Στις 31 Οκτωβρίου 1517, ο καθηγητής Βιβλικής Ερμηνείας Μαρτίνος Λούθηρος (10 Νοεμβρίου 1483 – 18 Φεβρουαρίου 1546) θυροκόλλησε -στην είσοδο του καθεδρικού ναού του Βίτενμπεργκ που χρησιμοποιούσε το Πανεπιστήμιο για τις ανακοινώσεις του- τις περίφημες 95 «θέσεις» του.

Από τη χρονιά που ο Λούθηρος τα έβαλε με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τον Πάπα με στόχο να καταδικάσει μεταξύ άλλων τα «συγχωροχάρτια» της Καθολικής Εκκλησίας, θέτοντας επί της ουσίας τα θεμέλια του Προτεσταντισμού, συμπληρώνονται εφέτος 500 χρόνια.

Η Μεταρρύθμιση υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στη διαμόρφωσης της Ευρώπης όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Βεβαίως, ο Λούθηρος και οι οπαδοί του δεν προσπαθούσαν να αναμορφώσουν τον κόσμο, προσπαθούσαν -κατά την αντίληψη τους- να τον σώσουν διακηρύττοντας με το ευαγγέλιο στο χέρι ότι πλησιάζει το τέλος.

Απαξιώνοντας την αδιαμφισβήτητη εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας και κάνοντας χρήση μιας νέας τεχνολογίας, της Τυπογραφίας, που του έδινε τη δυνατότητα να μιλά απευθείας στον λαό, ο Λούθηρος παρέδωσε την παπική «βούλα» στην πυρά, αφορίστηκε (δις) και υπερασπίστηκε μέχρι τέλους τις απόψεις του επιμένοντας ότι η συνείδησή του είχε να δώσει λόγο μόνο στον Θεό, αρχή ανώτερη από κάθε επίσκοπο ή βασιλιά.

Ξαφνικά, καθένας ένιωθε ότι απέκτησε φωνή και ότι ουδείς μπορούσε πλέον να του υποδείξει τί να πιστέψει. Η ριζοσπαστική έκκληση του Λούθηρου για την απόλυτη υπεροχή της προσωπικής πίστης -έναντι του Πάπα και των Συνόδων- θα οδηγούσε σε σχεδόν 200 χρόνια θρησκευτικού πολέμου.

Διαβάστε επίσης: «Ο Μαρτίνος Λούθηρος και η επανάσταση της μεταρρύθμισης» του Θάνου Λίποβατς

Περί ελευθερίας του λόγου

Ο Λούθηρος δεν ήταν απόστολος της ελευθερίας του λόγου. Ήθελε οι Χριστιανοί να πιστεύουν στην «αλήθεια», όχι σε ό,τι ήθελαν. Επιμένοντας ότι η ανθρώπινη εξουσία είναι προσωρινή και ότι η συνείδηση ​​μπορεί να περιοριστεί μόνο από τη Βίβλο και το Άγιο Πνεύμα, εξασφάλισε ότι οι προτεστάντες που θα προσπαθούσαν να θέσουν όρια στα επιχειρήματα που είναι αποδεκτά ήταν καταδικασμένοι σε αποτυχία.

Ο προτεσταντισμός δεν προσέφερε έναν παράδεισο ελεύθερου λόγου, αλλά ένα ανοιχτό, αόριστο επιχείρημα. Δημιούργησε νέες ιδέες, αναβίωσε παλιές και αμφισβήτησε διαδεδομένες απόψεις -ακόμη και κάποιες που είχε αρχικά υιοθετήσει.

Για παράδειγμα, οι Χριστιανοί θεωρούσαν επί αιώνες τη δουλεία ως αναγκαίο κακό ή, απλά ως μία πραγματικότητα. Μέχρι που κάποιοι λίγοι Προτεστάντες στα 1700 και πολύ περισσότεροι στα 1800 υποστήριξαν ότι η δουλεία είναι ένα απόλυτο, ανυπόφορο κακό. Οι διαμάχες ήταν σκληρές, στο τέλος όμως η παλαιά «ορθόδοξη» αντίληψη, ανατράπηκε.

Επίσης, προτεσταντικά πανεπιστήμια και επιστήμονες οδήγησαν στην εμφάνιση των φυσικών επιστημών τον 16ο και 17ο αιώνα.

Ενώ μια ιδέα που έθεσαν στην αρχή μερικοί ριζοσπάστες προτεστάντες, ότι η ελευθερία του λόγου και της θρησκευτικής λατρείας είναι στην πραγματικότητα κάτι καλό, κατέληξε, αργά και απρόθυμα, ως η νέα «ορθόδοξη» άποψη.

Δημοκρατία; Θα είχε πνιγεί στη μπίρα του

Εάν μιλούσε κανείς στον Λούθηρο περί δημοκρατίας, ο Γερμανός μοναχός θα έβρισκε την ιδέα τρομακτική -όπως χαρακτηριστικά γράφει το cnn.com, θα είχε πνιγεί στην ίδια του την (αγαπημένη) μπίρα.

Ο Λούθηρος δεν ήταν ο τελευταίος που αψήφησε την εξουσία. Η κίνηση του ωστόσο, οδήγησε προς μια νέα κατεύθυνση. Οι προτεστάντες δεν ζήτησαν το δικαίωμα να εκλέγουν τους ηγεμόνες τους, αλλά θεώρησαν καθήκον τους να τους προκαλούν. Όταν ο Σκωτσέζος ριζοσπάστης John Knox έγραφε το 1558 «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι» εννοούσε αυτό ακριβώς το καθήκον. Βεβαίως και δεν το εννοούσε  με τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε σήμερα, και οπωσδήποτε δεν αφορούσε (ούτε ως υπόνοια) την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Επρόκειτο για μια ιδέα που αφορούσε το πλαίσιο της εποχής εκείνης.

Δεν είναι τυχαίο ότι μια γενιά μετά τον Knox, ο βασιλιάς της Σκοτίας Ιάκωβος ο ΣΤ’, κατηγορούσε τους προτεστάντες ότι σχεδιάζουν μια «δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης». Δεν ήταν αλήθεια. Οι προτεστάντες προτιμούσαν τη μοναρχία, την ευταξία και την κοινωνική σταθερότητα. Αλλά οι ηγεμόνες τους είχαν μια «απαράδεκτη τάση» να αψηφούν το θέλημα του Θεού. Επέμειναν ότι η φωνή τους πρέπει να ακουστεί μέχρι που άρχισαν να τους διώκουν και τότε πήραν τα όπλα.

Περί εξουσίας

Οι προτεστάντες τα έβαλαν κατά καιρούς με τους ηγεμόνες τους, επιδιώκοντας σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι και την ανατροπή τους. Στην πραγματικότητα όμως, το ένα και μοναδικό πάγιο πολιτικό αίτημα τους ήταν να τους αφήνουν στην ησυχία τους.

Επιστρέφοντας στις ρίζες του Χριστιανισμού, πίσω στην αρχαία Ρώμη, προσπάθησαν να χαράξουν έναν «πνευματικό χώρο» στην οποίον η πολιτική εξουσία δεν έχει καμία ισχύ, επιμένοντας ότι αυτός ο χώρος, το βασίλειο του Θεού, σημαίνει πολύ περισσότερα από τις σφοδρές και εφήμερες διαμάχες του κόσμου τούτου.

Το αποτέλεσμα της τακτικής αυτής βρίσκεται στα όρια της παραδοξότητας.

Οι προτεστάντες ήταν κατά κανόνα υπάκουοι υπήκοοι σε κακούς ηγεμόνες, δηλώνοντας αδιάφοροι για την πολιτική υπό την προϋπόθεση ότι ο δικός τους, ξεχωριστός χώρος, γίνεται σεβαστός.

