Νέα μελέτη προτείνει να δίνουμε στα παιδιά λιγότερα παιχνίδια, καθώς με αυτόν τον τρόπο έχουν τη δυνατότητα να εστιάζουν καλύτερα και να γίνονται περισσότερο δημιουργικά. Επιβεβαιώνεται αυτό που κάθε γονιός υποψιάζεται, ότι δηλαδή, τα παιδιά διασκεδάζουν πιο εύκολα με τα πολλά παιχνίδια, αλλά δεν απολαμβάνουν την ποιότητα του παιχνιδιού;

Η μελέτη, που διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τολέδο στο Οχάιο των ΗΠΑ, αφορούσε συνολικά 36 μικρά παιδιά τα οποία προσκλήθηκαν να παίξουν σε ένα δωμάτιο για 30 λεπτά, με 4 και 16 παιχνίδια.

Όπως γράφει το sputniknews.com, αναλύοντας  στη συνέχεια τη συμπεριφορά τους, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα παιδιά ήταν πολύ πιο δημιουργικά όταν τους έδιναν λιγότερα παιχνίδια.

Τα παιδιά με τα λιγότερα παιχνίδια έπαιξαν τουλάχιστον δύο φορές με κάθε παιχνίδι, βρίσκοντας περισσότερες χρήσεις και την ίδια στιγμή επεκτείνοντας την ώρα του παιχνιδιού. Στην αντίθετη περίπτωση, τα πολλά παιχνίδια ήταν σαν να «παρεμβαίνουν» στη διάρκεια και στο βάθος του παιχνιδιού.

«Όταν το περιβάλλον ενός παιδιού είναι εφοδιασμένο με λιγότερα παιχνίδια, τα παιδιά αφιερώνουν πολύ περισσότερο χρόνο σε ένα και μόνο παιχνίδι, γεγονός που επιτρέπει καλύτερη εστίαση στην εξερεύνηση και σε ένα περισσότερο δημιουργικό παιχνίδι», ανέφεραν οι ερευνητές.

Παρότι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα λιγότερα παιχνίδια «προωθούν την ανάπτυξη και το υγιές παιχνίδι», δεν προτείνουν στους γονείς και σε όσους αναλαμβάνουν για κάποιες ώρες της ημέρας τη φροντίδα των παιδιών (νηπιαγωγούς, γιαγιάδες, νταντάδες) να πετάξουν τα δεκάδες παιχνίδια -από τα πιο δημιουργικά μέχρι τα απλά gadgets- στα σκουπίδια.

«Μία σύσταση μπορεί να είναι η επιλογή λιγότερων παιχνιδιών στο περιβάλλον που βρίσκεται το παιδί», αναφέρει η μελέτη. «Όταν η πλειοψηφία των παιχνιδιών είναι κάπου αποθηκευμένη και το παιδί ασχολείται με λιγότερα παιχνίδια έχει την ευκαιρία να καινοτομήσει χωρίς να αποσπάται η προσοχή του».

Επιπλέον, η πρόταση για λιγότερα παιχνίδια αφορά στη δυνατότητα να καλλιεργήσουν τα παιδιά στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης τους υψηλότερο επίπεδο συγκέντρωσης.

The Toy-free Nursery

Δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνεται μία τέτοια άποψη.

Στη δεκαετία του 1990, δύο Γερμανοί ερευνητές, οι Elke Schubert και Rainer Strick -για την ακρίβεια, υπάλληλοι της διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας, που δούλευαν με ενήλικες οι οποίοι παρουσίαζαν διάφορες μορφές εθισμού- έκαναν το εξής πείραμα: Πήραν τα παιχνίδια από έναν παιδικό σταθμό του Μονάχου για τρεις μήνες -από μολύβια, χαρτιά, χρώματα, βιβλία, μέχρι τουβλάκια για κατασκευές- αφήνοντας μόνο τα τραπεζάκια, τις καρέκλες τους και μερικές κουβέρτες.

Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, τα παιδιά αναπροσαρμόστηκαν και το παιχνίδι τους έγινε πολύ πιο δημιουργικό και κοινωνικό. Στη συνέχεια, δημοσίευσαν τα ευρήματά του πειράματος τους σε ένα βιβλίο με τίτλο «The Free-free Baby Nursery».

Σημείο εκκίνησης του πειράματος ήταν η ανησυχία για τις εθιστικές συνήθειες που αρχίζουν στην παιδική ηλικία. Οι δύο ερευνητές ήθελαν να δείξουν ότι τα παιδιά μπορούν να παίξουν χαρούμενα και δημιουργικά όταν δεν «πνίγονται» από τα παιχνίδια τους. Και το πέτυχαν.

Το πείραμα ενέπνευσε παιδικούς σταθμούς που ενέταξαν στο πρόγραμμα τους το τρίμηνο project. Όπως έλεγε εκπαιδευτικός σε παιδικό σταθμό του Μονάχου: «Στους τρεις αυτούς μήνες προσφέρουμε στο παιδί χώρο και χρόνο για να γνωρίσει τον εαυτό του και επειδή τα παιδιά δεν κατευθύνονται από δασκάλους ή παιχνίδια, βρίσκουν νέους τρόπους για να οργανώσουν την ημέρα τους με τον δικό τους τρόπο».

«Η μέρα των παιδιών είναι σκοπίμως αδόμητη καθώς μία από τις βασικές θέσεις του project είναι ότι τα παιδιά περνούν πάρα πολύ χρόνο πηγαίνοντας από τη μια δραστηριότητα στην άλλη και καταλήγουν με ‘μειωμένο ζωτικό χώρο’. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να κάνουν ό, τι θέλουν, με τον δικό τους τρόπο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ενθαρρύνονται το 'θάρρος και η φαντασία', ποιότητες, που τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες, χρειαζόμαστε για την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης».

Ο ψυχολόγος Oliver James, συγγραφέας του βιβλίου «Love Bombing», πιστεύει ότι τα παιδιά δεν χρειάζονται μια τεράστια «πανοπλία» παιχνιδιών. «Τα περισσότερα παιδιά χρειάζονται ένα μεταβατικό αντικείμενο», έλεγε στο BBC. «Το πρώτο τους αρκουδάκι που παίρνουν παντού. Όλα τα άλλα είναι μια ανάγκη που δημιουργεί η κοινωνία».

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και ο Joshua Becker, συγγραφέας του βιβλίου «ClutterFree with Kids», ο οποίος γράφει ότι τα παιδιά ευδοκιμούν περισσότερο όταν τους δίνουμε λιγότερα παιχνίδια.

«Σπανίως ένα παιδί εκτιμά πλήρως το παιχνίδι που είναι μπροστά του όταν κάπου εκεί γύρω ξέρει ότι υπάρχουν αμέτρητες επιλογές», γράφει ο Becker. «Τα λιγότερα παιχνίδια ‘αναγκάζουν’ τα παιδιά να γίνουν επινοητικά επιλύοντας προβλήματα μόνο με τα ‘υλικά’ που έχουν στα χέρια τους. Και η επινοητικότητα είναι ένα δώρο με απεριόριστες δυνατότητες».

Όπως γράφει η Telegraph, οι Βρετανοί ξοδεύουν περισσότερα από 3 δισ. λίρες τον χρόνο στα παιχνίδια.

Σύμφωνα ωστόσο, με έρευνες το παιδί μίας μέσης οικογένειας έχει συνολικά 238 παιχνίδια, αλλά οι γονείς πιστεύουν ότι σε καθημερινή βάση παίζει με τα μόλις 12 «αγαπημένα» του (τα οποία αποτελούν το 5% των παιχνιδιών του).

Στο Μουσείο Παιδικής Ηλικίας V & A του Λονδίνου, η Catherine Howell βρίσκεται μπροστά από μια συλλογή που περιλαμβάνει ένα 400 ετών κουνιστό αλογάκι και το γνωστό παιχνίδι Buzz Lightyear. Όπως λέει, τα παιδιά σήμερα έχουν πολύ περισσότερα παιχνίδια από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά.