Λίγα 24ωρα πριν τις εκλογές της Κυριακής στην Ιταλία, μία αντιφασιστική διαδήλωση στην Ρώμη λάμβανε χώρα ταυτόχρονα με μια συγκέντρωση της ακροδεξιάς Λέγκας του Βορρά στο Μιλάνο, σε μια χαρακτηριστική στιγμή της πόλωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Στην συγκέντρωση της Λέγκας οι οπαδοί της έγραφαν συνθήματα όπως «Πρώτα οι Ιταλοί» και κυμάτιζαν αποσχιστικές σημαίες του ιταλικού βορρά, από την Λομβαρδία μέχρι το Βενέτο, αλλά και ανάλογες σημαίες της Καταλονίας και της Σαρδηνίας.

Το κοινωνικο-πολιτικό υπόβαθρο

Η Ιταλία δεν είναι η μόνη και η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία η ακροδεξιά εκμεταλλεύθηκε το γεγονός της αποτυχίας των παραδοσιακών κομμάτων να προσελκύσουν τις λαϊκές διαθέσεις, προωθώντας την δική της ατζέντα, τόσο για το μέλλον κάθε χώρας ξεχωριστά, αλλά και για το μέλλον της Ευρώπης εν γένει.

Η Λέγκα ακολουθεί το παραπάνω μοτίβο προσπαθώντας να διαχειριστεί ιδεολογικά την συνείδηση της παραμελημένης και, σε ένα όλο και πιο κλιμακούμενο βαθμό, εξαθλιωμένης εργατικής τάξης, προτείνοντας μαζικές απελάσεις μεταναστών και προσφύγων και ξαναγράψιμο των ευρωπαϊκών συνθηκών. Το θέμα, όπως σημειώνει και το «Τhe Atlantic» σε ανάλυσή του, είναι ότι πλέον αυτή η χαοτική πολιτική, δεν αφορά αποκλειστικά πλέον μόνο την Ιταλία, αλλά θα μπορούσε να καταλήξει αμετάκλητα στην αποσταθεροποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος.

Οι συνέπειες της «Αραβικής Άνοιξης» και του πολέμου στην Συρία έχουν αναδιαμορφώσει την πολιτική σε ολόκληρη την Ευρώπη και κανένα κόμμα στην Ιταλία δεν έχει «παίξει» πολιτικά πάνω στην μετανάστευση περισσότερο από τη Λέγκα.

Από το 2014, περισσότερο από μισό εκατομμύριο άνθρωποι έφτασαν από τις βόρειες ακτές της Αφρικής στην Ιταλία, διασχίζοντας πάνω σε καρυδότσουφλα την Μεσόγειο, με χιλιάδες από αυτούς, ανάμεσά τους παιδιά, να πνίγονται στα σκοτεινά νερά της.

Όλος αυτός ο κόσμος αντιμετωπίζει στην Ιταλία είναι εξαιρετικά αργό και προβληματικό σύστημα επεξεργασίας των αιτήσεων ασύλου. Πρόσφυγες και μετανάστες, παρά το γεγονός ότι πάρα πολλοί από αυτούς θέλουν να προχωρήσουν προς τον ευρωπαϊκό βορρά, έχουν «κολλήσει» στην Ιταλία χωρίς να μπορούν να εργαστούν και ζώντας σε άθλιες συνθήκες μέσα σε προσφυγικά στρατόπεδα.

Οι συνεχείς, επί χρόνια, τηλεοπτικές εικόνες με τις ατελείωτες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές να αποβιβάζονται από τις βάρκες και τα πλοία της ιταλικής ακτοφυλακής, προβαλλόμενες με έναν «ουδέτερο» τρόπο ο οποίος, στην πράξη, ακύρωνε ακόμη και τις συναισθηματικά φορτισμένες ανταποκρίσεις των δημοσιογράφων και λειτούργησε μάλλον φοβικά για ένα μέρος της ιταλικής κοινωνίας, ξεπερνώντας πολύ γρήγορα το λουμπενοποιημένο κομμάτι της εργατικής τάξης και διεμβολίζοντας τα χτυπημένα από την κρίση μέσα και μικρά αστικά στρώματα.

'Ενα εφιαλτικό σενάριο

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο ο 44χρονος, σήμερα, Ματτέο Σαλβίνι, ανέλαβε την ηγεσία της Λέγκας πριν από πέντε χρόνια. Πλέον, μετά και από την διάλυση του ιστορικού ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, η Λέγκα, εμφανιζόμενη το 1989, με βασικό αίτημα την ανεξαρτησία του πλούσιου ιταλικού Βορρά, είναι το παλαιότερο υφιστάμενο πολιτικό κόμμα στην Ιταλία, χαρακτηριστικό και αυτό των έντονων και συνεχόμενων μεταβολών στο πολιτικό σύστημα της χώρας.

Το κόμμα θεωρούσε την Ρώμη «εχθρό», αν και αποτέλεσε τον μικρό εταίρο σε αρκετές κυβερνήσεις υπό την πρωθυπουργία του Μπερλουσκόνι. Ο Σαλβίνι το μετέτρεψε σε πανεθνικό κόμμα, καθιστώντας τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και - σε έναν ορισμένο βαθμό - την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως τους κύριους «εχθρούς». Πετυχαίνοντας να αντλήσει εκλογική πελατεία «ζυμωμένη» από τον φόβο της υποτιθέμενης «εκτός ελέγχου» μετανάστευσης.

Με τον Σαλβίνι στο «τιμόνι» του κόμματος, η Λέγκα, από το 4% στις εκλογές του 2013 έφτασε σχεδόν το 18% (17,7%) στις εκλογές της Κυριακής, όντας το πρώτο κόμμα στη συμμαχία Δεξιάς - Ακροδεξιάς που αναδείχθηκε και στο ισχυρότερο πολιτικό μπλοκ της Ιταλίας, με την «Forza Italia» του Μπερλουσκόνι να ακολουθεί πολύ πιο πίσω με 14,4% και τον τρίτο εταίρο της συμμαχίας, τα πιο ακραιφνώς φασιστικά «Αδέλφια της Ιταλίας» με 4,2%.

Κάποιες αναλύσεις θεωρούν πιθανό ο Σαλβίνι να εκμεταλλευθεί αυτήν την εντυπωσιακή άνοδο για να «προσπεράσει» τον Μπερλουσκόνι και να διεκδικήσει ακόμη και την πρωθυπουργία μέσω μιας συμμαχίας με τα Πέντε Αστέρια. Ο Μπέπε Γκρίλο έχει δηλώσει μεν ότι δεν θα σχηματίσει συμμαχίες, αλλά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει με βεβαιότητα το σενάριο. Οι αναλυτές εκτιμούν πως τα αποτελέσματα εκτός από τον Ματέο Ρέντσι, που είδε τον Κεντροαριστερό συνασπισμό να έρχεται τρίτος στις εκλογές, «τελείωσαν» και τον Μπερλουσκόνι. Σε κάθε περίπτωση όλοι συμφωνούν πως πλέον το πάνω χέρι στη συμμαχία Δεξιάς - Ακροδεξιάς το έχει ο Σαλβίνι. 

Αυτό το σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ακροδεξιά κυβέρνηση στην καρδιά της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, όχι μόνο από γεωγραφικής πλευράς αλλά και συμβολικής, κάνοντας πραγματικότητα τους χειρότερους εφιάλτες του Δημοκρατικού Κόμματος και των Βρυξελλών. 

Φαιά προπαγάνδα... με ροζάριο

Στην προεκλογική ομιλία του στο Μιλάνο, ο Σαλβίνι, σε μια τυπική έκφραση μαύρης φασιστικής προπαγάνδας, έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει, διαστρεβλωμένα, ακόμη και έναν από τους επιφανέστερους διανοούμενους της μεταπολεμικής ιταλικής Αριστεράς, τον σπουδαίο σκηνοθέτη, Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ως «επιχείρημα»… ενάντια στις αντιφασιστικές διαδηλώσεις. Ο Παζολίνι είχε θεωρήσει το 1973 ότι τέτοιες διαδηλώσεις μπορεί τελικά να στοχεύουν έναν ανύπαρκτο εχθρό, «ενώ ο σύγχρονος καταναλωτισμός διαβρώνει μια ήδη πεθαμένη κοινωνία». Δήλωση η οποία βέβαια αφορούσε ιδεολογικές ζυμώσεις και αντιθέσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς και απείχε μακράν από την… «ενοχοποίηση» του αντιφασισμού όπως υπονόησε ο Σαλβίνι.

Βέβαια, ο αρχηγός της Λέγκα χρησιμοποίησε επί το πλείστον πολλή ρητορική από το γαλλικό «Εθνικό Μέτωπο» της Λεπέν, ενώ δεν του ξέφυγε ούτε το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, χρησιμοποιώντας πολλές φορές την φράση «οι έσχατοι έσονται πρώτοι», απευθυνόμενος στην εργατική τάξη, τους ανθρώπους που αισθάνονται αποκλεισμένους, αλλά και τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες. Στο τέλος έβγαλε και ένα… ροζάριο προσευχών, μια εικόνα που έγινε ανάρπαστη από τα ΜΜΕ.

Μετά τα γεγονότα της Ματσεράτα - όπου ένας φασίστας έριξε στο ψαχνό εναντίον Αφρικανών μεταναστών ύστερα από μια υπόθεση βιασμού και δολοφονίας μιας 18χρονης κοπέλας με βασικούς υπόπτους δύο Νιγηριανούς - ο Σαλβίνι «τουίταρε», ότι πολλοί από εκείνους που ζητούν άσυλο στην Ευρώπη δεν είναι «πραγματικοί» πρόσφυγες, γράφοντας ότι ο ύποπτος (τότε υπήρχε μόνο ένας) «δεν έτρεχε μακριά από τον πόλεμο» αλλά «έφερε τον πόλεμο στην Ιταλία» και προσθέτοντας: «Η αριστερά έχει αίμα στα χέρια της. Εκδιώξεις, απελάσεις, έλεγχοι και περισσότερες απελάσεις».

Τα γεγονότα της Ματσεράτα προέκυψαν κομβικά για τις εκλογές. Απέναντι στην φασιστική ρητορική, η Αριστερά φάνηκε εν πολλοίς αδύναμη να αντιδράσει, παρά τις μαχητικές αντιφασιστικές φωνές. Επιπλέον για μέρες μετά, κανένας υπουργός της απερχόμενης κεντροαριστεράς κυβέρνησης δεν επισκέφτηκε τους έξι ανθρώπους που τραυματίστηκαν από το φασίστα «πιστολά».

Μπορεί η Λέγκα να προσπαθεί να εμφανιστεί ως «αντίθετη» στην βία, αλλά δεν κρύβει καθόλου τις σχέσεις της με πιο «καθαρόαιμα» φασιστικά μορφώματα, όπως το CasaPound, που δήλωσε προεκλογικά ότι θα υποστηρίξει μια κυβέρνηση υπο τον Σαλβίνι.

Σε μια προσπάθεια να «θολώσει» τις θέσεις του, ο Σαλβίνι συχνά κάνει λόγο για τον «καλό μετανάστη», αυτόν που «σέβεται τον νόμο», ισχυριζόμενος ότι θέλει «απλώς μια πιο συνεκτική μεταναστευτική πολιτική». Αυτός ο ισχυρισμός ωστόσο καταρρίπτεται από το πλήθος των αντιμεταναστευτικών δηλώσεών του, καθώς και του χλευασμού προς όσους είναι αλληλέγγυοι στους πρόσφυγες.

Ο Σαλβίνι κατέστησε σαφές ότι οι συμπάθειές του βρίσκονται στις σημερινές κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, οι οποίες είναι εσωστρεφείς, εθνικιστικές και φτύνουν την Ευρώπη.

Η αμήχανη Αριστερά

Μπροστά σε μια τέτοια αχαλίνωτη ακροδεξιά ρητορική, θα πίστευε κανείς ότι η ιταλική αριστερά θα μπορούσε να παρουσιάσει ένα σαφές δημοκρατικό όραμα. Αλλά θα έκανε λάθος. «Στον δημόσιο προεκλογικό διάλογο η ατζέντα υπαγορεύτηκε από την Δεξιά» σημειώνει η συγγραφέας, Μάρτα Φανά, η οποία έχει ασχοληθεί με τις εργασιακές μεταρρυθμίσεις στην Ιταλία. «Ετσι, εκεί που τα κόμματα της Αριστεράς και το Δημοκρατικό Κόμμα επικέντρωναν στα εργασιακά ζητήματα, αποσπούσαν ελάχιστη προσοχή από τη μεγάλη εθνική συζήτηση. Είναι πιο εύκολο να παίζεις με την μετανάστευση».

«Φαίνεται ότι υπάρχει ένας θυμός που είναι πέρα από κάθε δυνατότητα λογικής» λέει ο Τζιοβάνι Ορσίνα, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Luiss Guido Carli της Ρώμης. «Οι άνθρωποι πιστεύουν πραγματικά ότι η κατάσταση είναι φριχτή και θα μπορούσε να χειροτερεύσει».

Αυτό συμβαίνει τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά. Η οικονομία της Ιταλίας άρχισε να ανακάμπτει και το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,5% πέρυσι, αλλά παραμένουν μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα. Έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης στην Ευρώπη, το 58% των επιχειρήσεων - το 90% των οποίων απασχολούν λιγότερους από 10 υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης - στραγγαλίζονται από τους φόρους και την γραφειοκρατία, ενώ πολλοί νέοι μεταναστεύουν για να βρουν δουλειά. Το πρόγραμμα του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος, λέει ο Ορσίνα, «έχει πολλά πράγματα που έχουν νόημα», αλλά «δεν υπάρχει καμιά ιδέα για το τι πρέπει να είναι η Ιταλία, καμία ιδέα για το μέλλον». Από την άλλη, το πρόγραμμα της Λέγκας είναι «φυσικά εντελώς μη ρεαλιστικό, αλλά είναι ιδέες για το μέλλον. Το κέντρο δεν μπορεί να μεταφέρει ένα όραμα για το μέλλον».

Ο Ρομπέρτο Σαβιάνο, συγγραφές του «Γκομόρα» χαρακτηρίζει την Ιταλία ως «εργαστήριο». «Αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία μπορεί να συμβεί στον υπόλοιπο κόσμο. Μην ξεχνάτε τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ» λέει, αναφερόμενος στις συμπάθειες, εντός του Άξονα μεταξύ του ηγέτη της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας. «Είμαστε ένα εργαστήριο που ο κόσμος πρέπει να δώσει προσοχή για να δει τι θα συμβεί σε άλλες δημοκρατίες»…