Μία φορά το μήνα, ο Bert Keizer λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από την κλινική με την οποία συνεργάζεται. Κάποιος θέλει να πεθάνει - ακούγεται να λέει η φωνή στο άλλο άκρο της γραμμής. Είναι διαθέσιμος να κάνει μία επίσκεψη προκειμένου να δει εάν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα; τον ρωτούν. Η νομοθεσία, η προσωπική επιλογή, οι μαρτυρίες γιατρών, η διαχείριση του θανάτου, αλλά και τα ποσοστά όσων επιλέγουν την ευθανασία στην πρωτοπόρο Ολλανδία, μία χώρα όπου η ευθανασία είναι νομικά κατοχυρωμένη από το 2002. 

Ο Keizer, είναι Ολλανδός γηρίατρος - γεροντολόγος. Εργάζεται για την Κλινική Τέλος της Ζωής (Levenseindekliniek) η οποία προσφέρει ευθανασία ή υποβοηθούμενη αυτοκτονία σε άτομα στα οποία ο θεράπων ιατρός τους έχει αρνηθεί.

Όπως λέει στο aljazeera.com, την περασμένη χρονιά, έλαβε 22 παρόμοιες τηλεφωνικές κλήσεις και ανταποκρίθηκε θετικά σε 16 από αυτές.

Σε κάθε αίτημα, ο Keizer συναντά τον ασθενή αρκετές φορές πριν αποφασίσει εάν πρέπει να προχωρήσει σε ευθανασία. Στη συνέχεια, τον ασθενή συναντά και ένας δεύτερος γιατρός προκειμένου να συμφωνήσει -ενδεχομένως και όχι- με την απόφαση του Keizer. Μόνο τότε ο Keizer προχωρά στην ευθανασία.

Κατά προτίμηση χρησιμοποιεί βαρβιτουρικά, ουσίες που λειτουργούν ως καταστολείς του κεντρικού νευρικού συστήματος, τις οποίες ο ασθενής λαμβάνει διά του στόματος. Οι ουσίες οδηγούν στον θάνατο μέσα σε 10 έως 15 λεπτά.

Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να καταπιεί λόγω της ασθένειάς του ή δεν θέλει να νιώσει ναυτία, ο Bert Keizer κάνει ένεση.

«Δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής»

Ο  Keizer, ο οποίος εργαζόταν σε γηροκομείο επί 34 χρόνια πριν συνταξιοδοτηθεί και ξεκινήσει συνεργασία με την εν λόγω κλινική, θυμάται έντονα την πρώτη φορά που έκανε ευθανασία.

«Ήταν 1984. Η ευθανασία δεν ήταν νόμιμη, οπότε έπρεπε να δουλεύει κανείς με έναν τρόπο κατά μία έννοια «κρυφό», κατάσταση η οποία μοιραία οδήγησε επί σειρά ετών σε πολλούς και διάφορους ελιγμούς. Ο ασθενής εκείνος, ο πρώτος στον οποίον έκανα ευθανασία, ζούσε στο γηροκομείο όπου δούλευα. Πήρα το σωστό φάρμακο, αλλά το χορήγησα με τον λάθος τρόπο, ήμουν τρομερά νευρικός» θυμάται.

«Δύο πράγματα φοβάται ο γιατρός που κάνει ευθανασία. Ο ένας είναι ότι αυτό που έκανε λειτουργεί, οπότε έχει έναν άνθρωπο νεκρό. Ο δεύτερος φόβος είναι ότι δεν λειτουργεί, οπότε έχει έναν άνθρωπο ζωντανό ο οποίος θέλει να πεθάνει» εξηγεί.

Παρότι πια ο Keizer  δεν ξαγρυπνά όταν κάνει μία ευθανασία, παραδέχεται ωστόσο, ότι, το ζήτημα εξακολουθεί να έχει κόστος. «Είναι τεράστια ευθύνη, επειδή ξέρεις ότι δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Δεν έχεις τη δυνατότητα να θέσεις μετά το ερώτημα ‘λοιπόν, σίγουρα ήταν αυτό που ήθελες;’ Αυτή είναι η βασανιστική πτυχή της ευθανασίας. Ούτε μία φορά δεν το έχω κάνει χωρίς φόβο».

Η απόφαση του Keizer να συνεργαστεί με την κλινική End of Life οφείλεται εν μέρει σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «επένδυση στον αλτρουσιμό»: «Είναι ένας τρόπος να κοιτάς μπροστά στα άσχημα πράγματα που μπορεί κάποια μέρα να συμβούν και σε σένα και να νιώθεις ήσυχος ότι υπάρχουν άνθρωποι που θα με βοηθήσουν».

Αλλά, ως επί το πλείστον, ομολογεί ότι τα κίνητρά του είναι εντελώς πρακτικά: Είναι συνταξιούχος και θέλει να έχει μία απασχόληση.

Διαβάστε επιπλέον: «Άνθρωποι στα άκρα: ο θάνατος ως επιλογή»

Νομικά κατοχυρωμένη

Η ευθανασία κατοχυρώθηκε νομικά στην Ολλανδία το 2002.

Όταν ένας ασθενής, ο οποίος βιώνει αφόρητη ταλαιπωρία χωρίς καμία προοπτική βελτίωσης, ζητάει να πεθάνει, είναι απολύτως νόμιμο για έναν γιατρό να του χορηγήσει μια θανατηφόρα δόση φαρμάκου ή να εφοδιάσει τον ασθενή με αυτήν για να την λάβει ο ίδιος.

Κάθε γιατρός διατηρεί επίσης, το δικαίωμα να αρνηθεί μια ευθανασία χωρίς να δηλώσει τον λόγο. Στη συνέχεια, ο ασθενής μπορεί να απευθυνθεί στην κλινική με την οποία συνεργάζεται ο Keizer.

Μετά την ευθανασία ακολουθεί εξέταση με την οποία διαπιστώνεται κατά πόσο ο γιατρός τήρησε το πρωτόκολλο. Εάν αποδειχτεί ότι δεν τηρήθηκαν οι κανόνες ασκείται ποινική δίωξη που επισύρει ποινή φυλάκισης έως 12 χρόνια.

Στις 28 Σεπτεμβρίου, οι εισαγγελείς της Ολλανδίας διέταξαν έρευνα, για πρώτη φορά από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος, σε γιατρό ο οποίος έκανε ευθανασία, όταν διαπιστώθηκε ότι δεν ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες όταν χορήγησε τη θανατηφόρα δόση φαρμάκου σε μια 74χρονη γυναίκα που έπασχε από άνοια.

Η νομοθεσία για την ευθανασία στην Ολλανδία έχει απασχολήσει τον Τύπο διεθνώς, ενισχύοντας την ιδέα ότι «ο θάνατος με ραντεβού» είναι μία υπόθεση ευρύτατα διαδεδομένη στη χώρα.

Όμως, κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το 2016, καταγράφτηκαν 6.091 περιπτώσεις ευθανασίας που αναφέρθηκαν στις περιφερειακές επιτροπές αξιολόγησης, ποσοστό μικρότερο του 5% από τους 150.000 ανθρώπους που πέθαναν στην Ολλανδία τη χρονιά εκείνη.

Προσωπική επιλογή

Ο Christiaan Rhodius είναι επίσης, γιατρός. Την τελευταία δεκαετία έχει επικεντρωθεί στην παρηγορητική ιατρική. Σε αντίθεση με τον Keizer, δεν έχει κάνει ποτέ ευθανασία.

Πολλοί ασθενείς που επιθυμούν ευθανασία έχουν ζητήσει από τον παθολόγο τους να ικανοποιήσει το αίτημα τους πριν απευθυνθούν σε μια κλινική παρηγορητικής φροντίδας. Αλλά και οι προσωπικές ανησυχίες είναι καθοριστικές για την τελική απόφαση.

