Σχεδόν 20 χρόνια από τότε που αποποινικοποίησε τη χρήση κάθε είδους ναρκωτικών με στόχο «να θεραπεύει μάλλον παρά να τιμωρεί», η Πορτογαλία θα αποκτήσει τις πρώτες αίθουσες προορισμένες για ενέσιμη χρήση ναρκωτικών για να βοηθήσει τους τοξικομανείς που υποτροπίασαν στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Η απόφαση αποτελεί «ένα βήμα παραπάνω στο πλαίσιο μιας πολιτικής που έχει στεφθεί με επιτυχία και η οποία έγκειται στο να βλέπουμε τους τοξικομανείς όχι ως εγκληματίες, αλλά ως ανθρώπινα όντα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες», δήλωσε, εκφράζοντας την ικανοποίησή του, ο δήμαρχος της Λισσαβόνας, σοσιαλιστής Φερνάντο Μεντίνα, στη διάρκεια παρουσίασης των «προγραμμάτων χρήσης με επίβλεψη».

Από τα τέλη του 2018 μέχρι τις αρχές του 2019, δύο σταθερές εγκαταστάσεις και μια κινητή μονάδα θα δημιουργηθούν σε συνοικίες της πορτογαλικής πρωτεύουσας όπου καταναλωτές κάνουν χρήση ναρκωτικών με ένεση μέσα στον δρόμο, σε συνθήκες ιδιαίτερα επιβλαβείς για την υγεία τους.

Παρά τα «συνολικά θετικά» αποτελέσματα των μέτρων που εφαρμόσθηκαν μετά την αποποινικοποίηση του 2001, «διαπιστώνουμε μια νέα άνοδο της χρήσης στους κόλπους ενός ιδιαίτερα ευάλωτου τμήματος του πληθυσμού», εξηγεί ο Ζοάο Γκουλάο, πρόεδρος της Υπηρεσίας Παρέμβασης στις Συμπεριφορές Εθισμού και τις Εξαρτήσεις (SICAD), η οποία επιβλέπει την πολιτική του αγώνα κατά της τοξικομανίας στην Πορτογαλία.

Διαβάστε επίσης: H πολιτική της Πορτογαλίας για τα ναρκωτικά λειτουργεί. Γιατί δεν μαθαίνουμε από αυτή;

«Πρόκειται κυρίως για πρώην καταναλωτές ηρωίνης που υποτροπίασαν στη διάρκεια της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης», που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2011, προκαλώντας κυρίως ποσοστό ανεργίας ρεκόρ, διευκρινίζει.

Οι αίθουσες κατανάλωσης ναρκωτικών με επίβλεψη θα απευθύνονται σε περίπου 1.400 χρήστες, το 80% των οποίων είναι άνδρες και έχουν μέση ηλικία μεγαλύτερη των 40 ετών. Η Πορτογαλία θα ακολουθήσει έτσι το παράδειγμα περίπου 10 χωρών σε όλο τον κόσμο, οι περισσότερες στην Ευρώπη, στις οποίες υπάρχουν ήδη χώροι για ενέσιμη χρήση ναρκωτικών με επίβλεψη.

«Θα μπορέσουμε να προστατεύσουμε ταυτόχρονα τους καταναλωτές και τις τοπικές κοινότητες», οι οποίες ζητούν αυτού του τύπου τις υποδομές «επειδή δεν θέλουν πια να βλέπουν ανθρώπους να κάνουν ένεση μπροστά στην πόρτα τους», διαβεβαιώνει, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο, ο αντιδήμαρχος Ρικάρντο Ρόμπλες, αρμόδιος για την εκπαίδευση και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Μετά τον νόμο περί αποποινικοποίησης του 2001, η κατανάλωση ναρκωτικών παραμένει απαγορευμένη στην Πορτογαλία, όμως δεν αποτελεί πλέον έγκλημα για το οποίο προβλέπονται δικαστικές διώξεις. Οι καταναλωτές που τίθενται υπό κράτηση από την αστυνομία οφείλουν να εμφανίζονται ενώπιον «επιτροπών για την αποτροπή της τοξικομανίας» που, υπό την κηδεμονία του υπουργείου Υγείας και αποτελούμενες από ψυχολόγους, νομικούς και κοινωνικούς λειτουργούς, έχουν ως αποστολή να δίνουν μια απάντηση προσαρμοσμένη σε κάθε ένα πρόσωπο ξεχωριστά, είτε πρόκειται για ευκαιριακό καταναλωτή είτε για προβληματικό τοξικομανή.

Χάρη σε αυτή την προσέγγιση που χαρακτηρίζεται «ανθρωπιστική και πραγματιστική», οι υπηρεσίες υγείας και διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις μπόρεσαν να συναντήσουν τους τοξικομανείς για να τους προσφέρουν προγράμματα θεραπείας ή μείωσης κινδύνων που συνδέονται με την κατανάλωση ναρκωτικών.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1990, «η ηρωίνη ήταν ο υπ' αριθμόν ένα εχθρός της χώρας μας, με περίπου 100.000 προβληματικούς καταναλωτές, δηλαδή περίπου το 1% του πληθυσμού», θυμάται ο γιατρός Ζοάο Γκουλάο.

Έκτοτε ο αριθμός αυτών των προβληματικών καταναλωτών μειώθηκε στο μισό, ο αριθμός των μολύνσεων από τον ιό HIV μεταξύ των τοξικομανών μειώθηκε κάθετα και η μέση ηλικία της πρώτης επαφής μ' αυτές τις ουσίες αυξήθηκε από τα 12 στα 15 - 16 χρόνια, υπογραμμίζει.

Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τα Ναρκωτικά, η Πορτογαλία κατέγραψε το 2015 αναλογία σχεδόν έξι νεκρών από υπερβολική δόση ανά εκατομμύριο κατοίκων, ηλικίας από 15 έως 64 ετών, δηλαδή τρεις φορές μικρότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.