Η ανεργία και η αύξηση του ΑΕΠ της Πορτογαλίας είναι πλέον καλύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, ακόμη και αν οι συνθήκες εργασίας δεν είναι ακόμη ασφαλείς.

Στην Πορτογαλία μπορείς να ακούσεις ακόμη τα βράδια να παίζονται τραγούδια του Ζέκα Αφόνζο, του εμβληματικού αντιφασίστα καλλιτέχνη που έντυσε με την μουσική του την Επανάσταση των Γαρυφάλλων το 1974, με την οποία έπεσε η μακρόχρονη χούντα. Το «Os Vampiros» (σσ. «Τα βαμπίρ»), γραμμένο το 1962, ήταν το «soundtrack» όλων των μεγάλων διαδηλώσεων κατά της λιτότητας, από το 2011 έως το 2014. Όχι άδικα, αν κρίνει κανείς από τους στίχους: «Θα τρώνε τα πάντα / και δεν θα αφήσουν τίποτα»…

Ωστόσο, πλέον, οι διαδηλωτές έξω από το υπουργείο Οικονομικών στην Λισαβόνα, που απαιτούν τον τερματισμό της εργασιακής ανασφάλειας - εργαζόμενοι από τα κρατικά συστήματα υγείας και εκπαίδευσης, καθώς και ερευνητές που συνδέονται με συνδικάτα και εργατικές συλλογικότητες όπως το «Precarios Inflexiveis» και η CGTP-IN - δεν είναι πολλοί. Παρά το γεγονός ότι η ίδια η κυβέρνηση ομολογεί ότι τουλάχιστον 10.000 δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν εξασφαλισμένη θέση εργασίας.

«Όλη η χώρα αναπνέει πιο εύκολα τώρα. Έχουμε βγει από την κατάθλιψη και είμαστε και πάλι αισιόδοξοι» δήλωσε, σύμφωνα με την Monde Diplomatique, ο José Maria Costa, ο σοσιαλιστής δήμαρχος της Viana do Castelo, μιας πόλης 80.000 κατοίκων στη βόρεια Πορτογαλία, γνωστή για τα ναυπηγεία της και τις παραλίες για σέρφινγκ. «Είμαστε σε θέση να αναπνέουμε ξανά. Όλοι αισθανόμαστε την ανάκαμψη μετά από μια επίμονη τετραετή επίθεση», δήλωσε ο Fernando Gomes, οδηγός λεωφορείου της Λισαβόνας και μέλος του σωματείου.

Τον Μάρτιο του 2011, η Πορτογαλία ήταν, μαζί με την Ισπανία και την Ελλάδα, ένα από τα πιο προβληματικά μέλη της ευρωζώνης. Με δημοσιονομικό έλλειμμα ισοδύναμο με το 7,4% του ΑΕΠ και με επιτόκια άνω του 7%, υποβαθμίστηκε από τους οίκους αξιολόγησης. Αμέσως μετά την Ιρλανδία, ζήτησε ένα τεράστιο σχέδιο διάσωσης ύψους 78 δισεκατομμύρια ευρώ, το οποίο την έθεσε υπό τις ορέξεις της τρόικας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τα μέτρα που επέβαλαν έγιναν ακόμη χειρότερα από την δεξιά κυβέρνηση, έναν συνασπισμό του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (PSD) και του Λαϊκού Κόμματος (CDS-PP) που σχηματίστηκε μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές τον Ιούνιο του 2011.

Τώρα, δύο χρόνια μετά την αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης με την επιστροφή των σοσιαλιστών στην εξουσία, οι οικονομικοί δείκτες της Πορτογαλίας αποτελούν πηγή έκπληξης και φθόνου για τα περισσότερα κράτη της ΕΕ. Μετά από πολλά χρόνια ύφεσης, η ανάπτυξη «τρέχει» με 2,8% ετησίως. Η ανεργία, η οποία ανήλθε στο 16,2% το 2013 (860.000 άνεργοι), μειώθηκε σε 9,1% (441.000) τον Ιούλιο, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ (9,3%) και από το 9,6% της Γαλλίας. Το δημόσιο έλλειμμα είναι μειωμένο κατά 2% του ΑΕΠ για το 2016 (από 4,4% το 2015), πολύ κάτω από το 3% που απαιτείται από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ και πολύ καλύτερο από το 3,4% της Γαλλίας. Η πορτογαλική κυβέρνηση θεωρεί ότι θα εξισορροπήσει τον προϋπολογισμό της το 2020.