Αντίθετα, ήταν απροσδόκητα επίμονοι κόντρα σε ηγεμόνες οι οποίοι δεν σέβονταν το αίτημά τους να παραμένουν ελεύθεροι κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Υιοθετώντας τη στάση αυτή, έδωσαν στον σύγχρονο κόσμο μία πρώτη γεύση του περιορισμένου ρόλου του κράτους: Την αρχή ότι πρώτιστο καθήκον του κράτους είναι να μην εμπλέκεται στη ζωή των ανθρώπων -εν προκειμένω, των πολιτών. Με απλά λόγια, να ανακατεύεται όσο το δυνατόν λιγότερο. Πρόκειται για την αρχή που τελικά πέρασε στο DNA των Ηνωμένων Πολιτειών.

Προτεσταντισμός και καπιταλισμός

Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ ανέδειξε τον ρόλο της προτεσταντικής ηθικής ως γενεσιουργό αιτία της σύγχρονης οικονομίας και του καπιταλισμού.

Η βασική αρχή που διέπει το έργο του «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού» έγκειται στην ύπαρξη ενός ισχυρού αστικού κώδικα στην εργασία, που δίνει έμφαση στη σκληρή δουλειά, στον ασκητικό βίο, στη συστηματική αποταμίευση και στη χωρίς εκκλησιαστικούς ενδιαμέσους σχέση του πιστού με τον Θεό, διευκολύνοντας έτσι τη συσσώρευση του πλούτου.

Παρά το γεγονός ότι, οι θέσεις του έχουν κατά καιρούς αμφισβητηθεί -ή, θεωρούνται ξεπερασμένες- ο πυρήνας της ερμηνείας του παραμένει ισχυρός.

Ο καπιταλισμός έκανε πρώτη φορά την εμφάνιση τους σε μια «ομάδα» προτεσταντικών χωρών: την Ολλανδία, τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη σύγχρονη εποχή, τα έτη κατά τα οποία η οικονομία της Νότιας Κορέας αυξήθηκε από 2,7 δισ. δολάρια σε 230 δισ. δολάρια (1962-89) είναι η περίοδος που το ποσοστό των Προτεσταντών στη χώρα αυξήθηκε από 2,5% σε 27%.

Κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στη Λατινική Αμερική, όπου η αύξηση του ποσοστού των Προτεσταντών φαίνεται να συνδέεται με την αύξηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Όπως λέει ο κοινωνιολόγος Peter Berger «ο Μάξ Βέμπερ είναι ζωντανός και ζει στη Γουατεμάλα».

Ο ακάματος καπιταλιστής

Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα «ακάματης δραστηριότητας» έλεγε ο Βέμπερ, σημειώνοντας ότι, το ζήτημα δεν ήταν απλώς ότι οι Προτεστάντες αναζητούσαν τον πλούτο με μεγαλύτερη προσήλωση από τους Καθολικούς, αλλά ότι οι Προτεστάντες έδειχναν πάντα «μια ιδιαίτερη τάση για την ανάπτυξη του οικονομικού ορθολογισμού», δηλαδή μια συγκεκριμένη προσέγγιση για τη δημιουργία πλούτου. Όχι τόσο για την άνεση, αλλά για την αναζήτηση του κέρδους αυτού καθαυτού.

Εν ολίγοις, η μεγάλη ικανοποίηση δεν ήταν στα χρήματα που μπορούσαν να αγοράσουν υλικά αγαθά, αλλά στη δημιουργία πλούτου με βάση την αυξημένη παραγωγικότητα και την καλύτερη χρήση των πόρων.

Ακόμη και πολύ μετά την ικανοποίηση των αναγκών του, ο καπιταλιστής δεν ξεκουράζεται, επιδιώκοντας αέναα ακόμη μεγαλύτερο κέρδος ως σύμβολο των βαθύτερων στόχων του.