Μπορεί την Δευτέρα η Τερέζα Μέι να προσπάθησε να εμφυσήσει μια «ανάσα» αισιοδοξίας μετά την συμφωνία της Παρασκευής με την Ευρωπαϊκή Ένωση για το Brexit, αλλά πολύ δύσκολα θα βρεθεί κάποιος, είτε στην Βρετανία, είτε στην ‘Ενωση, που να πιστεύει σοβαρά πως αυτή η προσπάθεια μπορεί να πείσει. 

Οι λόγοι για την παραπάνω διαπίστωση είναι κυρίως δύο:

  1. Αυτή η πρώτη φάση της συμφωνίας την Παρασκευή, ήταν το αποτέλεσμα πολύμηνών σκληρών διαπραγματεύσεων, οι οποίες έφτασαν πολύ κοντά και στο σημείο να μην καταλήξουν πουθενά. Στην πραγματικότητα, μέχρι και την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή, όλα έδειχναν ότι η διαδικασία θα κατέληγε σε φιάσκο. Είναι αντικειμενικά αδύνατον να μην αφήσει τα «σημάδια» της αυτή η οδυνηρά εξαντλητική εμπειρία και στις δύο πλευρές ενόψει της συνέχειας του «παζαριού» διαπραγματεύσεων. Κυρίως ως προς την πολύ ισχυρή πιθανότητα να στραβώσουν τα πάντα την τελευταία στιγμή.
  2. Οι προειδοποιήσεις πως όλα είναι ακόμη ανοιχτά.  «Βεβαίως τίποτε δεν έχει κλείσει έως ότου κλείσουν όλα», είπε η Μέι ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων την Δευτέρα, φράση την οποία είχε χρησιμοποιήσει και η ηγεσία των Βορειο-ιρλανδών συμμάχων της, οι οποίοι αποδείχθηκαν πολύ «σκληρά καρύδια».

Και έχει απόλυτο δίκιο.

Καταρχήν, η συμφωνία της Παρασκευής, η οποία περιλαμβάνει την καταβολή από τη Βρετανία ποσού που κυμαίνεται μεταξύ των 40 και των 45 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη ρύθμιση των λογαριασμών της με την ΕΕ, τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εκατέρωθεν απόδημων πολιτών και την εγγύηση ότι θα παραμείνουν ανοιχτά τα σύνορα ανάμεσα στη Βόρεια Ιρλανδία και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, μένει να επικυρωθεί στις 15 Δεκεμβρίου από την Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τις μετά Brexit σχέσεις των δύο πλευρών στους τομείς της οικονομίας και της ασφάλειας.

Αυτή η επικύρωση κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει. Αλλά ακριβώς μετά αρχίζει ο «μαραθώνιος» με τα ακόμη πιο δύσκολα ζητήματα.

Κατά δεύτερον, ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε αυτή η πρώτη συμφωνία είναι πολύ πιθανό να αφήσει ανοιχτές «πληγές» στο βρετανικό πολιτικό σύστημα, κυρίως στις σχέσεις της συντηρητικής, κατά βάση, παράταξης, με τους Βορειο-ιρλανδούς συμμάχους της.

Ιρλανδικός «εφιάλτης»

Όταν ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ έλεγε την 1η Δεκεμβρίου ότι «το κλειδί για το μέλλον της Βρετανίας βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο στο Δουβλίνο, τουλάχιστον για όσο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για το Brexit», ήταν σίγουρα ένα πολύ σκληρό χτύπημα για τους Ενωτικούς του Μπέλφαστ.