«Μια καλή είδηση»

Για να γίνει αυτό, βασίζεται στους τομείς που οδηγούν στην ανάπτυξη: Εξαγωγές βιομηχανικών εξαρτημάτων και ανταλλακτικών, παραδοσιακές βιομηχανίες όπως η κλωστοϋφαντουργία και ο τουρισμός, ο οποίος συνεχίζει να σπάει ρεκόρ. Η Πορτογαλία είχε 11,4 εκατομμύρια επισκέπτες το 2016 και το 25% των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν στον τουρισμό. Στα καφέ και τα εστιατόρια της Λισαβόνας, τα Σαββατοκύριακα, τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά ακούγονται περισσότερο από τα πορτογαλικά. Υπάρχουν σκαλωσιές σε κάθε δρόμο, όπου παλιά διαμερίσματα ανακαινίζονται για τους επισκέπτες.

Τον Μάιο η ΕΕ ανακοίνωσε ότι η Πορτογαλία δεν εμπίπτει πλέον στο «διορθωτικό σκέλος» των δημοσιονομικών κανονισμών της ΕΕ, στο οποίο ανήκε από το 2009, επιβεβαιώνοντας της επιστροφή της χώρας στην δημοσιονομική «ορθοδοξία». «Είναι πραγματικά ένα πολύ καλό νέο για την Πορτογαλία», δήλωσε ο Μοσκοβισί, ο επίτροπος για τις οικονομικές υποθέσεις της ΕΕ, προσθέτοντας ότι η μείωση του ελλείμματος ήταν «βιώσιμη».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ήταν πάντα τόσο  θετική για την Πορτογαλία. Το 2015 η Πορτογαλία ανησύχησε την ΕΕ και την Γερμανία, όταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ο Αριστερός Συνασπισμός, το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι Πράσινοι σχημάτισαν μια άνευ προηγουμένου συμμαχία. Ο Αντόνιο Κόστα, πρώην δήμαρχος της Λισαβόνας και νέος πρωθυπουργός, είχε ένα ένα σχέδιο ανάκαμψης το οποίο σεβόταν τις δεσμεύσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ιδίως για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, αλλά επίσης αποκατέστησε κάποια λαϊκά δικαιώματα μετά από τέσσερα χρόνια λιτότητας.

«Μερικοί από τους Ευρωπαίους εταίρους μας είχαν αμφιβολίες», δήλωσε ο Pedro Nuno Santos, κυβερνητικό στέλεχος.

«Ήταν πολύ δύσκολο να διαπραγματευτούμε τον πρώτο προϋπολογισμό, ειδικά επειδή έπρεπε να συμφωνηθεί πολύ σύντομα μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Κόστα», δήλωσε ο οικονομολόγος José Gusmão, μέλος της ηγεσίας του Αριστερού Συνασπισμού. «Η στάση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων έναντι της νέας κυβέρνησης ήταν πολύ αρνητική, πολύ πιο σκληρή από ό,τι σε άλλες χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία, αν και τα ελλείμματά τους ήταν πολύ πάνω από το 3%».

Κόστα ο «επιδέξιος»

Η πίεση και οι επικρίσεις της ΕΕ προχώρησαν πέρα από εκείνον τον πρώτο προϋπολογισμό. Τον Ιούνιο του 2016 ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε προειδοποίησε ότι η Πορτογαλία θα αντιμετώπιζε ένα νέο «σχέδιο διάσωσης», «εάν δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις της». Ο Ντομπρόβσκις, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδιος Επίτροπος για το ευρώ, απείλησε την Πορτογαλία και την Ισπανία με πάγωμα των διαρθρωτικών τους κεφαλαίων λόγω των υπερβολικών ελλειμμάτων τους το 2015. Η Επιτροπή όμως δεν κατέληξε σε ενιαία θέση και η απειλή δεν πραγματοποιήθηκε.

