Πολιτική συμφωνία για το χρέος αναζητείται μεταξύ Αθήνας, Βερολίνου και Βρυξελλών μετά και τη νέα καταγραφή των διαφωνιών Σόιμπλε και ΔΝΤ στο EuroWorkingGroup – διαφωνιών, οι οποίες δεν αφορούν τόσο το περιεχόμενο των μέτρων ελάφρυνσης όσο τον χρόνο και την ακρίβεια του προσδιορισμού τους.

Το θέμα του χρέους, το οποίο αποτελεί στρατηγικό διακύβευμα για την κυβέρνηση εν μέσω της πολιτικής μάχης για τα νέα μέτρα στην Ολομέλεια της Βουλής, συζητήθηκε στην τηλεφωνική επικοινωνία Τσίπρα – Μέρκελ, ενώ οι πληροφορίες από το κυβερνητικό στρατόπεδο επιμένουν ότι υπάρχει «ρεαλιστική βάση για συμφωνία ακόμη και στο Eurogroup της 22ας Μαίου, παρά τις ανοιχτά ζητήματα».

Το μήνυμα της Μέρκελ

Κατά τις πληροφορίες, η – συγκρατημένη – κυβερνητική αισιοδοξία εδράζεται στην επαναβεβαίωση, τόσο από την πλευρά της Ανγκελα Μέρκελ όσο και από εκείνη της Κομισιόν – ότι υπάρχει βούληση για λύση και ότι δεν υφίσταται πρόθεση καθυστέρησης παράτασης της «ελληνικής εκκρεμότητας» έως τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Υπογραμμίζοντας αυτή τη βούληση, κύκλοι του Μαξίμου επισημαίνουν ιδιαιτέρως την κοινή θέση του έλληνα πρωθυπουργού και της γερμανίδας καγκελαρίου ότι η πολιτική συμφωνία είναι «και αναγκαία και εφικτή» στο Eurogroup της επόμενης Δευτέρας.

Οι ίδιες πηγές δε, όπως και κοινοτικοί κύκλοι από τις Βρυξέλλες, δείχνουν ως καταληκτική ημερομηνία για την όποια συμφωνία την 15η Ιουνίου, καθώς πέραν αυτής καθίσταται αμφίβολη η προοπτική ένταξης της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση (QE) της ΕΚΤ.

Διαβάστε επίσης

Το θετικό σενάριο και τα πλεονάσματα

Στο κυβερνητικό επιτελείο, πάντως, εξακολουθεί να «δουλεύεται» το θετικό σενάριο, ένα σενάριο που, σύμφωνα με πληροφορίες του Tvxs.gr, προβλέπει πολιτική συμφωνία το αργότερο μέσα στον Ιούνιο, έκθεση βιωσιμότητας από το ΔΝΤ και ένταξη στο QE, και πιθανώς δοκιμαστική έξοδο στις αγορές ακόμη και μέσα στον Ιούλιο.

Σε ό,τι αφορά αυτή καθ’ αυτή τη φόρμουλα της συμφωνίας, οι ίδιες πληροφορίες φέρουν τον στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα να διατηρείται στο 3,5% και το 2022, δηλαδή συνολικά για μία πενταετία, και στη συνέχεια δείχνουν σταδιακή αποκλιμάκωσή τους έως και το 1,5%. Παράλληλα, θα υπάρξει ποσοτικοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους και συγκεκριμένος οδικός χάρτης με επιμηκύνσεις των δανείων και σταθεροποίηση του επιτοκιακού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση του χρέους κατά 20%.

Το σχέδιο εξόδου στις αγορές

Εάν αυτό το σενάριο επαληθευθεί το επόμενο κομβικό σημείο είναι το πρώτο τεστ εξόδου στις αγορές – ένα τεστ, για το οποίο φαίνονται να υπάρχουν ακτικρουόμενες εισηγήσεις τόσο εντός της κυβέρνησης όσο και στην ευρωπαϊκή διαπραγματευτική ομάδα.

Το Reuters επιβεβαίωσε τις πληροφορίες των τελευταίων ημερών για σχέδιο εξόδου στις αγορές τον Ιούλιο επικαλούμενο πηγές με γνώση των διεργασιών και αναφέροντας ότι η εκδοχή που προκρίνεται είναι εκείνη της συνέχειας της πενταετούς έκδοσης του 2014 μέσω swap _ δηλαδή, μέσω της ανταλλαγής της με ένα νέο πενταετές ομόλογο.

Έλληνες αξιωματούχοι που επικαλείται το πρακτορείο σημειώνουν ότι το τελικό βήμα  θα εξαρτηθεί από το εαν οι δανειστές θα συγκεκριμενοποιήσουν τους όρους ελάφρυνσης του χρέους και επιβεβαιώνουν ότι σχεδιάζεται και δεύτερη έκδοση ομολόγου έως το τέλος του έτους.

Ωστόσο, παρ’ ότι οι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για ένα τέτοιο εγχείρημα, πηγές κοντά στη διαπραγμάτευση που επικαλείται επίσης το Reuters διαμηνύουν ότι ίσως «είναι ακόμη πολύ νωρίς».

Κατά τις ίδιες πηγές θα πρέπει να αποφευχθεί μια εσπευσμένη έξοδος στις αγορές που θα μπορούσε να «καεί» όπως εκείνη του 2014 και δείχνουν ως πλέον ενδεδειγμένο χρόνο το διάστημα μετά το φθινόπωρο. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, όλα θα κριθούν από τις εξελίξεις περί το χρέος και οι τελικές αποφάσεις θα είναι αμιγώς πολιτικές.