλανική ελίτ αντιδρούσε στην ανεπάρκεια της κεντρικής διοίκησης να ανταποκριθεί στα οικονομικά της αιτήματα. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους Βάσκους βιομηχάνους που είχαν να αντιμετωπίσουν μια σχετικά ήπια σοσιαλιστική εργατική τάξη, οι Καταλανοί βιομήχανοι και τραπεζίτες προσέφευγαν όλο και πιο συχνά στην κεντρική διοίκηση ζητώντας την καταστολή μιας εργατικής τάξης ιδιαίτερα μαχητικής και διεκδικητικής.

Οι μεγάλες ελπίδες της ελίτ εναποτέθηκαν στο πραξικόπημα της 13ης Σεπτεμβρίου 1923, υπό την ηγεσία του Miguel Primo de Rivera, κυβερνήτη της Βαρκελώνης. Προσωπικός φίλος της άρχουσας τάξης, σκληρός και άκαμπτος με τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, ο Primo de Rivera, αριστοκράτης γαιοκτήμονας της Ανδαλουσίας, θεωρούνταν ο «πρωταθλητής» της καταλανικής επιχειρηματικής ελίτ. Ωστόσο, προς απογοήτευση των υποστηρικτών του, η πολιτική που εφάρμοσε ήταν αμιγώς αντι-καταλανική: Η καταλανική γλώσσα απαγορεύτηκε στα σχολεία -ακόμη και στους δρόμους- ενώ έβαλε «λουκέτο» σε καταλανικά ιδρύματα και φορείς.

Αν και τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας του Primo de Rivera συνέπεσαν με μια σχετική οικονομική ανάκαμψη, η αναβίωση του καταλανικού εθνικισμού υπήρξε αναπόφευκτη.

Ο Primo de Rivera παραιτήθηκε τον Ιανουάριο του 1930 μετά από μία σειρά κραυγαλέων αποτυχιών. Ο βασιλιάς Αλφόνσσο ΧΙΙΙ τον αντικατέστησε με έναν εξίσου ανεπαρκή στρατηγό και, από τον Φεβρουάριο του 1931, ναύαρχο.

Τότε, ένα νέο κόμμα, η Esquerra Republicana de Catalunya (Καταλανική Δημοκρατική Αριστερά), πήρε τις δημοτικές εκλογές, γεγονός που οδήγησε στην ίδρυση της Δεύτερης Δημοκρατίας στις 14 Απριλίου 1931 (η περίοδος κατά την οποία η Ισπανία λειτούργησε υπό το καθεστώς αβασίλευτης προεδρικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από το 1931 μέχρι το 1939).

Ο συνταγματάρχης Francesc Macià, αρχηγός του κόμματος, προχώρησε αμέσως σε μονομερή κήρυξη ανεξαρτησίας. Ο νέος συνασπισμός Ρεπουμπλικανών - Σοσιαλιστών στη Μαδρίτη του υποσχέθηκε καθεστώς ευρείας αυτονομίας στην Καταλονία, το οποίο και έγινε νόμος την επομένη χρονιά.

Με τη σημαντική μετατόπιση προς τα δεξιά στις εκλογές του 1933, οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν κατά τα δύο προηγούμενα χρόνια αποσύρονται και η ένταση κορυφώνεται τον Οκτώβριο του 1934.

Στην κυβέρνηση βρίσκεται ένα κόμμα αδιάλλακτων καθολικών, με βασικό πυλώνα τη CEDA  -σήμερα θα τους λέγαμε χριστιανοδημοκράτες- που αποφασίζει να τσακίσει τις διεκδικήσεις των εργαζομένων. Στις 5 Οκτωβρίου 1934 η Ισπανία συνταράσσεται από την πανεθνική απεργία που κηρύττουν τα συνδικάτα, οι εργατικές ενώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς. Το ξημέρωμα της 6ης Οκτωβρίου βρίσκει δυο ολόκληρες περιφέρειες εξεγερμένες, την Καταλονία και τις Αστούριες.

Στο Οβιέδο οι απεργοί εργάτες κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας τους δυναμίτες που χρησιμοποιούν για το άνοιγμα και την επέκταση των στοών στα ορυχεία της περιοχής, τα οποία καταλαμβάνουν μαζί με εργοστάσια και τα βασικά σημεία της πόλης. Στην Καταλονία η απεργία μετατρέπεται σε μάχη για ανεξαρτησία. Καταστέλλεται αφήνοντας πίσω τουλάχιστον 46 νεκρούς.

