Στο πλαίσιο της δυναμικής σχέσης φιλελευθερισμού και φασισμού (Marcuse, 1934), είναι εύκολα αντιληπτό ότι ακραίες ιδεολογίες αναπτύσσονται στα κενά που αφήνουν το κοινωνικό κράτος και οι δημοκρατικοί θεσμοί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αυτονόητα τα κοινωνικά φαινόμενα ανόδου ακραίων πολιτικών τάσεων σε εποχές οικονομικής κρίσης και εξαθλίωσης. Γράφουν(*) οι Στ. Στυλιανίδης και Χρ. Μαμαλούδη.

Στην ουσία, ως κοινωνία, ενώ αγανακτήσαμε, κινητοποιηθήκαμε  και συζητήσαμε πολύ και με πάθος, δεν καταφέραμε να αναστοχαστούμε, ατομικά και συλλογικά, πάνω στις αιτίες που μας οδήγησαν σε αυτήν την αξιακή, κοινωνική και οικονομική καταστροφή, πόσω μάλλον στην ανάληψη και εύστοχη απονομή ευθυνών. Η συστηματική σχέση της διαφθοράς, της ανομίας και της ατιμωρησίας συνεχίζεται αδιάλειπτα, μέσα από εδραιωμένους μηχανισμούς ανατροφοδότησης του κοινωνικού γίγνεσθαι, της συλλογικής ενοχοποίησης, του φόβου, της ντροπής και της παθητικοποίησης της σκέψης και δράσης των πολιτών.

Βασικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού πλαισίου όπου πρωτοσυστάθηκε ο ναζισμός όπως τα συνοψίζει ο Bohleber (1995) ήταν η κοινωνικοοικονομική κρίση, το μεταναστευτικό ζήτημα, οι υποχωρήσεις σε ξενοφοβικά αισθήματα και η αδυναμία ορισμού σαφούς νομοθετικού πλαισίου σχετικά με τη μετανάστευση. Η τρέχουσα κοινωνική και οικονομική κρίση στη χώρα ανέδειξε πιο έντονα το περίγραμμα των σύγχρονων ελλειμμάτων.

Πρώτο κενό στο οποίο αναφέρεται η επιχειρηματολογία της ακροδεξιάς αποτελεί η καχεκτική δημοκρατία, η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και η απαξίωση των μέσων ενημέρωσης. Πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν τη μείωση της εμπιστοσύνης προς τα κυβερνώντα κόμματα  που προκάλεσαν την τελευταία 7 ετία, την μεγαλύτερη ύφεση (>25%) που παρατηρήθηκε σε χώρα του Δυτικού κόσμου σε καιρό ειρήνης και την αύξηση της εμπιστοσύνης προς συντηρητικούς θεσμούς όπως ο στρατός, η εκκλησία και η αστυνομία (Gregoriadou & Rori, 2013). Η καθεστωτική δυσπιστία και η συλλήβδην απόρριψη του πολιτικού συστήματος συνδέεται με το δεύτερο κενό, που αποτελεί η απουσία πραγματικού εναλλακτικού μοντέλου και διαφορετικού αξιόπιστου οράματος πέραν αυτού του έκδηλου ή συγκεκαλυμμένου νέο-φιλελευθερισμού, με βασικό πρόταγμα αυτό του ατομικού πλουτισμού και της ναρκισσευόμενης καταναλωτικής ψευδο-ευδαιμονίας.

Τόσο τα δεξιά, όσο και τα κεντροαριστερά κυβερνητικά κόμματα αποδυνάμωσαν κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης, υποτιμώντας ευθέως το κεφάλαιο των κοινωνικών δεσμών και της κοινωνικής συνοχής.  Αντί της έννοιας του κράτους δικαίου και των κοινωνικών πολιτικών, κυριάρχησε ο ατομικισμός και η ασυδοσία του πελατειακού κράτους. Έτσι, εδραιώθηκε στην κοινωνία ένα βαθύ αίσθημα ανασφάλειας για το μέλλον και αδυναμίας συμμετοχής στο σχεδιασμό του. Σε αυτό το αίσθημα ευαλωτότητας και αδυναμίας βασίστηκε η παρέμβαση των ρωμαλέων σωματικά στελεχών της Χρυσής Αυγής, οιονεί αυτόκλητων σωτήρων, υποσχόμενων «εθνο-κάθαρση», καταπολέμηση της διαφθοράς, ασφάλεια και απλουστευτικές απαντήσεις σε πραγματικά πολύπλοκα προβλήματα.

Τρίτο κενό και καθοριστικό, η ανοχή και σε αρκετές περιπτώσεις υποστήριξη από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της εθνικιστικής και ρατσιστικής ιδεολογίας και των αντίστοιχων φορέων τους, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί μία από τις κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες υποδοχής μεταναστών, και η παρείσφρηση θεωριών συνομωσίας στο δημόσιο λόγο. Το μέγεθος δημοσιότητας της ακροδεξιάς τα τελευταία χρόνια δεν είναι ανάλογο με το μέγεθος της δράσης της. Στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1920 εμφανίζονται φασιστικές οργανώσεις με ορόσημο τη δικτατορία του Μεταξά το 1936, τα Τάγματα ασφαλείας και την ακροδεξιά οργάνωση Χ την περίοδο της Κατοχής,  την ακροδεξιά οργάνωση 4η Αυγούστου του Πλεύρη από την οποία ξεκίνησε ο Ν. Μιχαλολιάκος, τη Χούντα των Συνταγματαρχών (1967-1974), τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό ζήτημα τη δεκαετία του 1990 κα (Ψαρράς, 2012). Όπως επισημαίνει ο Κ. Παπαιωάννου «η χρονική στιγμή της ανόδου της Χρυσής Αυγής θα πρέπει να ιδωθεί ως κρίκος μιας εξέλιξης που συντείνει στον εκφασισμό κοινωνίας και κρατικών μηχανισμών.» (Παπαϊωάννου, 2013: 25). Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η δημοσιοποίηση των προσωπικών στοιχείων οροθετικών ιερόδουλων, η εφαρμογή του έκτακτου μέτρου «Ξένιου Διός» και η «Επιχείρηση Θέτις», τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για μετανάστες. Και όλα αυτά από κυβερνήσεις της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς.

Στο ίδιο πλαίσιο, εντάσσεται και η προπαγανδιστική εκμετάλλευση της έννοιας που ανέπτυξε ο Lefebvre, το δικαίωμα στην πόλη, (right to the city) (Lefebvre, 1996:36). Ενώ ο αρχικός όρος αναφέρεται στην δυνατότητα των πολιτών να έχουν ισότιμη πρόσβαση στις αστικές υπηρεσίες, τα μέλη της Χρυσής Αυγής, καταχρώμενα τον όρο αυτό, τον οικειοποιούνται και τον παρερμηνεύουν, ως δικαιώματα που έχουν οι ντόπιοι ενάντια στους ξένους (Dalakoglou, 2011). Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Α.Σαμαράς μιλούσε για «ανακατάληψη των πόλεων» υποδαυλίζοντας το ρατσιστικό μίσος (Unfollow, 2015).

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, μελετητές έχουν προσεγγίσει την εκλογική άνοδο της ΧΑ ως ψήφο απελπισίας και διαμαρτυρίας των πολιτών ή ως εκδήλωση των εθνικιστικών και ρατσιστικών στοιχείων που ενυπήρχαν στην ελληνική κοινωνία και βρήκαν προσφιλές έδαφος στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης κρίσης (Ψαρράς, 2012; Koronaiou & Sakellariou, 2013; Παπαϊωάννου, 2013; Φραγκουδάκη, 2013; Χασαπόπουλος, 2013).

Όσον αφορά τη σύνδεση του φασισμού με τα νεοναζιστικά μορφώματα που παρουσιάζονται στην Ελλάδα, αυτή βασίζεται σε ιστορικά και ιδεολογικά στοιχεία. Πιο αναλυτικά, σχετικά με τα ιστορικά στοιχεία, η Χρυσή Αυγή αποτελεί συνέχεια της ακροδεξιάς παράδοσης που υπάρχει στην Ελλάδα τόσο από την προπολεμική όσο και από μεταπολεμική περίοδο. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στη σύνδεση του Νίκου Μιχαλολιάκου (αρχηγού της Χ.Α) με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο (αρχηγό της δικτατορίας 1967-1974). Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι ο Παπαδόπουλος υπηρέτησε στα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία αποτελούσαν συνεργάτες των Γερμανών-Ναζί την περίοδο της κατοχής. Η σύνδεση του Ν. Μιχαλολιάκου με τον Παπαδόπουλο βασίζεται στο γεγονός ότι ο τελευταίος τον όρισε ως αρχηγό του νεανικού τμήματος της ΕΠΕΝ. Το 1983-84 ο Ν. Μιχαλολιάκος αποχώρησε από την ΕΠΕΝ και στη θέση της ίδρυσε τη Χρυσή Αυγή.

Η Χ.Α. πέρα από την ιστορική της σύνδεση με το φασισμό και το νεοναζισμό, πληροί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ναζισμού τα οποία είναι ο ακραίος ρατσισμός και η αναγόρευση σε υπέρτατη αξία της φυλής-έθνους, οργανώντας αντίστοιχα τη δράση τους με τα Τάγματα Εφόδου ως μέθοδος «κατάκτησης του πεζοδρομίου» (Ψαρράς, 2012). Επιπλέον, σχετικά με την ιδεολογική τοποθέτηση της Χρυσής Αυγής, το συγκεκριμένο κόμμα μπορεί να υιοθετεί χαρακτηριστικά και πολιτικές του φασισμού και της ακροδεξιάς, όπως η προσήλωση στον εθνικισμό και η λαϊκίστική προπαγάνδα αλλά ο λόγος , τα ιδεολογικά κείμενα, τα σύμβολα και οι πράξεις έχουν ως κύριους άξονες τη φυλετική καθαρότητα, την εξιδανίκευση του Έθνους, τον αντισημιτισμό, τη σιωνιστική θεωρία, την εξύμνηση του Χίτλερ και την υιοθέτηση πρακτικών του Τρίτου Ράιχ (Παπαϊωάννου, 2013). Δηλαδή, άξονες που αποτέλεσαν τον πυρήνα της ναζιστικής ιδεολογίας του Χίτλερ και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται στις μέρες μας από κόμματα που ταυτίζονται με την ιδεολογία αυτή, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Διαβάστε επίσης: Μια ψυχιατρική προσέγγιση του νεοναζισμού στην Ελλάδα

Διαβάστε αύριο το τρίτο μέρος: Θεωρίες συνομωσίας και μύθος

* Προδημοσίευση από το βιβλίο  «Ενδυνάμωση και Συνηγορία: Για μια δημοκρατία της ψυχικής υγείας», που θα εκδοθεί προσεχώς από τις εκδόσεις Τόπος.