«Αποτυχία», είσοδος σε «αχαρτογράφητα πολιτικά νερά» και «μακρά περίοδο ακυβερνησίας» είναι ελάχιστες, μόνο, πλην χαρακτηριστικές, εκτιμήσεις των διεθνών ΜΜΕ, για το αδιέξοδο στο οποίο κατέληξαν την Κυριακή, οι σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), Πρασίνων (Die Gruenen) και Φιλελευθέρων (FDP) για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού στην Γερμανία.

Η δήλωση του Γερμανού προέδρου, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, το απόγευμα της Δευτέρας, μετά τη συνάντηση που είχε με την καγκελάριο Μέρκελ, ότι «η εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης παραμένει», δεν αλλάζει δραματικά τις μακροπρόθεσμες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες από αυτήν την πρωτόγνωρη, για την νεώτερη πολιτική ιστορία της Γερμανίας, εξέλιξη. Αλλά και δεν αποκλείει, αναγκαστικά, όλα τα σενάρια για την «επόμενη μέρα» που είδαν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ώρες. Από την πλευρά της η Άνγκελα Μέρκελ ήταν κατηγορηματική: Καλύτερα ξανά εκλογές παρά κυβέρνηση μειοψηφίας. Υπέρ τις διεξαγωγής νέων εκλογών τάσσεται και η πλειοψηφία των Γερμανών σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις μετά το «ναυάγιο» της Τζαμάικα. 

Η επιλογή Σταϊνμάιερ

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Γερμανίας σημείωσε ότι «βρισκόμαστε ενώπιον μιας κατάστασης η οποία δεν υπήρξε έως τώρα ποτέ στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. Η πρόκληση για τα πολιτικά κόμματα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Πρέπει να ακολουθήσουν την εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης — αυτή η ευθύνη υπερβαίνει τα συμφέροντά τους. Η εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης παραμένει. Δεν μπορείς να επιστρέψεις έτσι απλά την ευθύνη στον ψηφοφόρο. Τα κόμματα πρέπει για άλλη μια φορά να μπουν σε περισυλλογή και να ξανασκεφτούν τις θέσεις τους», δήλωσε ο Σταϊνμάιερ και πρόσθεσε:

«Τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο έχουν ως υποχρέωση το κοινό καλό. Περιμένω από όλα τα κόμματα διάθεση για συνομιλίες, για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Όποιος ζητάει την ευθύνη διακυβέρνησης, δεν επιτρέπεται μετά να κρύβεται», ενώ σημείωσε ότι τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας - ιδιαίτερα στους Ευρωπαίους εταίρους μας - θα είναι δύσκολο να κατανοηθεί το να μην μπορούν οι πολιτικές δυνάμεις μας να ανταποκριθούν στην ευθύνη τους».

Από σήμερα ο Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ ξεκινά διερευνητικές με τους Χριστιανοδημοκράτες, τους Χριστιανοκοινωνιστές, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, και με τους αρχηγούς εκείνων των κομμάτων, «των οποίων τα σημεία ταύτισης της πολιτικής τους δεν θα απέκλειαν σχηματισμό κυβέρνησης», όπως είπε. Σύμφωνα με το γερμανικό Σύνταγμα είναι αυτός που πλέον αναλαμβάνει βασικό ρόλο στην εξεύρεση λύσης απέναντι στην ακυβερνησία και από τη σύντομη δήλωσή του μετά τη συνάντηση με την Μέρκελ φάνηκε καθαρά ότι θα επιδιώξει την υπέρβαση της κρίσης χωρίς να χρειαστεί προσφυγή στις κάλπες. 

Τα σενάρια

1) Οι Σοσιαδλημοκράτες (SPD) του Μάρτιν Σουλτς αποφασίζουν τελικά να συμμετάσχουν σε διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση νέου μεγάλου συνασπισμού με την Χριστιανοδημοκρατική Ενωση (CDU/CSU). Εκτός από τις συνεχείς δημόσιες διαβεβαιώσεις του Σουλτς ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, ο Ραλφ  Στέγκνερ, ο αντιπρόεδρος του κόμματος, επανέλαβε την νύχτα της Κυριακής, «ότι δεν έχει αλλάξει κάτι στην θέση του SPD. Δεν έχουμε την εντολή από τους ψηφοφόρους για ένα νέο μεγάλο συνασπισμό». Άλλωστε, δεν βλέπει ότι η Μέρκελ έχει πολιτικό μέλλον: «Έχει αποτύχει οριστικά» υποστήριξε. Θα μπορούσε άραγε ο Σταϊνμάιερ να αλλάξει την άποψη της ηγεσίας του SPD; Η υπόδειξη πάντως για επίδειξη προθυμίας για διάλογο εκτιμήθηκε στο Βερολίνο σαφώς ως μια παρότρυνση που απευθύνεται στο κόμμα από το οποίο προέρχεται, το SPD. 

2) Το σενάριο κυβέρνησης μειοψηφίας υπό την Μέρκελ, ίσως με τους Φιλελεύθερους ή τους Πράσινους, έχει «καεί» οριστικά. Η Άνγκελα Μέρκελ ξεκαθάρισε πως τάσσεται υπερ της διεξαγωγής νέων εκλογών αν η εναλλακτική είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας. Μάλιστα, σίγουρη για τις δυνάμεις της, δήλωσε ότι σε περίπτωση νέων εκλογών είναι έτοιμη να τεθεί και πάλι επικεφαλής του κόμματός της για μια ακόμη τετραετία. Σε ερώτηση εάν της πέρασει από το μυαλό η σκέψη να παραιτηθεί μετά την κατάρρευση των διερευνητικών, είπε ότι δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να παραιτηθεί. «Όχι, δεν τέθηκε καν, νομίζω ότι η Γερμανία χρειάζεται τώρα σταθερότητα». Άρα, σχολιάζει η Deutsche Welle, όσοι έσπευσαν να προβλέψουν  τον πολιτικό της θάνατο ίσως θα πρέπει περιμένουν, γιατί δεν έχει πει την τελευταία της λέξη.

3) Νέες εκλογές. Εδώ μπαίνει στην μέση το γερμανικό Σύνταγμα, το οποίο προβλέπει μια σύνθετη διαδικασία, προκειμένου να προκηρυχτούν νέες εκλογές, δεδομένου ότι απαιτείται να προηγηθεί η ψηφοφορία για εκλογή καγκελαρίου. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει προηγουμένως να προτείνει κάποιον για καγκελάριο. Εάν είναι η Μέρκελ θα εκλεγόταν με σχετική πλειοψηφία και όχι με τη συνήθη, τη λεγόμενη - μεγάλη - «πλειοψηφία καγκελαρίου», και θα ηγηθεί μια κυβέρνησης μειοψηφίας, σενάριο που όπως αναφέραμε απορρίπτει η Μέρκελ. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όμως έχει επίσης τη δυνατότητα να διαλύσει τη Βουλή και να προκηρύξει νέες εκλογές, εντός 60 ημερών.

4) Υπάρχει επίσης και η εκδοχή, η Μέρκελ να προτείνει έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η Μέρκελ, σημειώνει το Γαλλικό Πρακτορείο, είναι βετεράνος της πολιτικής, με εμπειρία αμέτρητων νυχτερινών διαπραγματεύσεων στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση και ξέρει τι διακυβεύεται: Η αποτυχία να δημιουργηθεί μια κυβέρνηση, ουσιαστικά θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο την καγκελαρία της αλλά και το πολιτικό της μέλλον. Ωστόσο οι θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των μερών της διαπραγμάτευσης όσον αφορά στην μετανάστευση, την προστασία του περιβάλλοντος και την Ευρώπη, είναι απίθανο να εξαφανιστούν. Επιπλέον, αν τραβήξει σε μάκρος η διαδικασία της διαπραγμάτευσης, υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούν τα μέρη στο να σκληρύνουν τις θέσεις τους. Ήδη, έχει ξεσπάσει κρίση στο εσωτερικό των Βαυαρών συμμάχων της Μέρκελ, του CSU (Χριστιανοκοινωνική Ένωση Βαυαρίας), με τον ηγέτης τους, Χορστ Ζέεχοφερ, να πιέζεται να υλοποιήσει την υπόσχεσή του για όριο στην είσοδο μεταναστών.

5) Βέβαια, υπάρχει και η εκδοχή του «ώριμου φρούτου»: Καθώς το γερμανικό Σύνταγμα δεν ορίζει προθεσμία για τη σύσταση κυβέρνησης μετά από εκλογές, η Μέρκελ θα μπορούσε να καθίσει, ως ηγέτης μιας προσωρινής κυβέρνησης, και να περιμένει (είναι εξάλλου μια από τις αγαπημένες τακτικές της), μέχρις ότου τα κόμματα, όποια είναι αυτά, πιεστούν από την κοινή γνώμη και έρθουν σε έναν συμβιβασμό. Αυτό, ωστόσο, θα σήμαινε, ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης θα διοικούνταν από μια κυβέρνηση με ελάχιστα κίνητρα να αναλάβει τολμηρές πολιτικές ενέργειες για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, την ώρα που η Ευρώπη έχει ανάγκη από σημαντικές αποφάσεις για την πορεία της. Είναι ενδεικτική η δήλωση του Προέδρου της Γερμανίας: «Τα κόμματα έχουν αναλάβει ευθύνη κι αυτή η ευθύνη ξεπερνά τα κομματικά συμφέροντα. Η ανησυχία και η έλλειψη κατανόησης θα ήταν μεγάλη εντός και εκτός της χώρας εάν στη μεγαλύτερη και οικονομικά ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης οι πολιτικές δυνάμεις δεν ανταποκρίνονταν στις ευθύνες τους».

Το «παιχνίδι» των ευθυνών

Πάντως τα κόμματα, μετά το «ναυάγιο», εμφανίστηκαν έτοιμα να συμμετάσχουν σε ένα παρατεταμένο «παιχνίδι» για το ποιος ήταν υπεύθυνος για την κατάρρευση των συνομιλιών. «Θα ήταν εφικτός ένας συμβιβασμός», δήλωσε ο Πράσινος ηγέτης Τζεμ Έζντεμιρ νωρίς τη Δευτέρα. «Ήμασταν έτοιμοι να φτάσουμε σε συμβιβασμό μέχρι την τελευταία στιγμή». Μάλιστα οι Πράσινοι σημειώνουν πως από την πλευρά τους έκαναν μια σειρά από «οδυνηρές», όπως τις χαρακτήρισαν, παραχωρήσεις κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης που διήρκεσε ένα μήνα. Όμως τελικά φάνηκε πως δεν ήταν αρκετό. Οι Πράσινοι κατηγόρησαν το FDP  (Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα) ότι σαμποτάρει τις συνομιλίες, υποστηρίζοντας πως το «μπλοκ» της Μέρκελ και το κόμμα του ήθελαν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις. «Ήταν το FDP που ήθελε να φύγει», είπε στη γερμανική τηλεόραση, προσθέτοντας πως… «δεν είμαστε πραγματικά έκπληκτοι».

Ο Χορστ Ζέεχοφερ, ηγέτης του CSU (Χριστιανοκοινωνική Ένωσης Βαυαρίας), αδελφού κόμματος του CDU της Μέρκελ ισχυρίστηκε και αυτός πως μια συμφωνία ήταν «εφικτή». «Μια συμφωνία θα ήταν δυνατή», είπε, ωστόσο, η επιμονή του να μην δοθεί στους πρόσφυγες το δικαίωμα να φέρουν συγγενείς στη Γερμανία, στην πραγματικότητα υπονόμευε τις συνομιλίες περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο θέμα, σύμφωνα με το «Politico».

Την αρχή, πάντως, στο «γαϊτανάκι», των ευθυνών έκανε το κόμμα των Φιλελευθέρων του Κρίστιαν Λίντντερ, ο οποίος, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, εξήγγειλε ότι διακόπτει τις διαπραγματεύσεις και εγκαταλείπει τις διαβουλεύσεις. Ο Λίντνερ επικαλέστηκε έλλειψη κοινής βάσης εμπιστοσύνης, προσθέτοντας ότι είναι καλύτερο για το κόμμα του να μην κυβερνήσει, από το να κυβερνήσει με λανθασμένο τρόπο. «Δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να αναλάβουμε μέρος της ευθύνης για το πνεύμα του κειμένου των διερευνητικών» είπε χαρακτηριστικά. «Κάναμε πολλούς συμβιβασμούς, υπάρχει όμως και ένας πυρήνας πεποιθήσεων που για μας είναι θεμελιακός…Εάν οδηγηθούμε σε νέες εκλογές, την ευθύνη θα φέρει το SPD (σοσιαλδημοκρατικό κόμμα), που αρνείται συζητήσεις για κυβέρνηση συνασπισμού», τόνισε βάζοντας στην εξίσωση και το SPD. 

Η πολιτική παρακμή της Μέρκελ

Οι, ισχυρές, ενδείξεις, ωστόσο, παραπέμπουν στο συμπέρασμα, ότι η πρώην παντοδύναμη καγκελάριος θα βγει πολιτικά αποδυναμωμένη από την κατάληξη κάθε σεναρίου. Και αυτό δεν είναι μόνο γνώμη του Ραλφ  Στέγκνερ, του αντιπροέδρου του SPD. Αναλόγως εκφράστηκε δημόσια και το «Die Linke» («Η Αριστερά»), μέσω της εκπροσώπου του, Κίτια Κίπινγκ, σε δηλώσεις της στην «Neue Zürcher Zeitung»: «άρχισε το τέλος της εποχής Μέρκελ». Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η κατάσταση η οποία έχει προκύψει, μπορεί να αποτελέσει «ιστορική στιγμή για την Γερμανία και την Ευρώπη».

Χαράς ευαγγέλια στο ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD). «Κρίνουμε καλό ότι απέτυχε η Τζαμάικα, γιατί θα ήταν μια από τα ίδια» δήλωσε το επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας Αλεξάντερ Γκάουλαντ. Για τον ίδιο είναι σαφές, όπως διευκρίνισε, ότι η καγκελάριος Μέρκελ δεν μπορεί να είναι η επόμενη καγκελάριος, «η Μέρκελ απέτυχε». Η συμπρόεδρος της παράταξης Αλίς Βάιντελ χαρακτήρισε τις διερευνητικές «εξαπάτηση των ψηφοφόρων επί εβδομάδες». «Το ότι ανάμεσα σε αυτά τα τέσσερα κόμματα δεν θα υπήρχε συναίνεση, φαίνονταν από καιρό», είπε συμπληρώνοντας ότι το κόμμα της αντιμετωπίζει θετικά το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών.

Το «φάντασμα» της αποδυνάμωσης της πολιτικής «πανοπλίας» της Μέρκελ απηχεί και η εκτίμηση του «Spiegel», το οποίο σχολιάζει, ότι «για την καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ και τον αρχηγό του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος Χορστ Ζεεχόφερ η αποτυχία των διερευνητικών αποτελεί καταστροφή (…) Ο Ζεεχόφερ συνέδεσε την πολιτική τύχη του με τις διαπραγματεύσεις στο Βερολίνο, αλλά και η Μέρκελ δίνει μάχη για την πολιτική της επιβίωση. Το κύρος της μετά το αδύναμο εκλογικό αποτέλεσμα έχει υποστεί ρωγμές και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να διαβρώνεται. Η αποτυχία της Τζαμάικα είναι δική της αποτυχία, η αποτυχία αυτή έδειξε ότι η μέθοδος Μέρκελ, η σύνδεση του άνευ ορίων πραγματισμού με τη μέγιστη ιδεολογική ευελιξία, έφτασε στο τέλος της. Όμως, πιο σημαντικό είναι ότι για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ασαφές με πιο τρόπο η χώρα θα αποκτήσει σταθερή κυβέρνηση». Μάλιστα, το δημοσίευμα του «Spiegel» παρομοιάζει  την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, «με ένα γερμανικό Brexit ή με το βράδυ των αμερικανικών εκλογών με τη νίκη Τραμπ, όπου όλοι νόμιζαν ότι στο τέλος τα πράγματα δεν θα είναι τόσο άσχημα και ότι η πολιτικο-κρατική λογική θα υπερίσχυε των κομματικών συμφερόντων. Όμως τα πράγματα ήρθαν αλλιώς».

Την προοπτική του πολιτικού τέλους της Μέρκελ προδιαγράφει η ελβετική «Neue Zürcher Zeitung», σε περίπτωση που επικρατήσει το σενάριο των πρόωρων εκλογών: «Σε πρόωρες εκλογές θα μπορούσε να καλέσει ο Γερμανός πρόεδρος της Δημοκρατίας σε περίπτωση, για παράδειγμα, παραίτησης της Μέρκελ. Σε αυτήν την περίπτωση η εποχή της πιο ισχυρής γυναίκας του κόσμου, της κόρης πάστορα, θα ήταν λίγο πριν το τέλος της, παρά τη βούλησή της μετά από 12 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στην καγκελαρία να παραμείνει εκεί για ακόμη άλλα τέσσερα χρόνια. Για τη Γερμανία αυτό θα σήμαινε τον πιο καυτό πολιτικά χειμώνα της ιστορίας της».

Όχι μόνο τον πολιτικό, αλλά, υπό προϋποθέσεις και τον οικονομικό. Και όχι μόνο για την Γερμανία, αλλά για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Όπως αναφέρει το Bloomberg, η Μέρκελ έχει ήδη θέσει τη γερμανική πολιτική για το ευρώ σε αναμονή μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση. Το κοινό νόμισμα υποχώρησε έως και 0,6%, το μεγαλύτερο σε τρεις εβδομάδες, πριν ανακάμψει έναντι του δολαρίου. Ενώ, ο δείκτης DAX των γερμανικών αποθεμάτων εμφάνισε απώλειες. «Χάθηκε μια ευκαιρία να ξεπεράσουμε τους ιδεολογικούς περιορισμούς και να συμφωνήσουμε σε ρεαλιστικές λύσεις», δήλωσε ο Eric Schweitzer, επικεφαλής του βιομηχανικού και εμπορικού επιμελητηρίου της Γερμανίας DIHK, στο Newswire της Deutsche Presse-Agentur. «Αλλά το DIHK είναι βέβαιο, ότι όλα τα υπεύθυνα μέρη θα είναι τελικά σε θέση να βρουν λογικούς συμβιβασμούς». Ακόμη κι έτσι όμως, με την αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης «η Ευρώπη έχει χάσει μια άλλη ψευδαίσθηση: η Γερμανία δεν είναι πλέον το πρότυπο της πολιτικής σταθερότητας» δήλωσε ο Carsten Brzeski, επικεφαλής οικονομολόγος της ING-Bank AG.