Μπορεί να μην βγήκε «λευκός καπνός» από την χθεσινοβραδινή συνάντηση Μέρκελ, Ζεεχόφερ και Σουλτς, υπό τον πρόεδρο της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, με στόχο να αρθεί το κυβερνητικό αδιέξοδο, ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι απουσιάζει και η «φωτιά» των προθέσεων προς αυτήν την κατεύθυνση. Προς το παρόν, όμως, ακόμη και αν έχει αυτές τις προθέσεις, ο αρχηγός των Σοσιαλδημοκρατών φαίνεται ότι δεν θέλει σε καμία περίπτωση να φανούν, δεδομένου του γεγονότος ότι το εσωτερικό του SPD «βράζει», λόγω της ανακολουθίας του αρχηγού του στο ζήτημα του σχηματισμού κυβέρνησης.

Εξοργισμένος ο Σουλτς με την Μέρκελ

Ετσι, ο Σουλτς τόνισε ότι δεν υπάρχει καμία συμφωνία και όλα τα ενδεχόμενα είναι ακόμη ανοιχτά, με αφορμή σχετικές διαρροές οι οποίες προήλθαν πιθανότατα από το περιβάλλον των Χριστιανοδημοκρατών. Γι΄αυτό και ο Σουλτς διαμαρτυρήθηκε στην Μέρκελ τηλεφωνικά, λέγοντάς της ότι αυτό που έγινε είναι απαράδεκτο. «Όποιος διαδίδει ψευδείς ειδήσεις καταστρέφει την εμπιστοσύνη», είπε χαρακτηριστικά. Νωρίτερα πολλά γερμανικά μέσα, προεξάρχουσας της Bild, είχαν μεταδώσει ότι SPD και CDU συμφώνησαν ήδη χθες το βράδυ στην έναρξη διαπραγματεύσεων. Πάντως για την περίπτωση που τα δυο μεγάλα κόμματα συμφωνήσουν όντως στην έναρξη διαπραγματεύσεων -αυτό θα κριθεί από το συνέδριο του SPD την ερχόμενη εβδομάδα- ο Μάρτιν Σουλτς θα θέσει, όπως αναμένετο, πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Σε συνέντευξή του στο Σπίγκελ που κυκλοφορεί το Σάββατο, ο πρόεδρος του SPD σκιαγραφεί το πλαίσιο μιας πιθανής συνεργασίας. Αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, τη βαθιά μεταρρύθμιση της Ευρώπης, τονίζει ότι «μια θετική απάντηση στον Εμανουέλ Μακρόν θα είναι βασικό συστατικό στοιχείο» της διαπραγματευτικής φαρέτρας του SPD. Μεταξύ άλλων προτείνει την εισαγωγή μιας κοινής ευρωπαϊκής φορολογικής πολιτικής, έναν κοινό υπουργό Οικονομικών, μια κοινή κοινωνική πολιτική αλλά και κοινά στάνταρ στην οικονομική πολιτική. «Χρειαζόμαστε την επανίδρυση της Ευρώπης», λέει χαρακτηριστικά.

Η χθεσινοβραδινή συνάντηση των αρχηγών της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) - η οποία πραγματοποιήθηκε στη σκιά των τριβών που προκάλεσε εντός της υπηρεσιακής κυβέρνησης το θέμα της γλυφοσάτης - κράτησε 135 λεπτά. Η Άγγελα Μέρκελ, ο Χορστ Ζεεχόφερ και ο Μάρτιν Σουλτς αποχώρησαν από το προεδρικό ανάκτορο Bellevue χωρίς να προβούν σε δηλώσεις, ενώ σήμερα πρόκειται να διαβουλευθούν με τα ηγετικά στελέχη των κομμάτων τους.

Για «άγνωστο αποτέλεσμα» κάνει λόγο η εφημερίδα Bild και για «ασαφή έκβαση, καθώς οι συμμετέχοντες συμφώνησαν σε εμπιστευτικότητα», το περιοδικό «Der Spiegel».

Νωρίτερα, ο υπουργός Εξωτερικών και πρώην αρχηγός του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, σε ζωντανή σύνδεση με το ZDF από την Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι το κόμμα του δεν βρίσκεται υπό πίεση χρόνου. «Κανείς δεν μπορεί να νομίζει ότι θα προχωρήσει γρήγορα. Και κανείς δεν μπορεί να περιμένει από το SPD, μετά την αποτυχία της Τζαμάικα να πει "υπέροχα, συνεχίζουμε", μόνο για να διατηρήσει μια-δυο θέσεις στην κυβέρνηση», δήλωσε.

«Σφαγή» στο εσωτερικό του SPD

Το παραπάνω, όμως, είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας για τους Σοσιαλδημοκράτες. Στην πραγματικότητα η κατάσταση είναι πιο πολύπλοκη, αφού, ναι μεν μπαίνουν στην διαδικασία των διαβουλεύσεων με το βάρος της εκλογικής ήττας, ωστόσο, το αδιέξοδο για τον σχηματισμό κυβέρνησης χωρίς αυτούς, φαίνεται ότι δημιουργεί μια κάπως προβληματική «ευφορία» σε ένα τμήμα τους. Δεν είναι τυχαίο, σχολιάζει η Deutsche Welle, ότι επιφανή στελέχη της συντηρητικής παράταξης προειδοποιούν ήδη για κίνδυνο μαξιμαλιστικών αξιώσεων εκ μέρους του SPD. Ωστόσο, προσθέτουν, πως «το SPD γνωρίζει καλά ότι με 20% στις εκλογές δεν μπορεί να υλοποιήσει το 100% των απαιτήσεών του», όπως σχολίασε χαρακτηριστικά το ηγετικό στέλεχος της CSU Αλεξάντερ Ντόμπριντ.

