Οι «βόμβες» δεν έσκασαν, αλλά ο πόλεμος εκηρύχθη. Είναι ο πόλεμος του νέου δικομματισμού, με το βλέμμα στραμμένο στις μελλοντικές – και κάθε άλλο παρά άμεσες κάλπες -, με την ένταση της σύγκρουσης Τσίπρα-Μητσοτάκη να παραπέμπει σε εποχές όψιμης μεταπολίτευσης και με πρώτο στόχο αμφοτέρων την περιφρούρηση των φίλιων δυνάμεων.

Η συζήτηση για τη διαφθορά στη Βουλή κράτησε ως τα ξημερώματα και θύμισε ημέρες Κωνσταντοπούλου, έβγαλε ατάκες, δανείστηκε σκίτσα και έπαιξε με «ιστορικά» πρωτοσέλιδα - δεν εξέπληξε όμως, όπως άλλωστε αναμενόταν, με τις αποκαλύψεις της. Εξέπληξε, ίσως, με την ένταση των – περιφερειακών – εκρήξεών της και τις βαθιές εκπτώσεις στην πολιτική ποιότητα του προσωπικού της. Το σόου Καμμένου και το «αληταρά, θα ζητάς συγγνώμη στα τέσσερα» του Βενιζέλου μάλλον δεν εντάσσονται στις ευτυχέστερες στιγμές του ελληνικού κοινοβουλίου.
Το αυτό ισχύει και για το «ευτυχώς που δεν βλέπει ο άνθρωπος» που αναφώνησε για τον Παναγιώτη Κουρουμπλή ο… λαϊκός και «αντισυστημικός» πρόεδρος της Ενωσης Κεντρώων Βασίλης Λεβέντης.

Ως προς την πολιτική της ουσία, η μάχη κινήθηκε εντός των προβλεπόμενων πλαισίων και έδωσε τη δυνατότητα στους δύο πρωταγωνιστές να δηλώνουν αμφότεροι ικανοποιημένοι – ο καθένας, για διαφορετικούς λόγους.

Ο Τσίπρας και το ηθικό πλεονέκτημα

Ο Αλέξης Τσίπρας χτύπησε τον αντίπαλο στα αδύναμα σημεία του, ανέδειξε – επιτυχώς – όλο το φάσμα των «ανάρμοστων» σχέσεων του παλαιού πολιτικού συστήματος με τη διαφθορά και την διαπλοκή και ακύρωσε το πολιτικό προφίλ του «νέου και άφθαρτου» προέδρου της ΝΔ χρεώνοντάς του την αμαρτωλή κληρονομιά του Σαμαρά και των… δέκα Παπασταύρου.

Υπερασπίστηκε άνετα το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς, εισέπραξε το θυελλώδες χειροκρότημα της συμπολίτευσης όταν προανήγγειλε «εξεταστική επιτροπή για τα θαλασσοδάνεια των κομμάτων και των μέσων ενημέρωσης», και εξέθεσε τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ απαριθμώντας τις 13, θεσμικά και ηθικά ελεγχόμενες, παρεμβάσεις τους που υπονόμευσαν την ισονομία και την λειτουργία της Δικαιοσύνης. Ηταν ψύχραιμος και είχε σαφή στόχευση, δεν έκανε όμως το μεγάλο πολιτικό άλμα και δεν έδωσε το νέο όραμα. Ζήτησε απλώς πολιτική ανάσα – και την πήρε – εν όψει των επόμενων, μεγάλων αναμετρήσεων στις συμπληγάδες της οικονομικής και προσφυγικής κρίσης.

Ο Μητσοτάκης και οι εκλογές

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζήτησε εκλογές όχι γιατί τις θέλει αλλά γιατί του της ζητούσε το κόμμα του. ‘Αλλαξε γραμμή και στρατηγική για να πάρει το χρίσμα του «σκληρού αρχηγού», κατήγγειλε τον Τσίπρα ότι ανοίγει προσχηματικά την ατζέντα της διαφθοράς για να αλλάξει την ατζέντα του διαλόγου και ύψωσε τα «κόκκινα» πρωτοσέλιδα του Βήματος και των Νέων για να αποκρούσει και να αντιστρέψει τις κατηγορίες περί εκλεκτικών συγγενειών με η διαπλοκή.

Απέτυχε όμως να απαντήσει πειστικά έστω και σε μία από τις σοβαρές καταγγελίες για τις γαλάζιες αποχρώσεις της διαφθοράς – από τις λίστες των φοροφυγάδων έως τις υποθέσεις Βγενόπουλου και Παπασταύρου. Ατύχησε, παταγωδώς, στην διπλή ρελάνς που επιχείρησε στην υπόθεση των εκβιαστών – τη μία επικαλούμενος σύμβαση της… γαλάζιας διοίκησης της ΝΕΡΙΤ με τον κατηγορούμενο ως εκβιαστή Μαυρίκο και τη δεύτερη εφευρίσκοντας ανύπαρκτο συνεργάτη του Τσίπρα μεταξύ των μελών του κυκλώματος -, επιχείρησε να συμψηφίσει τις λίστες Μπόργιανς και Λαγκάρντ με τη…  «λίστα Καρανίκα» και ουδέποτε απάντησε στο ερώτημα «γιατί καλύπτει το δίδυμο Σαμαρά – Παπασταύρου». Στόχευσε καθαρά στο εσωκομματικό ακροατήριο, διεκδίκησε την αναγνώρισή του ως «ηγέτη της δεξιάς» και πήρε την δική του πολιτική ανάσα: «Απόψε ο Μητοστάκης έγινε πραγματικός αρχηγός», φέρεται να τον επιβράβευσε ο Κώστας Καραμανλής από τα ορεινά των κοινοβουλευτικών εδράνων.

Με αυτές τις υποθήκες το ραντεβού της νέας πόλωσης απλώς ανανεώνεται. Με αμφότερα τα στρατόπεδα να γνωρίζουν ότι οι μεγαλύτερες μάχες έπονται. Όχι μόνον στο στενό θεσμικό μέτωπο της Δικαιοσύνης αλλά – κυρίως – στο ανοιχτό γήπεδο της μεταμνημονιακής, κοινωνικής δικαιοσύνης…

Διαβάστε αναλυτικά όλα όσα έγιναν: