O Aλέξης Τσίπρας κάνει ρελάνς στις μνημονιακές αυταπάτες επιχειρώντας την φυγή προς τα εμπρός και την ανάπτυξη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αμύνεται δια της επίθεσης και του «καθολικού όχι» σε μέτρα και αντίμετρα, και δύο διαφορετικοί πολιτικοί κόσμοι συγκρούονται, και ανασυντάσσονται, την επόμενη μέρα της συμφωνίας με τους δανειστές.

Το κλείσιμο της αξιολόγησης φέρνει κυβέρνηση και αντιπολίτευση ενώπιον της, ντε φάκτο, αναγκαιότητας του πολιτικού επαναπροσδιορισμού: Η κυβέρνηση είναι «καταδικασμένη» να περάσει από την αέναη διαπραγμάτευση στην παραγωγή πολιτικής και – κυρίως – την παραγωγή οράματος και ανάπτυξης, η δε αξιωματική αντιπολίτευση καλείται να παράξει νέο αφήγημα πέραν του, κορεσμένου πλέον, αιτήματος για εκλογές και της διαρκούς ταλάντευσης μεταξύ της ακραίας συγκρουσιακής γραμμής και της μετριοπαθούς κεντροδεξιάς.

Η στρατηγική Τσίπρα

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να έχει, εάν όχι τις λύσεις, την πλήρη αντίληψη της συγκυρίας και του πολιτικού της διακυβεύματος: Εχοντας διασφαλίσει – έστω και με υψηλό τίμημα – τον καθαρό «πολιτικό διάδρομο» των επόμενων δύο ετών, φέρνει στην πρώτη γραμμή το στοίχημα της εξόδου από τη μνημονιακή εθνική κατάθλιψη, θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την στροφή στην ανάπτυξη και την «παραγωγική ανασυγκρότηση» και εναποθέτει όλες τις πολιτικές του προσδοκίες στην κεφαλαιοποίηση μιας, εξαιρετικά σκληρής για τα δεδομένα της αριστεράς  αλλά εμπροσθοβαρούς, συμφωνίας με τους δανειστές.

Το μήνυμα αυτής της στροφής αναμένεται να εκπέμψει με ηχηρό τρόπο ο πρωθυπουργός στη σημερινή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα τις αναπτυξιακές προτεραιότητες που τέθηκαν στην, ανάλογης σημειολογίας, συνεδρίαση της Μεγάλης Πέμπτης.

Το ίδιο μήνυμα επιχείρησε να στείλει και στην χθεσινή του συνάντηση με τους 13 περιφερειάρχες – μια συνάντηση, που εντάσσεται στη διπλή στρατηγική της παραγωγικής ανασυγκρότησης και οικονομικής ανάταξης με στήριξη τόσο των μικρών, εγχώριων αναπτυξιακών πυρήνων όσο και των μεγάλων επενδυτικών projects διεθνούς εμβέλειας.

Στη χθεσινή συνάντηση ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε και τους βασικούς στόχους αυτής της στρατηγικής, οι οποίοι είναι «η δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων εργασίας, η επένδυση στα συγκριτικά πλεονεκτήματα και την αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων, και η δίκαιη διανομή του οφέλους στο σύνολο της κοινωνίας, ιδιαίτερα σε όσους επλήγησαν περισσότερο κατά τα χρόνια της κρίσης.»
Πρόκειται για τους στόχους, που η υλοποίησή τους θα κρίνει, στο τέλος του Μνημονίου και το καλοκαίρι του 2018, και την ορθότητα ή μη του ρίσκου που ανέλαβε η κυβέρνηση με το, βαρύ και εμπροσθοβαρές, μνημονιακό πρόγραμμα.

Η αντεπίθεση(;) του Μητσοτάκη

Εως τότε, θα έχει κριθεί και η εναλλακτική οδός που προτείνει η Νέα Δημοκρατία. Πρόκειται για μία οδό που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, περιορίζεται στην καταγγελία και ανάδειξη των λαθών και αδυναμιών της κυβέρνησης, πάσχει ωστόσο στην ουσιαστική διαφοροποίηση και αντιπρόταση έναντι της κυβερνητικής πολιτικής.

Αντιλαμβανόμενος προφανώς το κενό αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε χθες να προσδώσει θετικό περιεχόμενο στην άρνηση της ΝΔ να ψηφίσει ακόμη και τα κοινωνικά αντίμετρα που περιλαμβάνει η συμφωνίας κυβέρνησης και δανειστών.

Και με την συνέντευξή του στον Alpha κατάθεσε τη δική του πρόταση για τα «αντισταθμιστικά οφέλη» που μπορεί να έχει η συμφωνία κυβέρνησης και δανειστών, καλώντας τον πρωθυπουργός να επιστρέψει το 0,5% του ΑΕΠ από την υπέρβαση του πλεονάσματος και των στόχων, στην κοινωνία εν είδει «αποζημίωσης» για την υπερφορολόγησή της.
Προχωρώντας, δε, ένα βήμα παραπάνω πρότεινε και συγκεκριμένα «αντίμετρα» που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από το εν λόγω «υπερ-πλεόνασμα», τα οποία συνοψίζονται στα εξής:

  • Όλα τα παιδιά σε παιδικούς σταθμούς.
  • Μείωση του ΦΠΑ στα αγροτικά προϊόντα
  • Κατάργηση του φόρου στο κρασί
  • Μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 20%

Οι επόμενες ημέρες και πρωτοβουλίες του αρχηγού της ΝΔ θα δείξουν εάν αυτή η θέση αποτελεί την αφετηρία μιας συνολικής, και δομημένης, πολιτικής αντιπρότασης, ή εάν πρόκειται απλώς για το πολιτικό άλλοθι που χρειάζονται οι βουλευτές του κόμματος για να μην υπερψηφίσουν τα θετικά αντίμετρα της συμφωνίας.

Και ο επόμενος χρόνος – με καταλυτική παράμετρο το εάν θα υπάρξει και ποια θα είναι η συμφωνία για την ελάφρυνση του χρέους – θα δείξει ποια από τις δύο στρατηγικές, του Τσίπρα ή του Μητσοτάκη, αντέχει να επιβραβεύσει μια, εξουθενωμένη από την μνημονιακή επταετία, κοινωνία…