«Δεδομένου ότι ο Σουλτς βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο», συνεχίζει η Deutsche Welle, «αφού η κομματική βάση δεν επιθυμεί τη συνέχιση του μεγάλου συνασπισμού θεωρώντας ότι ζημιώνει το κόμμα αλλά και τη δημοκρατία στη χώρα, μπορεί να θεωρείται βέβαιο ότι οι Σοσιαλδημοκράτες θα ζητήσουν μεγάλα και ισχυρά ανταλλάγματα. Αυτό δεν αναμένεται να περιοριστεί στη στελέχωση υπουργείων, κυρίως δε του Οικονομικών. Θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι σε ένα ενδεχόμενο κυβερνητικό πρόγραμμα με την CDU/CSU το SPD θα επιχειρήσει να βάλει μια έντονη σοσιαλδημοκρατική σφραγίδα, προωθώντας, μεταξύ άλλων, μια πιο φιλική και επιθετική ευρωπαϊκή πολιτική, την καθιέρωση κατώτατων συντάξεων, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και την εκπαίδευση».

Πάντως, ακόμη και αν η χθεσινή συνάντηση κατέληγε σε συμφωνία, η Deutsche Welle σημειώνει, ότι «ακόμη και το πλέον αισιόδοξο σενάριο δεν προβλέπει την έναρξη των επίσημων και ουσιαστικών διαπραγματεύσεων πριν τη νέα χρονιά». «Ο σημαντικότερος σκόπελος στο δρόμο προς έναν νέο μεγάλο συνασπισμό είναι το συνέδριο του SPD την ερχόμενη εβδομάδα (7-9 Δεκεμβρίου στο Βερολίνο). Διεκδικώντας την επανεκλογή του ο αμφιλεγόμενος στο εσωτερικό του κόμματός του M. Σουλτς θα πρέπει να πείσει την κομματική βάση για τα οφέλη μιας νέας συγκυβέρνησης με την Α. Μέρκελ. Κυρίως όμως θα πρέπει να εξηγήσει τη στροφή 180 μοιρών που έκανε, αφού το βράδυ των εκλογών και εν μέσω έντονων επευφημιών απέρριπτε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο ενός νέου μεγάλου συνασπισμού. Εάν ξεπεραστεί και αυτό το εμπόδιο τότε οι επίσημες διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης θα μπορούσαν να ξεκινήσουν αμέσως μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, στις αρχές της επόμενης χρονιάς. Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι αυτές θα καταλήξουν σε συμφωνία για το σχηματισμό κυβέρνησης. Δεν υπάρχει κάποιος αυτοματισμός ως προς αυτό εκτίμησε την Τετάρτη ο αντιπρόεδρος του SPD Όλαφ Σολτς. Σε περίπτωση που δεν καρποφορήσουν οι διαπραγματεύσεις τότε η χώρα οδηγείται αναπόφευκτα σε πρόωρες εκλογές, πιθανότατα την άνοιξη μετά το Πάσχα των Καθολικών».

Αδημονούν τα συνδικάτα

Ανεξάρτητα, ωστόσο, από το τι συμβαίνει στο εσωτερικό των Σοσιαλδημοκρατών, τα μεγάλα γερμανικά συνδικάτα εμφανίζονται θετικά σε μια προοπτική συγκυβέρνησης των τελευταίων με τα χριστιανικά κόμματα. Ο επικεφαλής του Συνδέσμου των Γερμανικών Συνδικάτων Ράινερ Χόφμαν εκτίμησε ότι ένας μεγάλος συνασπισμός μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στις σημερινές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, όπως την ανάγκη εκσυγχρονισμού των συγκοινωνιών, της ενέργειας και της εκπαίδευσης.

Ο επικεφαλής του συνδικάτου Verdi Φρανκ Μπζίρσκε., ζήτησε να διεξαχθούν σοβαρές διερευνητικές επαφές μεταξύ των κομμάτων προκειμένου να συγκροτηθεί μια σταθερή κυβέρνηση. «Πολλοί ψηφοφόροι δεν θα δείξουν κατανόηση εάν το SPD δεν διερευνήσει με σοβαρότητα ποια ακριβώς σημεία της πολιτικής του θα μπορούσε να υλοποιήσει στο πλαίσιο ενός μεγάλου συνασπισμού», υπογραμμίζει σε δηλώσεις του προς την Passauer Neue Presse.

«Μουδιασμένοι» οι Γερμανοί

Αντίθετη με εκείνη των συνδικάτων είναι η διάθεση του κόσμου. Ενώ σχεδόν το 42% των ερωτηθέντων πολιτών θεωρεί ότι θα υπάρξει και τρίτος μεγάλος συνασπισμός μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, μόνο το 22% τον επιθυμεί, σύμφωνα με δημοσκόπηση η οποία διεξήχθη από το Ινστιτούτο Ερευνών INSA για λογαριασμό της εφημερίδας Bild και δημοσιεύεται σήμερα.

Το ένα τρίτο περίπου των Γερμανών, το 30%, επιθυμεί νέες εκλογές, αλλά μόνο το 20% τις βλέπει πιθανές. Δημοφιλέστερη εκδοχή μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης μειοψηφίας είναι σύμφωνα με την δημοσκόπηση ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU/CSU) και Πρασίνων (Die Greuenen).