Με την διάλυση του ιταλικού Κοινοβουλίου λίγο πριν την Πρωτοχρονιά άνοιξε ο δρόμος στην δίμηνη προεκλογική εκστρατεία μέχρι τις εκλογές της 4ης Μαρτίου, οι οποίες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των πολιτικών αναλυτών, θα εκκινήσουν μία νέα εποχή πολιτικής αβεβαιότητας για την χώρα, η οποία έχει γνωρίσει 64 κυβερνήσεις από την κήρυξη της Ιταλικής Δημοκρατίας το 1946. Κοινώς όπως θα έλεγαν και οι Ιταλοί: «Pasticcio»... σε απλη μετάφραση: «Μεγάλο μπέρδεμα».

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η κάλπη δεν είναι πιθανό να αναδείξει καθαρό νικητή ανάμεσα στο «Δημοκρατικό Κόμμα», που βρίσκεται σε υποχώρηση, το λαϊκιστικό «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» και την μπερλουσκονική δεξιά, σε πλήρη άνοδο, αφού το εκλογικό σύστημα αφήνει μεγάλο μέρος στην απλή αναλογική και διευκολύνει τη διασπορά των ψήφων.

Αναλυτικότερα, όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, σύμφωνα με το ινστιτούτο Demopolis, το κίνημα «Πέντε Αστέρων» εξασφαλίζει το 29,2% της πρόθεσης ψήφου και είναι πρώτο κόμμα. Ακολουθούν το «Δημοκρατικό Κόμμα»του Ματτέο Ρέντσι με το 23,5% και η «Φόρτσα Ιτάλια» του Σίλβιο Μπερλουσκόνι με 15,6%. Τα Πέντε Αστέρια δεν έχουν συμμαχήσει με καμία άλλη πολιτική δύναμη. Σε ό,τι αφορά συνολικά όλη την κεντροδεξιά συμμαχία, η πρόθεση ψήφου φτάνει στο 36,3%, ενώ για την κεντροαριστερά δεν ξεπερνά το 27%.  Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι βάσει των μέχρι τώρα γκάλοπ, καμία παράταξη ή κόμμα δεν θα ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Οι ίδιες δημοσκοπήσεις, παράλληλα, δείχνουν ότι μόνο το 62% των Ιταλών επιθυμεί να πάει να ψηφίσει και ότι το 78% πιστεύει ότι τα κόμματα δεν πρόκειται να σεβαστούν ούτε μια προεκλογική τους υπόσχεση.

Οι «δύο Ιταλίες»

Στο απολογισμό του, ο απερχόμενος - και μέχρι την ολοκλήρωση των εκλογών υπηρεσιακός - πρωθυπουργός, Πάολο Τζεντιλόνι, προσπάθησε να παρουσιάσει μια ανθηρή εικόνα της χώρας. «Η Ιταλία ανέκαμψε μετά τη χειρότερη μεταπολεμική της κρίση» ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η χώρα βγήκε από την ύφεση, με την ανάπτυξη που προβλεπόταν στο 0,8% στις αρχές του έτους να είναι τελικά 1,5%. Υποστήριξε επίσης ότι η εφαρμογή της εργασιακής μεταρρύθμισης του Job Act, με την οποία αντιδρούν τα συνδικάτα καταγγέλλοντας πως λύνει τα χέρια των εργοδοτών στο ζήτημα των απολύσεων, σταθεροποίησε την ανεργία 11%.

Ο Τζεντιλόνι είπε επίσης ότι σε κοινωνικό επίπεδο, υιοθετήθηκαν συμβολικοί νόμοι, όπως η πολιτική ένωση για τα ζευγάρια των ομοφύλων και για τον τερματισμό της ζωής. Η τραπεζική κρίση συγκρατήθηκε με τη διάσωση των τραπεζών της Βενετίας και την Monte dei Paschi di Siena, όσο για τη μεταναστευτική κρίση, δεν επιλύθηκε, αλλά περιορίσθηκε. Ωστόσο παραδέχθηκε ότι η ανεργία των νέων παραμένει υψηλή στο 35%, ενώ το ΑΕΠ υπολείπεται κατά 6% του επιπέδου πριν από την κρίση. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό και είναι ένα από τα υψηλότερα της Ευρώπης. Στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων, η αποτυχία του δημοψηφίσματος για την συνταγματική μεταρρύθμιση ενταφίασε την απόπειρα για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και η απόρριψη της εισαγωγής του δικαίου του εδάφους για τα 800.000 παιδιά που έχουν γεννηθεί από αλλοδαπούς γονείς σε ιταλικό έδαφος είναι θέματα που «λυπούν», κατά δήλωσή του, τον Ιταλό πρωθυπουργό.

«Ξεσκονίζει» το «πρωθυπουργικό σακάκι» του ο Μπερλουσκόνι

Ιδιαίτερα… «φορτσάτος» εμφανίστηκε την Πέμπτη ο πρώην πρωθυπουργός και νυν επικεφαλής του κόμματος «Φόρτσα Ιτάλια», Σίλβιο Μπερλουσκόνι. «Αν το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου μου ξαναδώσει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, δεν θα είναι δυνατόν να μην αναλάβω τη σχετική πολιτική ευθύνη. Θα πάω στο κυβερνητικό μέγαρο ως πρωθυπουργός», δήλωσε ο μεγαλο-καναλάρχης, σε μια ακόμη επίδειξη αμετροέπειας. Παράλληλα, όμως, πρόσθεσε ότι «είναι κάτι που δεν θεωρεί πολύ πιθανό, διότι γνωρίζει τους ρυθμούς του Δικαστηρίου του Στρασβούργου».

Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, βάσει αναδρομικής ισχύος της σχετικής ιταλικής νομοθεσίας και λόγω της οριστικής καταδίκης του για φορολογική απάτη, μέχρι το 2019 δεν μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, και ούτε να αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα. Κατά της ερμηνείας αυτής του νόμου από το ιταλικό κοινοβούλιο, έχει προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ωστόσο, όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν από το να μοιράζει από τώρα υπουργεία: Μιλώντας στο ιδιωτικό τηλεοπτικό δίκτυο La 7, τόνισε ότι «σε περίπτωση που ο ίδιος ξαναγίνει πρωθυπουργός, ο γραμματέας της Λέγκα, Ματτέο Σαλβίνι, ο οποίος παίζει σε ρόλο μεσοεπιθετικού, θα μπορούσε να γίνει υπουργός Εσωτερικών».

Η «Λέγκα» της… «λευκής υπεροχής» και της φορολόγησης των οίκων ανοχής

Πάντως η ηγεσία της ακροδεξιάς Λέγκας κάθε άλλο παρά αμβλύνει την επικίνδυνη ατζέντα της ενόψει εκλογών. Σε δηλώσεις του, το στέλεχος της ακροδεξιάς Αττίλιο Φοντάνα, υποψήφιος για την προεδρία της περιφέρειας της Λομβαρδίας, με πρωτεύουσα το Μιλάνο, δήλωσε ότι «δεν μπορούμε να δεχθούμε όλους τους μετανάστες που φτάνουν στην χώρα μας. Πρέπει να αποφασίσουμε αν το έθνος μας, η λευκή φυλή μας, η κοινωνία μας, πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν ή αν πρέπει να σβηστούν. Είναι θέμα επιλογής».

Μόλις πριν μια εβδομάδα - γράφει η εφημερίδα La Repubblica και αναμεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο - ο Φοντάνα «παρουσιαζόταν ως μετριοπαθής πολιτικός. Aλλά μέσα σε λίγες ημέρες έλαβε θέσεις κάθε άλλο παρά μετριοπαθείς, προκαλώντας ατέλειωτες οξύνσεις». «Μετά την φράση αυτή, αν η κεντροδεξιά παράταξη εκφράζει μετριοπαθείς δυνάμεις, εγώ είμαι ο Μαχάτμα Γκάντι», δήλωσε με νόημα ο υποψήφιος πρωθυπουργός του κινήματος Πέντε Αστέρων, Λουίτζι Ντι Μάιο. «Περιμέναμε μια πολιτική αντιπαράθεση υψηλού επιπέδου, αλλά ο υποψήφιος της κεντροδεξιάς μιλά για λευκή φυλή και για εισβολές», τόνισε ο επικεφαλής του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος, Ματτέο Ρέντσι.

Μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι δηλώσεις του, ο Αττίλιο Φόντανα προσπάθησε να τις ανασκευάσει, λέγοντας ότι «πρόκειται για lapsus linguae, μια λανθασμένη έκφραση» και πρόσθεσε ότι «εννοούσε ότι πρέπει να οργανωθεί μια διαφορετική υποδοχή, η οποία να σέβεται την ιταλική κοινωνία και ιστορία». Αλλά η Λέγκα έχει «προτάσεις» και για την οικονομία: Μέσω Twitter, o Ματέο Σαλβίνι, ηγετικό στέλεχος της Ακροδεξιάς, στα πλαίσια των προεκλογικών του δεσμεύσεων πρότεινε… «να ξανανοίξουν οι οίκοι ανοχής, με ρύθμιση και φορολόγηση της πορνείας, όπως συμβαίνει στις πολιτισμένες χώρες».