Εν τω μεταξύ, ο αριστερός Lluís Companys, κυβερνήτης της Καταλονίας, κηρύττει την ανεξαρτησία ενός βραχύβιου, όπως αποδείχτηκε, καταλανικού κράτους.

Ο Lluís Companys οδηγείται στη φυλακή με την κατηγορία της εξέγερσης. Δικάζεται από ένα υπερ-συντηρητικό συνταγματικό δικαστήριο, αλλά παρά το γεγονός ότι ο εισαγγελέας ζητά τη θανατική ποινή, τελικά καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης 30 ετών -την ίδια ποινή που ζητείται τώρα για τον Κάρλες Πουτζδεμόν.

Μετά τη νίκη του αριστερού Λαϊκού Μετώπου στις ισπανικές εκλογές του Φεβρουαρίου 1936, ωστόσο, ο Companys αποκαθίσταται αναλαμβάνοντας καθήκοντα κυβερνήτη της Ζενεραλιτάτ.

Δικτατορία Φράνκο 

Όπως γράφει ο Paul Preston, διευθυντής του Κέντρου Σύγχρονων Ισπανικών Σπουδών της Cañada Blanch στο London School of Economics σε άρθρο του στο newstatesman.com, πίσω από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 18ης Ιουλίου 1936, πέρα από την αυτονόητη αποστροφή στη δημοκρατία, υπήρχε και μια βαθιά εχθρότητα προς τις περιφερειακές αποσχιστικές τάσεις. «Να εξαλείψουμε χωρίς καμία επιφύλαξη και δισταγμό αυτούς που δεν σκέφτονται όπως εμείς» ήταν η διακηρυγμένη πρόθεση της χούντας.

Η Δικτατορία του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο υπήρξε το διάδοχο καθεστώς της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση της Ισπανίας, προϊόν της νίκης των στρατιωτικών δυνάμεων και των συμμάχων τους κατά της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου και των συνταγμένων με αυτή δυνάμεων στον Ισπανικό Εμφύλιο.

Όταν τα πρωτοπαλίκαρα του στρατηγού Φράνκο έφθασαν στα ερείπια της κατεστραμμένης Γκουέρνικα στη Χώρα των Βάσκων, στις 29 Απριλίου 1937, ρώτησαν έναν ανώτερο υπάλληλο: «Πόσο απαραίτητο ήταν αυτό;» Και η απάντηση που πήραν ήταν ότι, το ίδιο έπρεπε να γίνει με ολόκληρη τη Χώρα των Βάσκων και όλη την Καταλονία.

Λέγεται ότι μετά την κατάληψη της Tarragona στις 15 Ιανουαρίου 1939, από τις φάλαγγες του Φράνκο ένας Ισπανός ιερέας φώναζε από τον άμβωνα: «Καταλανικά σκυλιά! Δεν είστε άξιοι ούτε για το φως του ήλιου που λάμπει πάνω σας!»

Ο Ramón Serrano Suñer, γαμπρός του Φράνκο και υπουργός Εσωτερικών, δήλωνε στη  ναζιστική εφημερίδα Völkischer Beobachter ότι ο καταλανικός πληθυσμός ήταν «ηθικά και πολιτικά άρρωστος». Ακολούθησαν συστηματικές κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων, δεκάδες χιλιάδες Καταλανοί βρέθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και πολλοί περισσότεροι αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της εξορίας.

Η κυβέρνηση Φράνκο ζήτησε από τη Γκεστάπο, στις 13 Αυγούστου 1940, να συλλάβει τον Companys, που ζούσε εξόριστος στη Γαλλία και να τον παραδώσει στις ισπανικές αρχές. Για πέντε εβδομάδες ο Companys κρατήθηκε σε απομόνωση και υπέστη βασανιστήρια. Κατηγορήθηκε εκ νέου για εξέγερση, πέρασε από στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε το 1940.

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Φράνκο, ο πρωθυπουργός Αdolfo Suárez, συνάντησε τον 77χρονο τότε, εξόριστο πρόεδρο της καταλανικής κυβέρνησης, Josep Tarradellas, σε μία προσπάθεια να ξεκινήσουν συνομιλίες για την επανίδρυση της Ζενεραλιτάτ.

Αν και δεν εξέφραζε τις αποσχιστικές τάσεις όπως oι Βάσκοι με την αυτονομιστική οργάνωση ΕΤΑ και τα χτυπήματα της, η Καταλονία αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα για την κυβέρνηση. Από τη μια πλευρά, οι εθνικιστικές φιλοδοξίες γίνονταν όλο και πιο έντονες και, από την άλλη, υπήρξε η εδραιωμένη εχθρότητα των ενόπλων δυνάμεων στην αυτονομία των περιφερειών.

Ο Tarradellas ήταν το κλειδί για μια ειρηνική επίλυση του καταλανικού ζητήματος. Η πλειοψηφία των Καταλανών τον έβλεπε ως τη νόμιμη ενσάρκωση του «καταλανισμού» (ήταν ο επί δεκαετίες πρόεδρος της εξόριστης κυβέρνησης).

Η θέση του ενισχύθηκε στις ισπανικές εκλογές τον Ιούνιο του 1977 από τον θρίαμβο του καταλανικού σοσιαλιστικού και του καταλανικού κομουνιστικού κόμματος. Μέσα σε δύο εβδομάδες, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Tarradellas και Suárez οδήγησαν στην επανίδρυση της Ζενεραλιτάτ με την προσαρμογή στο καταστατικό του 1932. Σε αντάλλαγμα η Καταλονία δήλωσε πίστη στη μοναρχία, αποδοχή της ενότητας της Ισπανίας και σεβασμό στις ένοπλες δυνάμεις.

Ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος υποδέχτηκε στη Μαδρίτη τον Tarradellas  -κίνηση που πίκρανε σκληρά την ισπανική δεξιά- και εκείνος επέστρεψε θριαμβευτής στη Βαρκελώνη τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.

Παράλληλα με τη μετάβαση από τη δικτατορία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, η Ισπανία έθεσε τις βάσεις για τη μετατροπή από ένα εκ των πιο συγκεντρωτικών κρατών της Ευρώπης σε ένα εκ των πιο αποκεντρωμένων με την προώθηση και εγκαθίδρυση του Καθεστώτος των Αυτονομιών.

Ωστόσο, η δεξιά και ο στρατός -στο μεγαλύτερο μέρος του- επέμεναν να δηλώνουν φανατικά δεμένοι με κάθε έννοια συγκεντρωτισμού -συνεπώς, φανατικά αντίθετοι με κάθε έννοια περιφερειακής αυτονομίας. Τα αιτήματα για αυτονομία έφταναν το 1977 από τα πιο απίθανα σημεία της Ισπανίας. Ήταν μια αναπόφευκτη αντίδραση στη διαφθορά που διαπερνούσε επί τόσα χρόνια κάθε επίπεδο της εξουσίας του Φράνκο. Καταλονία, Χώρα των Βάσκων και Γαλικία πέρασαν σε καθεστώς αυτονομίας, ενώ σε άλλες 13 περιοχές ίσχυσαν (κάποιες μάλλον αόριστες) ρυθμίσεις.

Το 1979, το Καταλανικό καταστατικό εγκρίθηκε με δημοψήφισμα και έγινε νόμος. Το επόμενο έτος διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές στο 135μελές κοινοβούλιο της Καταλονίας. Τις κέρδισαν οι κεντροδεξιοί Convergència i Unió (Σύγκλιση και Ένωση), υπό την ηγεσία του Jordi Pujol, ο οποίος παρέμεινε πρόεδρος της καταλανικής κυβέρνησης για τα επόμενα 23 χρόνια.

Η απρόθυμη και οδυνηρά αργή μεταβίβαση εξουσιών από τη Μαδρίτη στη Βαρκελώνη τροφοδότησε τη δυσαρέσκεια στην Καταλονία. Ταυτόχρονα όμως, η Καταλονία θεμελίωσε το δικό της εκπαιδευτικό σύστημα, ραδιοφωνία και τηλεόραση στην καταλανική γλώσσα. Παρόλο που μόλις το 14% των Καταλανών ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας μέχρι το 2005, υπήρξε διάθεση για επίλυση των ανοιχτών θεμάτων τόσο από το ισπανικό σύνταγμα του 1978 όσο και από το Καταλανικό καταστατικό του 1979.

Ο εγωισμός μιας πλούσιας περιοχής; 

Η υπόλοιπη Ισπανία έβλεπε επί δεκαετίες την επιθυμία των Καταλανών για μεγαλύτερη αυτονομία, ακόμη και πλήρη ανεξαρτησία, ως τον εγωισμό μιας πλούσιας περιοχής που θέλει να διατηρήσει τον πλούτο της  για τον εαυτό της.

Το 1983, η Καταλονία είχε το δεύτερο υψηλότερο ΑΕΠ μεταξύ των ισπανικών περιφερειών. Μέχρι το 2010, είχε πέσει στην τέταρτη θέση. Με το 16% του ισπανικού πληθυσμού, η Καταλονία παρέχει το 21% των φορολογικών εσόδων.

Τα τελευταία 40 χρόνια στην Ισπανία καλλιεργήθηκε μία αντι-καταλανική στάση που ο Ραχόι εκμεταλλεύθηκε προκειμένου να αποκομίσει πολιτικά κέρδη.

Η ενεργοποίηση του άρθρου 155 από τον Ραχόι για αναστολή της αυτονομίας οδήγησε στη διάλυση της καταλανικής κυβέρνησης, στη σύλληψη των μελών της και την προοπτική δίκης με τις κατηγορίες της εξέγερσης και κατάχρησης δημόσιων πόρων. Ο αποπεμφθείς ηγέτης της Καταλονίας, Κάρλες Πουτζεδόν κατέφυγε στο Βέλγιο, όπου και παραμένει.

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα που θα δώσει η κάλπη στις εκλογές της 21ης Δεκεμβρίου, η διάσπαση των Ισπανών παραμένει.

Η δήλωσή δε, του Ραχόι ότι το άρθρο 155 θα αποσυρθεί υπό την προϋπόθεση ότι στις επερχόμενες εκλογές οι Καταλανοί δεν θα ψηφίσουν υπέρ της ανεξαρτησίας, αν μη τι άλλο, υποδηλώνει ότι ο Ισπανός πρωθυπουργός δεν τρέφει κανέναν ιδιαίτερο σεβασμό στις επιθυμίες των Καταλανών.

Προεκλογικός αγώνας

Σε κάθε περίπτωση, τα κόμματα στην Καταλονία βρίσκονται ήδη σε προεκλογικό αγώνα για τις εκλογές της 21ης Δεκεμβρίου. Μετά την καθαίρεση της τοπικής κυβέρνησης, ο ένας υποψήφιος -ο αποπεμφθείς πρόεδρος της Καταλονίας Κάρλες Πουτζδεμόν βρίσκεται στις Βρυξέλλες- και ο άλλος -ο ηγέτης του κόμματος ERC Οριόλ Χουνκέρας βρίσκεται προφυλακισμένος.

Εντωμεταξύ, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας ήρε το διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κάρλες Πουτζδεμόν και εναντίον τεσσάρων πρώην υπουργών. Ο λόγος της άρσης τους διεθνούς εντάλματος σύλληψης είναι το γεγονός ότι οι πέντε πολιτικοί θα επιστρέψουν στην Ισπανία ώστε να πάρουν μέρος στις περιφερειακές εκλογές. Τα εντάλματα σύλληψης σε εθνικό επίπεδο παραμένουν ωστόσο σε ισχύ.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της καταλανικής Στατιστική Υπηρεσίας, ο Πουτζνδεμόν καταγράφει μεγάλη απώλεια ψήφων. Τα κόμματα τα οποία τίθενται υπέρ της απόσχισης δεν φαίνεται να κερδίζουν πλέον την πλειοψηφία στο καταλανικό κοινοβούλιο.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Κοινωνιολογικής Έρευνας (CIS) και δόθηκε στη δημοσιότητα στις 4 Δεκεμβρίου, Το κόμμα Junts per Catalunya, που τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας, θα κερδίσει 25-26 έδρες, το ERC άλλες 32 έδρες και το CUP 9 έδρες.

Το Λαϊκό Κόμμα (PP) θα κερδίσει μόλις 7 έδρες ενώ οι Σοσιαλιστές 21 έδρες και το φιλικό στην αγορά κόμμα Ciudadanos 31-32 έδρες, έδειξε η δημοσκόπηση. Το CatComu-Podem, το καταλανικό σκέλος του κόμματος Podemos που τάσσεται κατά της λιτότητας, μπορεί να κερδίσει 9 έδρες, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση.