Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζουν ότι η συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα «δεν είναι τέλεια», όμως πρέπει να διαφυλαχθεί, δήλωσε από τη Σόφια η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ, με τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν να υπογραμμίζει ότι η Ε.Ε. πρέπει να προστατεύσει από τις αμερικανικές κυρώσεις τις ευρωπαϊκές εταιρείες που συναλλάσσονται με το Ιράν.

«Στην Ε.Ε. συμμεριζόμαστε την άποψη ότι η συμφωνία δεν είναι τέλεια, αλλά οφείλουμε να παραμείνουμε σ' αυτή τη συμφωνία και να συνεχίσουμε τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν πάνω σε άλλα θέματα, όπως οι βαλλιστικοί πύραυλοι», δήλωσε στους δημοσιογράφους η Γερμανίδα καγκελάριος.

Η Α. Μέρκελ έκανε δηλώσεις κατά την έναρξη της συνόδου κορυφής μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, της οποίας προηγήθηκε δείπνο εργασίας στη Σόφια μεταξύ των 28, αφιερωμένο σε μεγάλο βαθμό στις συνέπειες των αποφάσεων του Ντόναλντ Τραμπ, κυρίως για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν δήλωσε επίσης ότι «η συμφωνία του 2015 είναι ανάγκη να ολοκληρωθεί με μια συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα μετά το 2025, μια συμφωνία για τις βαλλιστικές δραστηριότητες και την περιφερειακή παρουσία».

Τόνισε όμως ότι «θα εργασθούμε για να διατηρήσουμε το πλαίσιο της συμφωνίας του 2015, όποιες κι αν είναι οι αμερικανικές αποφάσεις».

Ερωτηθείς κατά την άφιξή του στη σύνοδο στη Σόφια αν ανησυχεί για την ανακοίνωση της γαλλικής εταιρείας Total ότι μπορεί να αποσυρθεί από το Ιράν μετά την αποχώρηση της Ουάσινγκτον από την πυρηνική συμφωνία, ο Ε. Μακρόν δήλωσε ότι έγκειται στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε διάφορες αγορές να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους.

Ενώ εξέφρασε κατανόηση για τις μεγάλες εταιρείες που θέλουν να προστατεύσουν τις πωλήσεις τους στις ΗΠΑ, πρόσθεσε ότι η ΕΕ πρέπει να σταθεί στο πλευρό μικρότερων εταιρειών που θέλουν να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις τους στο Ιράν.

«Διεθνείς εταιρείες με συμφέροντα σε πολλές χώρες παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις βάσει των συμφερόντων τους. Θα πρέπει να συνεχίσουν να έχουν αυτή την ελευθερία», δήλωσε.

«Όμως το σημαντικό είναι εταιρείες και ιδιαίτερα μεσαίου μεγέθους εταιρείες που είναι ίσως λιγότερο εκτεθειμένες σε άλλες αγορές, αμερικανικές ή άλλες, να μπορούν να κάνουν ελεύθερα αυτή την επιλογή».