Ο Κόστα θεωρείται ότι κατάφερε να συνδυάσει τον σεβασμό προς τις συμφωνίες με τις Βρυξέλλες και την επιθυμία των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού να τερματιστεί η λιτότητα. «Αυτό που αποφασίστηκε ήταν ότι αυτός ο συνασπισμός θα προσπαθήσει να αυξήσει τα εισοδήματα, ειδικά για τους φτωχότερους, ενώ θα τηρήσει όσο το δυνατόν τους κανόνες της ΕΕ», εξήγησε ο Gusmão.

Υπό την συμμαχία της τρόικας και του δεξιού κυβερνητικού συνασπισμού «πορτογαλία Μπροστά», αποτελούμενου από τους Σοσιαλδημοκράτες (PSD) και το Λαϊκό Κόμμα (CDS-PP), τα εισοδήματα συρρικνώθηκαν. Η πραγματική αξία του κατώτατου μισθού μειώθηκε για πρώτη φορά: «Πάγωσε» στις 14 πληρωμές ετησίως κατά 485 ευρώ ακαθάριστα από το 2011 έως 2014 και μειώθηκε περαιτέρω με την αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης το 2013. Οι συντάξεις και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων μειώθηκαν. Τα ποσοστά υπερωριακής απασχόλησης μειώθηκαν κατά το ήμισυ, κόπηκαν κοινωνικά επιδόματα και μειώθηκαν τα επιδόματα ανεργίας Η μείωση από οκτώ σε πέντε φορολογικές κλίμακες αύξησε το ποσό που καταβλήθηκε για φόρους από τους φτωχότερους. Τα μέτρα ήταν βάναυσα: Μείωση μισθών και συντάξεων, περικοπές στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένης της υγείας και της εκπαίδευσης, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και κατάργηση τεσσάρων αργιών.

Στην έδρα του σωματείου των εργαζομένων στις δημόσιες συγκοινωνίες της Λισαβόνας (Associação Sindical do Pessoal de Tráfego da Carris-ASPTC), οι μνήμες είναι πικρές. Ο Fernando Gomes, ο Victor Santos και ο João Pisco (με υπηρεσία 29, 11 και 18 ετών αντίστοιχα) εξακολουθούν να αισθάνονται τα αποτελέσματα εκείνης της πολιτικής. «Επί κυβέρνησης Σόκρατες (σσ. πρωθυπουργός της χώρας από το 2005 έως το 2011) οι υπερωρίες μειώθηκαν. Με την τρόικα, οι μέσοι μισθοί μας πήγαν από 1.100 ευρώ σε 900 ευρώ», λέει ο Pisco.

«Το κράτος σταμάτησε να επενδύει στο Carris (σσ. το δημόσιο δίκτυο συγκοινωνιών της Λισαβόνας), το οποίο ήταν χρεωμένο στις τράπεζες. Όταν έφτασε η τρόικα, η διοίκηση απλώς συνέχισε να κόβει μισθούς, τρέχοντα έξοδα κλπ. Επίσης πάγωσε τις εκπτωτικές προσφορές και αύξησε τις τιμές των εισιτηρίων. Μερικοί οδηγοί μετανάστευσαν επειδή δεν μπορούσαν να πληρώνουν τα δάνειά τους. Η ποιότητα της υπηρεσίας προς τους πολίτες επιδεινώθηκε, υπήρχαν λιγότερα λεωφορεία σε κάθε γραμμή. Και τα ίδια τα λεωφορεία δεν επισκευάζονταν πλέον, απλά χρησιμοποιούσαμε εξαρτήματα από άλλα παροπλισμένα οχήματα για να τα κινήσουμε».

«Οι επιβάτες άρχισαν να αντιδρούν επιθετικά λόγω της μεγάλης αναμονής, αλλά και επειδή ήταν επίσης υπό πίεση. Όλα αυτά προκάλεσαν οικονομικά προβλήματα στους οδηγούς, ενώ αύξησαν την ένταση και το ψυχολογικό στρες. Το μόνο καλό ήταν ότι υπήρχαν λιγότερα αυτοκίνητα στους δρόμους, οπότε ήταν πολύ πιο εύκολο για μας να κυκλοφορούμε τα λεωφορεία. Αλλά εξακολουθώ να κερδίζω λιγότερα από ό,τι το 2011» δηλώνει ο Victor Santos.