«Προτού να προτείνω τις κατευθυντήριες γραμμές για τη μελλοντική σχέση (της ΕΕ με τη Βρετανία) στους ηγέτες, θα συμβουλευτώ (τον πρωθυπουργό της Ιρλανδίας) αν η προσφορά της Βρετανίας θεωρείται επαρκής για την ιρλανδική κυβέρνηση», είπε ο Τουσκ. «Θα είμαι πολύ σαφής: αν η πρόταση της Βρετανίας θεωρηθεί απαράδεκτη από την Ιρλανδία, θα είναι επίσης απαράδεκτη και για την ΕΕ. Καταλαβαίνω ότι ορισμένοι Βρετανοί πολιτικοί ίσως δυσκολεύονται να το αντιληφθούν», πρόσθεσε.

Στην συνέχεια «υπενθύμισε» και το τελεσίγραφο προς την Μέι, ώστε να καταθέσει, μέχρι την Δεύτερα 4 Δεκεμβρίου, μια «τελική πρόταση» για το θέμα των συνόρων, προτού αποφασίσουν οι υπόλοιποι 27 ηγέτες των χωρών-μελών της ΕΕ αν έχει επιτευχθεί «επαρκής πρόοδος» στις συζητήσεις για το διαζύγιο, ώστε να ξεκινήσει η επόμενη φάση.

Η ηγεσία του βορειο-ιρλανδικού Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος (DUP) - το οποίο είναι υπέρ της παραμονής της Βόρειας Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο - έφριξε: Η Αρλίν Φόστερ, η πρόεδρος του DUP τόνισε ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει διαφοροποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και του υπόλοιπου Ηνωμένου Βασιλείου.

«Η Βόρεια Ιρλανδία πρέπει να αποχωρήσει από την ΕΕ με τους ίδιους όρους όπως το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν θα δεχτούμε οποιαδήποτε μορφή διαφοροποίησης των κανονιστικών ρυθμίσεων που θα διαχωρίζει τη Βόρεια Ιρλανδία, σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, από το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο. Και η οικονομική και συνταγματική ακεραιότητα του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα πρέπει να εκτεθεί με κανέναν τρόπο».

Αμέσως έπεσαν τα τηλέφωνα: Μέι και Φόστερ είχαν τηλεφωνική επικοινωνία, με το Μπέλφαστ να διαδίδει ότι η Μέι φέρεται ότι συμφώνησε να υπάρξει «ευθυγράμμιση των ρυθμιστικών κανόνων» που θα ισχύουν μεταξύ ΕΕ και Βόρειας Ιρλανδίας, ώστε να μην αποφευχθεί ένα «σκληρό σύνορο» στο νησί.

Τι έγινε τελικά; «Η συμφωνία επετεύχθη. Η Ιρλανδία υποστηρίζει το πέρασμα στη δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων του Brexit, τώρα που έχουμε εξασφαλίσει εγγυήσεις για όλους επί της ιρλανδικής νήσου - προστατεύοντας πλήρως την «Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής», την ειρηνευτική διαδικασία, την οικονομία ολόκληρου του νησιού και διασφαλίζοντας ότι ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΥΝΟΡΟ επί της ιρλανδικής νήσου μετά το Brexit», έγραψε στο Tweeter ο Σάιμον Κόβενι, υπουργός Εξωτερικών της Ιρλανδίας.

Ομως, για τον Σεμπάστιαν Μάλαμπι, αρθρογράφο της Washington Post, η Μέι πέτυχε μια προσωρινή συμφωνία για το καυτό θέμα της Ιρλανδίας: «Η ευημερία της Ιρλανδίας, για να μην αναφέρουμε την ειρήνη μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, οφείλεται στο γεγονός ότι τα σύνορα μεταξύ της κυρίαρχης Ιρλανδικής Δημοκρατίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, που ανήκει στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι “αόρατα”. Χάρις στο γεγονός αυτό, μια εταιρεία στον Βορρά μπορεί να έχει πελάτες και υπαλλήλους στον Νότο χωρίς να ανησυχεί για τελωνειακούς ελέγχους ή ελέγχους διαβατηρίων. Οι Καθολικοί στον Βορρά, που θέλουν μια ανεξάρτητη και ενωμένη Ιρλανδία, ήταν ως τώρα ικανοποιημένοι με την αίσθηση της οιωνεί ενότητας που πρόσφεραν αυτά τα μη-σύνορα. Το Brexit τα υπονομεύει όμως όλα αυτά. Η Ιρλανδική Δημοκρατία θα εξακολουθήσει να ανήκει στην ΕΕ, ενώ η Βόρεια Ιρλανδία θα αποχωρήσει μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα “σκληρά” σύνορα που χωρίζουν την Ιρλανδία μοιάζουν αναπόφευκτα. Η Μέι μπόρεσε να γλιτώσει προς το παρόν από αυτή τη λογική, δηλώνοντας ότι δεν θα υπάρξουν “σκληρά” σύνορα. Την ίδια στιγμή, με κάποιον τρόπο, η Βόρεια Ιρλανδία θα πάψει να διέπεται από τις τελωνειακές διευθετήσεις της Ευρώπης και από τη δικαιοδοσία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Η κοινή γνώμη καλείται να πιστέψει ότι η Βόρεια Ιρλανδία μπορεί να ζει αρμονικά με την Ιρλανδική Δημοκρατία και την ΕΕ, και ταυτόχρονα να ζει αρμονικά με τη Βρετανία που δεν θα είναι μέλος της ΕΕ. Το πώς θα επιτευχθεί αυτό είναι άγνωστο».

Με την «ψυχή στο στόμα»

Ακόμη όμως και αυτή η ρευστή κατάσταση που απορρέει από την συμφωνία της Παρασκευής, έφτασε να γίνει με την «ψυχή στο στόμα». Για την βρετανική ομάδα διαπραγμάτευσης, η τελευταία εβδομάδα πριν την συμφωνία ήταν ένας εφιάλτης χρονοδιαγραμμάτων, που κορυφώθηκε σε πανικό, εν μέσω αυξανόμενων φόβων ότι χωρίς μια δραματική παρέμβαση ο συμβιβασμός θα μπορούσε να καταρρεύσει.

Ο Βρετανός πρεσβευτής στην ΕΕ, Τιμ Μπαροου και η ομάδα του στις Βρυξέλλες συνέτασσαν το ένα σχέδιο μετά το άλλο για την πολυαναμενόμενη άφιξη της Βρετανίδας πρωθυπουργού. Αλλά το ένα μετά το άλλο αυτά τα σχέδια κατέληγαν στον κάλαθο των αχρήστων, καθώς από το Λονδίνο εξακολουθούσε να υπάρχει «σιγή ασυρμάτου».

«Υπήρχε αυτή η αίσθηση της προσδοκίας που απλά συνέχισε να αυξάνεται καθώς η εβδομάδα προχωρούσε», δήλωσε ένας Βρετανός αξιωματούχος. «Βλέπαμε το ημερολόγιο του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ και το ημερολόγιο του προέδρου του Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ Tusk και συνειδητοποιήσαμε ότι τελείωσε. Γνωρίζαμε ότι η πρωθυπουργός έπρεπε να συναντήσει τον Γιουνκέρ πρόσωπο με πρόσωπο. Αλλά δεν ξέραμε αν επρόκειτο να συμβεί αυτό».

Όπως όμως συμβαίνει συνήθως στις ταινίες, όπου την πιο κρίσιμη στιγμή συμβαίνει κάτι λυτρωτικό, τα άντα ξεκίνησαν ξανά, εκεί όπου η κοινή λογική έλεγε ότι είχαν τελειώσει: Με ένα γεύμα «θριάμβου» μεταξύ της Βρετανίδας πρωθυπουργού και του Γιουνκέρ την Δευτέρα.

Αλλά τίποτα δεν ήταν απλό σε αυτή τη διαπραγμάτευση και όταν το DUP «μουλάρωσε», η Μέι έπρεπε να βιαστεί για να σβήσει την διαφαινόμενη πολιτική πυρκαγιά. Τις επόμενες μέρες, οι επικοινωνίες μεταξύ του Λονδίνου και της βρετανικής διαπραγματευτικής ομάδας στις Βρυξέλλες πάγωσαν, σύμφωνα με πηγές από τα ενδότερα της διαπραγμάτευσης που μίλησαν στο Politico υπό την προϋπόθεση της ανωνυμίας.

Στο Λονδίνο και στις Βρυξέλλες καταρτίστηκε σχέδιο ώστε η Μέι να πετάξει στην βελγική πρωτεύουσα την Τετάρτη. Μάλιστα, σχεδιάστηκε και ειδική διαδρομή από το αεροδρόμιο προς την πόλη, ώστε η πρωθυπουργική αυτοκινητοπομπή να μην πέσει πάνω στις διαδηλώσεις υπέρ της Καταλωνίας που ήταν προγραμματισμένες για εκείνη την ημέρα.

Ακολούθησε ακόμη ένα σχέδιο επί χαρτού, ώστε η Μέι να πετάξει τελικά από το Σαουθάμπτον, το οποίο επρόκειτο να επισκεφθεί. Το σχέδιο ήταν, ο υπεύθυνος για το Brexit, Ντέιβιντ Ντέιβις, να κάνει μια διαδρομή δυόμιση ωρών από τον αυτοκινητόδρομο Μ3 για να την συναντήσει. Αλλά και πάλι αυτό το σχέδιο δεν καρποφόρησε αφού το DUP παρέμενε αμετακίνητο.

Μέχρι και την Πέμπτη το απόγευμα οι Βρυξέλλες άρχισαν να πανικοβάλλονται. Ανώτεροι αξιωματούχοι της ΕΕ προειδοποίησαν ότι η καθυστέρηση του Ηνωμένου Βασιλείου κινδύνευε να μην αφήσει αρκετό χρόνο για τους ηγέτες να υπογράψουν επίσημες κατευθυντήριες γραμμές για την δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων στη σύνοδο κορυφής της επόμενης εβδομάδας στις Βρυξέλλες. Ο Ολι Ρόμπινς, ο επικεφαλής της ομάδας της Μέι για το Brexit, εγκατέλειψε το Λονδίνο για τις Βρυξέλλες την Τετάρτη, για να συνεχίσει τις συνομιλίες, αλλά κράτησε την παρουσία του διακριτική. Αλλά η δυναμική των προηγούμενων μηνών είχε αλλάξει: Και οι δύο πλευρές ήθελαν μια συμφωνία.

«Υπήρξε μια αλληλεγγύη από την Κομισιόν που δεν είχαμε ξαναδεί» είπε ένας αξιωματούχος του Ηνωμένου Βασιλείου. «Κάποια στιγμή την Πέμπτη αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε για το τι θα μπορούσε να κάνει ο Γιουνκέρ, ο Μπαρνιέ ή ο Τουσκ για να προχωρήσουν τα πράγματα. Υπήρξαν συζητήσεις από κάποιον της ΕΕ που καθησύχαζε το DUP ότι τα συμφέροντά τους θα υπηρετούνταν, σε μια προσπάθεια να βοηθήσει την Μέι να γλυκάνει το χάπι». Ωστόσο, η αβεβαιότητα συνεχίστηκε ακόμα και πριν την αυγή της Παρασκευής. Αίφνης, στις 5:09 π.μ., η Κομισιόν ενημέρωσε τα ΜΜΕ για μια «πιθανή συνάντηση του Προέδρου Γιουνκέρ και της Πρωθυπουργού Μέι», στις 7 π.μ., η οποία θα συνοδευτεί από συνέντευξη Τύπου.

Οι δημοσιογράφοι και τα τηλεοπτικά συνεργεία έφτασαν μέσα στο σκοτάδι στην αίθουσα Τύπου της έδρας της Κομισιόν, όπου ένας ξέπνοος ρεπόρτες της βρετανικής τηλεόρασης ρώτησε εάν θα βγει «λευκός καπνός» από την διαπραγμάτευση για το Brexit. Προσθέτοντας μια νότα ειρωνείας, ο επικεφαλής του επιτελείου του Γιουνκέρ, Μάρτιν Σέλμάιρ, ανάρτησε στο Twitter μια φωτογραφία λευκού καπνού λίγο μετά τις 9 το πρωί.

Από το Μπέλφαστ... στο Ελ Αλαμέιν

Για πάνω από μία εβδομάδα πριν την συμφωνία, οι αξιωματούχοι ένιωθαν ότι όλα τα ζητήματα είχαν κλείσει, πλην της Ιρλανδίας.

Ένας συμβιβασμός που περιορίζει τον αριθμό των ετών μετά τον Brexit, οπότε οι Βρετανοί δικαστές θα έχουν τη δυνατότητα να παραπέμπουν τις υποθέσεις σχετικά με τα δικαιώματα των πολιτών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, σε οκτώ έως δέκα χρόνια, δεν θεωρήθηκε ότι απειλούσε την συμφωνία. Η ΕΕ είχε αρχικά προτείνει 15 χρόνια, το Ηνωμένο Βασίλειο πέντε. Τελικά τα «βρήκαν» στο ενδιάμεσο.

Αλλά η Ιρλανδία έμοιαζε ατίθαση. Το DUP δήλωνε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι δεν θα δεχτεί καμία συμφωνία με βάση την οποία η Βόρεια Ιρλανδία θα διαχωριστεί σε οικονομικό ή πολιτικό επίπεδο από το Ηνωμένο Βασίλειο. Για να διασκεδαστούν οι φόβοι αυτοί, το τελικό κείμενο της συμφωνίας υπόσχεται, ότι αν δεν βρεθεί λύση στην δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων, το Ηνωμένο Βασίλειο στο σύνολό του θα ευθυγραμμιστεί με ρύθμιση για την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση με την ΕΕ, καλύπτοντας περιοχές στις οποίες επηρεάστηκαν οι διασυνοριακές σχέσεις. Πιο απλά, αν δεν βρεθεί εναλλακτική λύση που να ικανοποιεί το Μπέλφαστ, τότε, το σύνολο των συμφωνηθέντων θα εφαρμοστεί και στην Βόρεια Ιρλανδία, ως τμήματος του Ηνωμένου Βασιλείου.

Μέχρι την Πέμπτη το βράδυ, σύμφωνα με αξιωματούχους, το DUP είχε συμφωνήσει διστακτικά, αν και οι συζητήσεις θα συνεχίζονταν και τα ξημερώματα της Παρασκευής. Την ίδια μέρα η Φόστερ δήλωσε ότι «προειδοποίησε» την Μέι, ότι αυτή η δέσμευση θα μπορούσε «να προκαταλάβει» το αποτέλεσμα των εμπορικών συζητήσεων, περιορίζοντας τις επιλογές του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά παραδέχτηκε ότι η τελική απόφαση ήταν της Μέι.

Χρειάστηκαν πάνω από τέσσερις ημέρες έντονης διαπραγμάτευσης με τους 10 βουλευτές του DUP, ώστε η βρετανική κυβέρνηση να πείσει το κόμμα να υποχωρήσει. Σύμφωνα με πηγή από την διαδικασία του Brexit, επρόκειτο για ένα επίτευγμα προσωπικά της Μέι, σε συνεργασία με τον επικεφαλής του κοινοβουλευτικού ελέγχου, Τζούλιαν Σμιθ, καθώς και του τμήματος Brexit της Ντάουνινγκ Στριτ.

Καταρτίστηκαν έξι δεσμεύσεις για να διασφαλιστεί ότι η Βόρεια Ιρλανδία δεν θα μείνει στην ενιαία αγορά ή την τελωνειακή ένωση και ότι δεν θα υπάρξει «κόκκινη γραμμή» στην Ιρλανδική Θάλασσα.

Επίσης προστέθηκε η ρήτρα - η «κρίσιμη παράγραφος της ενδεχόμενης συμφωνίας», σύμφωνα με έναν ανώτερο διαπραγματευτή του Ηνωμένου Βασιλείου - σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που μια εμπορική συμφωνία στο πλαίσιο του Brexit δεν καταφέρει να λύσει το ιρλανδικό ζήτημα, «το Ηνωμένο Βασίλειο θα διασφαλίσει ότι δεν θα αναπτυχθούν νέα κανονιστικά εμπόδια μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και του υπόλοιπου Ηνωμένου Βασιλείου», εκτός εάν συμφωνεί περί του αντιθέτου το Μπέλφαστ.

Με άλλα λόγια, η εκτελεστική εξουσία της Βόρειας Ιρλανδίας - την οποία το DUP ελπίζει να αναλάβει εκ νέου σύντομα - θα έχει δικαίωμα βέτο σε θέματα «ευθυγράμμισης» της Ιρλανδίας με τις συμφωνίες για το Brexit.

Πάνω απ 'όλα, το DUP καθησυχάστηκε με την τελευταία φράση αυτής της ρήτρας, η οποία υπόσχεται, ότι «σε κάθε περίπτωση, το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνεχίσει να εξασφαλίζει την ίδια ελεύθερη πρόσβαση για τις επιχειρήσεις της Βόρειας Ιρλανδίας σε όλη την εσωτερική αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου».

Αυτό, σύμφωνα με τους εμπλεκόμενους, ήταν το κλειδί για να πειστούν οι Βορειο-ιρλανδοί σύμμαχοι της Μέι.

Η τελική υπογραφή από όλα τα κόμματα δεν ήρθε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, σύμφωνα με έναν ανώτερο διαπραγματευτή. Η Μέι χρειαζόταν να έχει στο πλευρό της και το ίδιο το υπουργικό συμβούλιό της, κυρίως το ευρωσκεπτικιστικό κομμάτι του. Το μήνυμα προς αυτούς, σύμφωνα με όσους γνωρίζουν την ερμηνεία της συμφωνίας από την υπηρεσία Brexit, ήταν σαφές: Μην ανησυχείτε για τη ρήτρα που υπόσχεται ευθυγράμμιση, δεν είναι καθόλου τόσο δεσμευτική όσο την εμφανίζουν οι κριτικοί της.

Το επιχείρημά τους βασιζόταν στην «ισοδυναμία των αποτελεσμάτων», την οποία ανέφεραν οι Βρετανοί διαπραγματευτές. Αυτή η «ισοδυναμία» αποτελεί μια δέσμευση για την επίτευξη των ίδιων ρυθμιστικών στόχων και στην ΕΕ των 27, γεγονός το οποίο η βρετανική πλευρά εκτιμά ότι δίνει πολλά περιθώρια για αποκλίσεις μέσα σε μια νέα συμφωνία ελεύθερου εμπορίου.

Επί εννέα μήνες η Μέι κράτησε με νύχια και με δόντια ενωμένο το υπουργικό της συμβούλιο. Την ώρα που οι επικριτές της προειδοποιούν ότι τα δύσκολα είναι μπροστά - δεδομένου ότι ακόμη δεν υπάρχει τελική συμφωνία για το πού πρέπει να στοχεύσει η Βρετανία - υπάρχουν και εκείνοι που πιστεύουν, ότι κερδίζοντας την πρώτη μάχη, η Μέι κέρδισε και τον πόλεμο.

«Είναι Ελ Αλαμέιν» είπε ένας ανώτερος Συντηρητικός υποστηρικτής του Brexit, κάνοντας μια - τραβηγμένη ίσως - σύγκριση με το σταμάτημα της προέλασης των ναζί στην Αίγυπτο από τα βρετανικά στρατεύματα. «Το τέλος της αρχής», συμπλήρωσε…