«Αρχικά σκέφτηκα ότι δεν μπορούσα να το κάνω -να πάρω σκόπιμα τη ζωή κάποιου άλλου. Επίσης, έχω αναρωτηθεί εάν ως άνθρωπος έχω το δικαίωμα να τερματίσω τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία μου έχει ζητηθεί ρητά και κατηγορηματικά» λέει ο Rhodius.

«Πλέον, διαπιστώνω ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου νομίζω πως η ευσπλαχνία είναι μεγαλύτερη από το καθήκον της μη βλάβης ενός ασθενή».

Ο Rhodius ξεκίνησε τη διαδικασία της ευθανασίας δύο φορές. Στη μία περίπτωση, ο ασθενής κατέληξε, πέθανε από φυσικά αίτια. Τη δεύτερη φορά, ο ασθενής άλλαξε γνώμη, κάτι που όπως  λέει, δεν είναι ασυνήθιστο.

Κατά τον Rhodius, δεν υπάρχει δικαίωμα στην ευθανασία.

«Ένα δικαίωμα προϋποθέτει ένα καθήκον και αυτό σημαίνει ότι ως γιατρός οφείλω να συμμορφωθώ. Ως γιατρός επίσης, πρέπει να πεισθώ ότι η ευσπλαχνία υπερισχύει της αρχής περί της μη βλάβης, που ισχύει σε κάθε περίπτωση. Κάθε γιατρός βρίσκει το δικό του μονοπάτι σε αυτό, ανάλογα με το προσωπικό αξιακό του σύστημα».

Ο Keizer αρνείται την ευθανασία σε δύο περιπτώσεις.

Η μία περίπτωση είναι όταν ένα ηλικιωμένο άτομο που είναι σχετικά υγιές ζητάει ευθανασία επειδή αισθάνεται ότι είχε μια αρκετά μακριά ζωή.

«Είναι μια άποψη, αλλά για μένα δεν σημαίνει ότι σε μια τέτοια περίπτωση ένας άνθρωπος χρειάζεται τη βοήθεια του κράτους ή ενός γιατρού. Είναι κάτι που πρέπει να διαχειριστεί ο ίδιος» σημειώνει.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι πάσχουν από βαριάς μορφής άνοια, σε σημείο ώστε πλέον αδυνατούν να δώσουν προφορική έγκριση, ακόμα κι αν πριν αρρωστήσουν έχουν καταθέσει εγγράφως την επιθυμία τους να πεθάνουν σε περίπτωση άνοιας. Δεν πρόκειται να συμμετάσχω σε αυτό» λέει ο Keizer.

Ο θάνατος είναι «big business». Εκτιμάται ότι το 2014, η αγορά των γραφείων τελετών στις ΗΠΑ έκανε τζίρο 20 δισ. δολάρια, με προοπτική αύξησης της τάξης των 19 εκατ. δολαρίων (ο αριθμός έχει σχέση με τους Αμερικανούς ηλικίας 60 ετών και άνω έως το 2020 και λαμβάνει υπόψιν το 1,5 εκατ. θανάτων που «τροφοδοτούν» ετησίως τις ολοένα και πιο ισχυρές πολυεθνικές)

Η εμπειρία του με τον θάνατο άλλαξε, εκτός των άλλων και την άποψη του όσον αφορά τον δικό του θάνατο.

«Υπάρχουν δύο ειδών φόβοι για το θάνατο: Ο φόβος ότι ο θάνατος θα είναι άσχημος και οδυνηρός και ο φόβος ότι δεν θα υπάρχεις πια. Ο δεύτερος, πιο φιλοσοφικού χαρακτήρα, είναι ισχυρός όσο ποτέ μέσα μου. Δεν είμαι θρησκευόμενος και δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή, παρά το γεγονός ότι δεν δηλώνω ιδιαίτερα χαρούμενος γι' αυτό. Αλλά εκείνος, ο πρώτος φόβος έχει ησυχάσει μέσα μου πολύ. Πιστεύω ότι ο θάνατος είναι κάτι που ο άνθρωπος είναι πλέον σε θέση να αντιμετωπίσει αρκετά καλά».