Όλοι υποδέχθηκαν θετικά την εκλογή Κόστα. Η εταιρία των δημόσιων συγκοινωνιών την οποία η δεξιά κυβέρνηση θέλησε να πουλήσει στον ιδιωτικό τομέα, τέθηκε υπό δημοτικό έλεγχο. Οι δύο συμπληρωματικές ετήσιες πληρωμές μισθών και η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης επανήλθαν. Τον Ιανουάριο αναμένεται να αρθεί το πάγωμα των αμοιβών με βάση το χρόνο υπηρεσίας. «Η κατάσταση βελτιώνεται σιγά - σιγά, για εμάς και για τους επιβάτες. Η εταιρεία ξεκίνησε τις προσλήψεις, 70 άτομα πέρυσι και 100 φέτος», προσθέτει ο Santos.

«Ο αριθμός των επιβατών αυξάνεται, επειδή έχει αυξηθεί η απασχόληση και ο κόσμος πρέπει να πάει στην δουλειά του. Οι εκπτωτικές προσφορές επανήλθαν. Αλλά εξακολουθούμε να έχουμε πολύ λίγα λεωφορεία και εξακολουθώ να κερδίζω 200 ευρώ λιγότερο από ό,τι το 2011».

Επίσης, δεν έχουν καταργηθεί όλα τα μέτρα λιτότητας και η ανάκαμψη της αγοραστικής δύναμης είναι αργή. Η κυβέρνηση Κόστα πηγαίνει αργά, αν και πιο γρήγορα από ό,τι είχε προβλεφθεί, με την ενθάρρυνση των κυβερνητικών εταίρων του Κομμουνιστικού Κόμματος (PCP) και του Αριστερού Συνασπισμού. Οι Σοσιαλιστές είχαν αναλάβει την υποχρέωση να αυξήσουν τον ελάχιστο μισθό στα 600 ευρώ. Κατά την διάρκεια της θητείας τους, ανέρχεται σε 557 ευρώ (14 πληρωμές ετησίως). Οι συντάξεις και οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων επιστρέφουν σε επίπεδα προ λιτότητας.

Η κυβέρνηση έχει επίσης αντιστρέψει κάποιες αυξήσεις φόρου, ιδίως τον ΦΠΑ - ο οποίος είχε αυξηθεί από 6% σε 23% - στο φυσικό αέριο, την ηλεκτρική ενέργεια, τα τρόφιμα και στην κατανάλωση. Η ενέργεια έχει επανέλθει στην προηγούμενη τιμή της και ο ΦΠΑ στην εστίαση μειώθηκε στο 13%.

Η κατανάλωση αυξάνεται

«Με αυτές τις μικρές αυξήσεις του κατώτατου μισθού και των συντάξεων, βλέπουμε ότι η κατανάλωση αυξάνεται», δήλωσε ο João Vieira Lopes, πρόεδρος της συνομοσπονδίας εμπορίου και υπηρεσιών. «’Οσοι κερδίζουν επιπλέον 20 ή 30 ευρώ το μήνα ξοδεύουν για φαγητό ή ρούχα».

Η εν λόγω συνομοσπονδία είναι η μόνη οργάνωση εργοδοτών που δεν επέκρινε την κυβέρνηση Κόστα, κάτι απολύτως κατανοητό από έναν τομέα όπου το 97% των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές και χτυπήθηκαν σφόδρα από την λιτότητα: Στις χειρότερες στιγμές, 100 καταστήματα την μέρα έβαζαν λουκέτο. «Οι τεχνοκράτες στην τρόικα ήταν πολύ δογματικοί», λέει ο Lopes. «Δεν συνειδητοποίησαν ότι τα μέτρα τους θα οδηγήσουν σε σοβαρή ύφεση. Οι συναντήσεις μας μαζί τους δεν πήγαν καλά. Ήταν σαν να μιλάς σε έναν τοίχο από τούβλα».

Η πολιτική της τρόικας, η οποία χειροτέρεψε με την πολιτική της συμμαχίας PSD-CDS/PP, προκάλεσε ένα μαζικό κύμα μετανάστευσης όπως στη δεκαετία του 1960, ιδίως μεταξύ των υψηλά ειδικευμένων νέων. «’Εφυγαν μισό εκατομμύριο άνθρωποι. Αυτό είναι πάνω από το 10% του ενεργού πληθυσμού και περιλαμβάνει πολλούς νέους πτυχιούχους», δήλωσε ο Raquel Varela, ιστορικός της εργασίας στο Πανεπιστήμιο Nova της Λισαβόνας. Η κυβέρνηση τους ενθάρρυνε: «Η μετανάστευση ήταν μια βαλβίδα ασφαλείας σε μια τεταμένη κοινωνική κατάσταση».

Τώρα, ακριβώς αυτό το γεγονός προκαλεί ανησυχία. «Είναι ένας κίνδυνος για τη χώρα, ειδικά λόγω του ποσοστού γεννήσεων», δήλωσε ο καθηγητής οικονομικών João Duque.

Ο Artur Soutinho, επικεφαλής της More Textile, ενός ανθηρού κατασκευαστή ειδών οικιακής χρήσης στο Guimarães, ο οποίος έχει μεγάλες αμερικανικές και ευρωπαϊκές μάρκες μεταξύ των πελατών του, δήλωσε: «Έχουμε πρόβλημα στην πρόσληψη ειδικευμένων εργαζομένων».

Οι Duque και Soutinho ήταν και οι δύο ένθερμοι υποστηρικτές της λιτότητας και δεν βλέπουν κανένα παράδοξο ανάμεσα στις σημερινές ανησυχίες τους και στην υποστήριξή τους σε μέτρα που μειώνουν τους μισθούς και στον νόμο του 2012 που εισάγει την ευέλικτη εργασία. Ο Soutinho φοβόταν ότι η κυβέρνηση θα αμφισβητούσε την «τράπεζα ωρών», τις 200 ώρες ετησίως των υπερωριών που δεν πληρώνονται ως τέτοιες και που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι εργοδότες κατά την κρίση τους. Η ανησυχία του φαίνεται αδικαιολόγητη: Ο Αριστερός Συνασπισμός, οι κομμουνιστές και το CGTP-IN ζητούν το τέλος του μέτρου, αλλά δεν ακούγονται.

Οι σύμμαχοι του Σοσιαλιστικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένου του συνδικάτου CGTP-IN, γίνονται ανυπόμονοι. «Το ποσοστό ανεργίας στην περιοχή μας είναι κάτω από τον εθνικό μέσο όρο, αλλά οι άνθρωποι προσλαμβάνονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου μέσω οργανισμών», δήλωσε ο Domingo Costa, εκπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος  στη Vila Nova de Famalicão. «Η κρίση χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τα πάντα: περικοπές θέσεων εργασίας, χαμηλότερους μισθούς. Αλλά όταν η παραγωγή ανακάμπτει πάλι, τα πράγματα  (σσ. στον εργασιακό τομέα) δεν επιστρέφουν εκεί που ήταν».

Δεν σημειώθηκε πρόοδος στις συλλογικές συμβάσεις. Η διάρκεια τους έχει μειωθεί και ακυρώνονται σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων για την ανανέωσή τους. Και καμία πρόοδος δεν έχει καταγραφεί στο χτύπημα της εργασιακής ανασφάλειας. Ο οικονομολόγος του Αριστερού Μπλοκ, Gusmão λέει ότι σε αυτόν τον τομέα έχουν γίνει πολύ λίγα, εκτός από την αύξηση του κατώτατου μισθού και τη σχεδιαζόμενη ένταξη των περιστασιακών εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. «Στην πραγματικότητα αυτή η κυβέρνηση θεωρεί ότι η “ευελιξία” της εργασίας ήταν μια πολύ καλή πολιτική και δεν επιθυμεί να την αμφισβητήσει. Είναι μια σημαντική αιτία της έντασης».

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την πρόκληση της μεγαλύτερης και ταχύτερης ανακατανομής του πλούτου. «Θέλουμε μια πολιτική δημόσιων επενδύσεων επικεντρωμένη σε τομείς όπου έχουμε ένα εξωτερικό έλλειμμα: Ενέργεια, στέγαση, τρόφιμα», λέει ο Gusmão. «Τα μέτρα για τη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης χρηματοδοτήθηκαν ως επί το πλείστον από τη μείωση των δημόσιων επενδύσεων, οι οποίες μειώθηκαν κατά 30% το 2016 και έφθασαν 70χρονα χαμηλά».