Το «λυκόφως» του Ρέντσι

Την ίδια στιγμή ο Ματέο Ρέντσι είναι κατά δήλωσή του έτοιμος να πάει «από σπίτι σε σπίτι» για να κερδίσει τις εκλογές. Ωστόσο, όπως σημειώνει το Politico, οι δημοσκοπήσεις (σσ. βλ. αρχή) κάνουν μια ζοφερή πρόβλεψη για το πάλαι ποτέ «χρυσό αγόρι» της ιταλικής και της ευρωπαϊκής, πολιτικής. Η προσωπική δημοτικότητα του Ρέντσι δεν είναι καλύτερη. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση (Ixe) δείχνει ότι μόνο το 25% των Ιταλών τον εμπιστεύονται ως πολιτικό ηγέτη, σε σύγκριση με το 35% για τον απερχόμενο πρωθυπουργό Πάολο Τζεντιλόνι. Ακόμη χειρότερα, πρώην φίλοι του σε υψηλές θέσεις τον εγκαταλείπουν και του ασκούν δημόσια κριτική. «Μου άρεσε πάντα ως άτομο. Δεν καταλαβαίνω τι του έχει συμβεί» λέει ο Σέρτζιο Μαρτσιόνε, επικεφαλής του γίγαντα της αυτοκινητοβιομηχανίας «Fiat Chrysler», την Τρίτη, στο Auto Show του Ντιτρόιτ. «Ο Ρέντζι που υποστήριζα είναι άφαντος το τελευταίο διάστημα». Ο Βολφάνγκο Πίκολι, επικεφαλής έρευνας της εταιρείας αναλύσεων «Teneo Intelligence» ήταν ακόμη πιο οξύς: «Ο Ρέντσι είναι μια χρεοκοπημένη πολιτική δύναμη και η απόδοσή του στις εκλογές του Μαρτίου θα καθορίσει την ταχύτητα της αποχώρησής του από την αρχηγία του κόμματος». «Εκείνος που ήταν γνωστός ως “άνθρωπος - οδοστρωτήρας” κατέληξε “άνθρωπος - ανακύκλωση” αγκαλιάζοντας τον παλιό ιταλικό τρόπο άσκησης πολιτικής».

Μετά την θριαμβευτική «επέλασή» του στην ιταλική πολιτική το 2014, με την υπόσχεση να «κατεδαφίσει» το κατεστημένο, ο πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας έγινε ο νεότερος Ιταλός πρωθυπουργός, σε ηλικία μόλις 39 ετών, προσελκύοντας πρωτοφανή υποστήριξη στο εσωτερικό και έντονο ενδιαφέρον από το εξωτερικό. Το κόμμα του Ρέντσι κέρδισε περισσότερο από το 40% των ψήφων στις ευρωεκλογές τον Μάιο του 2014, ένα σπάνιο φωτεινό σημείο σε μια Ευρώπη που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει την ακροδεξιά επίθεση. Σήμερα φαίνεται να επιλέγει ξανά την Ευρωπαϊκή Ένωση ως εν δυνάμει «εύκολο» περιεχόμενο της προεκλογικής του ατζέντας λέγοντας ότι «η Ευρώπη θα είναι στην κορυφή της εκλογικής εκστρατείας» και ζητώντας «περισσότερη πολιτική στην Ευρώπη, που σημαίνει, να απορρίψουμε την τεχνοκρατική προσέγγιση».

Αλλά η στάση του νεαρού ηγέτη κατά τη διάρκεια σχεδόν τριών ετών στην εξουσία απομάκρυνε πολλούς στο κόμμα του. Η αριστερή πτέρυγα του «Δημοκρατικού Κόμματος» ποτέ δεν έκρυψε την διαφωνία της στην στρατηγική του να σπρώξει το κόμμα πιο προς το κέντρο, ενώ του ασκεί σκληρή κριτική για την αποτυχία του να βελτιώσει την κατάσταση των νέων Ιταλών και να επανεκκινήσει την προβληματική οικονομία της χώρας. Το πιο μαύρο κεφάλαιο της πολιτικής καριέρας του Ρέντσι γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2016, όταν οι Ιταλοί ψηφοφόροι απέρριψαν την πρότασή του για την συνταγματική αναθεώρηση στο δημοψήφισμα, με το οποίο είχε συνδέσει το πολιτικό του μέλλον. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί και αντικαταστάθηκε από τον σύμμαχό του Πάολο Τζεντιλόνι, έναν ήπιο πολιτικό και εντελώς διαφορετικό από τον Ρέντσι.

Μια κακή εμφάνιση στις εκλογές θα έχει συνέπειες πέρα από την ιταλική κεντροαριστερά. Θα περιπλέξει κάθε προσπάθεια δημιουργίας κυβερνητικού συνασπισμού, υπονομεύοντας την προοπτική μιας σταθερής κυβέρνησης και την σταθεροποίηση της (μικρής) οικονομικής ανάκαμψης της Ιταλίας. Σύμφωνα με το Politico, αν δεν προκύψει αυτοδυναμία, ο πρόεδρος της ιταλικής δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα, θα μπορούσε να ζητήσει από τον Τζεντιλόνι να παραμείνει στη θέση του και να προσπαθήσει να σχηματίσει συνασπισμό με τη στήριξη των άλλων κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του κόμματος του Μπερλουσκόνι.

Αλλά εκεί όπου ο Μπερλουσκόνι έχει σφυρηλατήσει στενούς δεσμούς με την Λέγκα του Βορρά, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των εκλογικών του φιλοδοξιών, ο Ρένζι, αντίθετα, αποδυνάμωσε τις συμμαχίες του, με τους διαφωνούντες της αριστερής πτέρυγας του «Δημοκρατικού Κόμματος» να τον εγκαταλείπουν, προτιμώντας να δημιουργήσουν την δική τους ομάδα παρά να δουλέψουν μαζί του. ‘Ανθρωποι που γνωρίζουν καλά την κατάσταση στο εσωτερικό του κόμματος λένε ότι το «Δημοκρατικό Κόμμα» δεν μπορεί να αντέξει μια εκλογική πτώση κάτω του 25%, ένα αποτέλεσμα που θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητα του Ρεντσι να διεκδικήσει θέσεις-κλειδιά σε οποιοδήποτε κυβερνητικό συνασπισμό και να θέσει σε κίνδυνο την ηγεσία του. «Σε αυτό το σενάριο ο Ρέντσι θα πρέπει να κάνει μια υπεύθυνη επιλογή και να αφήσει τον Τζεντιλόνι να προσπαθήσει να σχηματίσει μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού», λέει ο Μασιμιλάνο Παναράρι από το πανεπιστήμιο LUISS της Ρώμης. «Αλλά αυτό θα σήμαινε επίσης την παράδοση των κλειδιών του κόμματος»…

«Στρίβουν»… δια του «ρεαλισμού» τα «Πέντε Αστέρια»

Αν και το «Κίνημα Πέντε Αστέρων» προβάλει μια αντι - ΕΕ ατζέντα, εσχάτων, ο υποψήφιος πρωθυπουργός του κινήματος και αντιπρόεδρος της ιταλικής βουλής, Λουίτζι Ντι Μάιο, σε συνέντευξή του στην ιταλική δημόσια τηλεόραση Rai, άρχισε να τα «μασάει». «Δεν νομίζω ότι για την Ιταλία είναι η στιγμή πλέον να βγει από το Ευρώ, διότι για τη χώρα μας θα υπάρξουν περισσότερα περιθώρια δράσης, από τη στιγμή που ο γαλλογερμανικός άξονας αποδυναμώνεται», δήλωσε ο Ντι Μάιο. Παράλληλα, όμως, επανέλαβε ότι «η δυνατότητα να προκηρυχθεί συμβουλευτικό δημοψήφισμα για την παραμονή ή την έξοδο από το Ευρώ είναι μόνον μια ύστατη λύση», την οποία «ελπίζει να μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσει».

Σε ότι αφορά τις μετεκλογικές εξελίξεις, μετά τις 4 Μαρτίου, ο Ντι Μάιο δήλωσε στην Rai πως «θεωρεί ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματταρέλλα θα πρέπει να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε όποιον διαθέτει την πλειοψηφία» (υπονοώντας πως πιστεύει ότι τα Πέντε Αστέρια θα αναδειχθούν στις εκλογές πρώτη πολιτική δύναμη της χώρας), ενώ κατέληξε με την πρόβλεψη ότι «η κεντροδεξιά θα θρυμματιστεί» και ότι «η κεντροαριστερά δεν θα μπορέσει να πάρει μέρος στο πολιτικό παιχνίδι».