Πίσω από τους πηχυαίους τίτλους για «νέα μέτρα το 2018» κρύβεται μια προφανής αλήθεια - ότι η τρίτη αξιολόγηση δεν θα είναι περίπατος. Και μέσα στις σχετικές δηλώσεις αξιωματούχου του υπουργείου Οικονομικών αποτυπώνονται οι δύο μεγάλες πηγές ανησυχίας της ελληνικής κυβέρνησης: Οι πιθανές νέες απαιτήσεις του ΔΝΤ και το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών.

Οι δύο αυτοί παράγοντες, μέσα από τα περιθώρια ευελιξίας που θα αφήσουν ή δεν θα αφήσουν, θα καθορίσουν εν τέλει και το εάν θα υπάρξει ελληνικό succes story έως τον επόμενο Αύγουστο.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Έλληνας αξιωματούχος έστειλε χθες τα πρώτα μηνύματα, εν όψει και του Eurogroup της Παρασκευής στο Ταλίν της Εσθονίας. Κατέστησε σαφές ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού των φόρων και των εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών φέρνει υστέρηση και «μαύρες τρύπες» στα έσοδα, δήλωσε ότι το 2017 ο στόχος του πλεονάσματος θα πιαστεί αλλά δεν εμφανίστηκε εξίσου βέβαιος για το θηριώδες 3,5% του 2018, και διαμήνυσε ότι πρέπει να βρεθούν «έξυπνοι τρόποι» σε συμφωνία με τους δανειστές για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.

Η «γραμμή Μακρόν»

Στην πράξη, επιχείρησε να ανοίξει τα θερμά κεφάλαια των επόμενων μηνών πριν τα θέσουν, με τους δικούς τους όρους, οι πιστωτές. Και για τον ίδιο λόγο περιέγραψε τον οδικό χάρτη της ελληνικής κυβέρνησης, που κινείται στην «γραμμή Μακρόν»: Ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης έως τον Δεκέμβριο, έναρξη της συζήτησης για το χρέος και τον ρόλο του ΔΝΤ τον Ιανουάριο και έξοδο από το Μνημόνιο τον Αύγουστο είτε με μια «ήπια» γραμμή στήριξης, είτε με ένα χρηματοδοτικό μαξιλάρι ασφαλείας, ή και με έναν συνδυασμό των δύο.

Σε ό,τι αφορά την τήρηση και την επιτυχία αυτού του οδικού χάρτη - στον οποίον συναινούν ήδη Βρυξέλλες και Παρίσι - η Αθήνα φοβάται δύο επιπλοκές. Η πρώτη είναι τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις του ΔΝΤ, οι οποίες θα μπορούσαν και να οδηγήσουν στα λεγόμενα «νέα μέτρα» το 2018. Οι κύριες ανησυχίες, δε, συνοψίζονται στο ότι το ΔΝΤ μπορεί να ζητήσει να έρθουν τα μέτρα μείωσης του αφορολόγητου νωρίτερα, το 2019, μαζί με τις μειώσεις στις συντάξεις, καθώς και να επιμείνει στην νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Το «καθαρό πεδίο»

Με αυτήν  την απειλή ανοιχτή, η κυβέρνηση θεωρεί επιτακτικό το κλείσιμο της αξιολόγησης έως το τέλος του χρόνου, έτσι ώστε να υπάρχει «καθαρό πεδίο» τον Ιανουάριο. Τότε, κατά τον σχεδιασμό Αθήνας και Παρισιού,  πρέπει να αρχίσει η συζήτηση για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους και, παράλληλα, να αποσαφηνιστεί οριστικά εάν το Ταμείο θα μετάσχει ή όχι χρηματοδοτικά στο πρόγραμμα. «Όταν γίνουν αυτές οι συζητήσεις δεν θέλουμε η Ελλάδα να είναι μέρος του προβλήματος», δήλωσε εύγλωττα χθες ο αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών.

Η αποσαφήνιση αυτών των δύο ζητημάτων είναι και το «κλειδί» για το εάν, και υπό ποιους όρους, θα καταστεί όντως εφικτή η έξοδος από το Μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018. Στις συζητήσεις που θα ανοίξουν τον Ιανουάριο, άλλωστε, η πορεία προς την «έξοδο» θα έχει κεντρική θέση. Χθες ο αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών είπε ότι ανάμεσα στην πιστοληπτική γραμμή στήριξης  και την λεγόμενη «καθαρή έξοδο» υπάρχει ένα μεγάλο φάσμα δυνατοτήτων.

Αυτές ακριβώς οι δυνατότητες διερευνώνται ήδη και θα πρέπει να οριστικοποιηθούν μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2018. Ήδη, στις συζητήσεις που γίνονται μεταξύ Αθήνας, Βρυξελλών, Παρισιού και ESM αναζητείται ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για να αποκτήσει η Ελλάδα ένα χρηματοδοτικό μαξιλάρι ύψους 10 έως 12 δις ευρώ εν όψει της επιστροφής της στις αγορές από τον επόμενο Αύγουστο. Το καλό σενάριο θέλει το «μαξιλάρι» αυτό να προέρχεται κυρίως από τα αδιάθετα και μη αναγκαία κεφάλαια του τρίτου προγράμματος - κεφάλαια, τα οποία ο ίδιος ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ προσδιόρισε στα 46 δις ευρώ.

Οι γερμανικές εκλογές

Η αξιοποίηση όμως μέρους των κεφαλαίων αυτών ως «μαξιλάρι» και οι ενδεχόμενοι όροι που θα την συνοδεύουν θα αποτελέσει ένα από τα σημεία της δύσκολης διαπραγμάτευσης με τους δανειστές τους επόμενους μήνες.

Κι εδώ υπεισέρχεται ο δεύτερος φόβος της ελληνικής κυβέρνησης - το ποιο θα είναι το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών και η σύνθεση του νέου κυβερνητικού συνασπισμού της Γερμανίας. Μια κυβέρνηση Μέρκελ - Σοσιαλδημοκρατών, σε συνδυασμό με την υποστηρικτική στάση Μακρόν, εκτιμάται ότι θα διευκόλυνε έναν «win-win συμβιβασμό» για την έξοδο από το Μνημόνιο, ο οποίος θα απάλλασσε οριστικά την Ευρώπη από το ελληνικό δράμα. Μια κυβέρνηση Μέρκελ και σκληρών Φιλελευθέρων, όμως, θα μπορούσε να υποδαυλίσει εκ νέου την κρίση. Με κομβική παράμετρο, πάντοτε, το εάν και στη βάση ποιας συμφωνίας με την καγκελαρία, θα παραμείνει ή όχι στην θέση του υπουργού Οικονομικών ο δρ Σόιμπλε...