Ως «καλά νέα για τους συμμάχους μας και κακά νέα για τους εχθρούς μας» χαρακτήρισε την θέσπιση της «Μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας» για την ασφάλεια και την άμυνα (PESCO) από την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ.

Αν και μάλλον κοινότυπη, η παραπάνω φράση αντανακλά την ικανοποίηση της ΕΕ για την υιοθέτηση αυτής της δομής, η οποία θα επιτρέψει, όπως διατείνεται επισήμως, στα κράτη - μέλη «να συνεργάζονται στενότερα στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας». «Αυτό το μόνιμο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας παρέχει τη δυνατότητα σε όσα κράτη μέλη έχουν τη βούληση και την ικανότητα να αναπτύξουν από κοινού αμυντικές δυνατότητες, να επενδύσουν σε κοινά έργα και να ενισχύσουν την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη συμβολή των ενόπλων δυνάμεών τους».

Οι επικριτές της PESCO υποστηρίζουν ότι πρόκειται για εμβάθυνση της στρατιωτικοποίησης της ΕΕ, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της με τους άλλους μεγάλους οικονομικούς πόλους (ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία κλπ).

Ο γγ του ΝΑΤΟ, Γ. Στόλτενμπεργκ, χαιρέτισε την PESCO ως μέσο ενίσχυσης της «ευρωπαϊκής άμυνας», σημειώνοντας ότι «δεν πρέπει να είναι ανταγωνιστική αλλά συμπληρωματική» ως προς το ΝΑΤΟ. Ο ίδιος, εξάλλου, καλωσόρισε το γεγονός ότι γίνεται πολύ μεγάλη πρόοδος στη συνεργασία ΝΑΤΟ - ΕΕ, προσθέτοντας πως «πρέπει να κάνουμε περισσότερα και πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε θέματα όπως η υποδομή, τα μέσα μεταφοράς και ως εκ τούτου χαιρετίζω τη στενή συνεργασία μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ για τη στρατιωτική κινητικότητα. Πιστεύω ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει εμβληματική πρωτοβουλία για τη συνεργασία ΝΑΤΟ - ΕΕ, το πώς να προχωρήσουμε στη στρατιωτική κινητικότητα στην Ευρώπη».

Πάντως, η ΕΕ εμφανίστηκε ιδιαίτερα κινητική, αφού, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε τα κράτη μέλη να παρουσιάσουν αποτελέσματα όσον αφορά τα εθνικά τους σχέδια εφαρμογής, να συνεχιστούν οι εργασίες για το Ευρωπαϊκό Ταμείο 'Αμυνας και να εγκριθεί «ταχέως», εντός του 2018, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα βιομηχανικής ανάπτυξης στον τομέα της άμυνας, αρκετά έγκαιρα ώστε να χρηματοδοτηθούν τα πρώτα έργα ανάπτυξης δυνατοτήτων το 2019.

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο:

  1. Αναμένει από το Συμβούλιο να ολοκληρώσει τη συνολική αναθεώρηση του μηχανισμού Αθηνά για τη χρηματοδότηση κοινών εξόδων των στρατιωτικών αποστολών και επιχειρήσεων της ΕΕ·
  2. Ζητά από το Συμβούλιο να εγκρίνει την άνοιξη του 2018 τη σύσταση ενός νέου ειδικού μέσου που θα καλύπτει όλες τις απαιτήσεις για την ανάπτυξη ικανοτήτων για τη στήριξη της ασφάλειας και της ανάπτυξης μετά το 2020·
  3. Ζητά να προχωρήσουν οι εργασίες για την εφαρμογή της πλήρους δέσμης προτάσεων σχετικά με τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων προτάσεων που εγκρίθηκαν τον Δεκέμβριο·
  4. Καλεί την Ύπατη Εκπρόσωπο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν τις εργασίες σχετικά με την στρατιωτική κινητικότητα, τόσο στην PESCO όσο και στο πλαίσιο της συνεργασίας ΕΕ-ΝΑΤΟ·
  5. Καλεί την Ύπατη Εκπρόσωπο να υποβάλει τον Ιούνιο του 2018 έκθεση σχετικά με τις εργασίες για την ενίσχυση της μη στρατιωτικής ΚΠΑΑ και να καταρτίσει, σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, σύμφωνο μη στρατιωτικής ΚΠΑΑ εντός του 2018.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει αυτά τα θέματα τον Ιούνιο του 2018.

Ποιος κάνει τι

Στο μεταξύ, η Politico προσπάθησε να κωδικοποιήσει «ποιος κάνει τι» στο πλαίσιο της PESCO, επικαλούμενη έγγραφα του Συμβουλίου που έχει στην κατοχή της.

Συμμετέχουν 25 κράτη μέλη: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Κροατία, Κύπρος, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιταλία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία, Σλοβακία, Ισπανία και Σουηδία. Η Μάλτα, η Δανία και η Βρετανία είναι εκτός.

Ωστόσο, διαφορετικές ομάδες χωρών, θα συμμετάσχουν σε διαφορετικά προγράμματα εντός της PESCO. Μέχρι στιγμής έχουν καταρτιστεί 17 διαφορετικά σχέδια, πέντε εκ των οποίων θεωρούνται πιο εξελιγμένα. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται δράσεις στην στρατιωτική ιατρική υποστήριξη, στην ανάπτυξη ασφαλούς λογισμικού ραδιοσυχνοτήτων για στρατιωτικούς σκοπούς, στην στρατιωτική εκπαίδευση, στην ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, στα συστήματα εκπόνησης στρατηγικών πάνω σε αποστολές με στρατιωτικό και διασωστικό χαρακτήρα κ.ά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αύξηση της ικανότητας των ευρωπαϊκών στρατιωτικών μονάδων να μεταφέρονται με ταχύτητα στα σημεία ενδιαφέροντος. Το σχέδιο, στο οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα, σκοπεύει στην δέσμευση των κρατών μελών να απλουστεύσουν και να τυποποιήσουν τις διασυνοριακές διαδικασίες μεταφοράς στρατιωτικών δυνάμεων. Στόχος του είναι να ενισχύσει την ταχύτητα της κίνησης των στρατιωτικών δυνάμεων σε ολόκληρη την Ευρώπη και να εγγυηθεί την απρόσκοπτη κυκλοφορία του στρατιωτικού προσωπικού εντός των συνόρων της ΕΕ. «Αυτό συνεπάγεται την αποφυγή μακροχρόνιων γραφειοκρατικών διαδικασιών για τη διέλευση μέσω των κρατών μελών της ΕΕ, είτε μέσω σιδηροδρομικών οδικών, αεροπορικών ή θαλάσσιων μεταφορών» αναφέρεται στο κείμενο.

Η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας θεσπίστηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Ωστόσο, το ποιος θα έχει το «πάνω χέρι» (και) στην PESCO αφήνεται να εννοηθεί από δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Handelsblatt στις αρχές Δεκεμβρίου, λίγες μέρες μετά την συμφωνία των συμμετεχόντων κρατών για τα προγράμματα δράσης εντός της συμφωνίας.

Το ρεπορτάζ με τίτλο «Η Γερμανία διασφαλίζει τον ανεφοδιασμό» και υπότιτλο «Τα κράτη- μέλη της Ε.Ε. θα συμφωνούν στο μέλλον από κοινού για τον εξοπλισμό των στρατών τους και θα επενδύουν από κοινού. Τα πρώτα προγράμματα ξεκινούν» ανέφερε, ότι «υπό γερμανική διοίκηση πρόκειται να δημιουργηθεί από το 2020 και μετά ένα δίκτυο πανευρωπαϊκών “κόμβων” σε θέματα logistics και υλικοτεχνικής υποδομής. Επίσης από το 2020 θα ενεργοποιηθεί το αποκαλούμενο σύστημα “EU Medical Command” για περιπτώσεις διασώσεων και άμεσης ιατρικής μέριμνας, με το οποίο θα “συγχρονιστούν” η ιατρική κάλυψη που παρέχονται από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Την αναγκαιότητα του συγκεκριμένου μέτρου είχε προκρίνει ιδιαίτερα η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας Ursula von der Leyen, ώστε στο μέλλον η Ε.Ε. να είναι σε θέση να αντιδρά γρηγορότερα κι αποτελεσματικότερα σε κρίσεις όπως ήταν η επιδημία του ιού Ebola στην Αφρική το 2014.

»Τη διοίκηση αναλαμβάνει η Γερμανία επίσης σε ένα Κέντρο εκπαίδευσης στρατιωτικών δυνάμεων καθώς και σε ένα πρόγραμμα με στόχο την ταχύτερη αντίδραση σε κρίσιμες περιστάσεις που απαιτείται στρατιωτική συνδρομή. Στα προγράμματα αυτά μετέχουν επίσης η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία».