Πίσω από την («ανησυχητική» κατά Τσίπρα) αισιοδοξία της Ανγκελα Μέρκελ και την (εντός του Hilton) ακαμψία του ΔΝΤ αρχίζει να σχηματοποιείται η δίοδος της λύσης στην αξιολόγηση – μια δίοδος όμως, που έχει ορίζοντα Μαίου, εμπεριέχει υψηλό πολιτικό και κοινωνικό τίμημα και τελεί υπό την διαρκή αίρεση των εκλογικών κλυδωνισμών στην Ευρώπη.

Μετά το δεκαήμερο της παραμονής των θεσμών στην Αθήνα, και με σύντομο αλλά δεδομένο πολιτικό «διάλειμμα» εν όψει λόγω των εκλογών της Τετάρτης στην Ολλανδία, έχουν ξεκαθαρίσει πλήρως τα μεγάλα αγκάθια και τα «κλειδιά» της συμφωνίας.

Η «ανησυχητική» αισιοδοξία της Μέρκελ

Στον πυρήνα των υπό συζήτηση μέτρων, και παρά τις διαπραγματευτικές – και ενίοτε και επικοινωνιακές – εντάσεις, οι παρεμβάσεις σε φορολογικό και ασφαλιστικό θεωρούνται ήδη δεδομένες: Σύμφωνα με κοινοτικές πηγές, η μείωση του αφορολόγητου ορίου έχει ουσιαστικά «κλειδώσει» στα 5.900 ευρώ, ενώ και στο ασφαλιστικό το ζητούμενο δεν είναι εάν θα υπάρξουν περικοπές στις συντάξεις αλλά το εάν αυτές θα γίνουν εφ΄άπαξ το 2019 – όπως ζητά το ΔΝΤ – ή σταδιακά μετά το 2020 όπως επιδιώκει η ελληνική πλευρά.

Εξ ου, προφανώς, και η διαπίστωση της Ανγκελα Μέρκελ προς τον πρωθυπουργό, όπως τουλάχιστον την μετέφεραν κυβερνητικές πηγές, ότι «τα μεγάλα ζητήματα έχουν κλείσει».

Αντιθέτως, το μεγάλο αγκάθι φαίνεται να εντοπίζεται στα εργασιακά όπου το ΔΝΤ τηρεί την πλέον σκληρή στάση μη αναγνρίζοντας καν το ευρωπαϊκό κεκτημένο των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Εδώ, κατά τις ίδιες πηγές από τις Βρυξέλλες, η απεμπλοκή θα μπορούσε να επέλθει δια της «μετάθεσης», δηλαδή της παραπομπής εκ νέου του κεφαλαίου των εργασιακών αλλαγών σε μεταγενέστερο, και μετεκλογικό, για την Ευρώπη χρόνο.

Ο συμβιβασμός ΔΝΤ και Βερολίνου

Το εάν αυτό θα καταστεί εφικτό όμως, εξαρτάται από το τελικό και, κατά βάση πολιτικό, πακέτο της συμφωνίας Βερολίνου και ΔΝΤ – ένα «πακέτο» που δεν πρέπει να αναμένεται πριν από τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαίου.

Κοινοτικοί παράγοντες, με ευρεία γνώση της πορείας των διαπραγματεύσεων, δείχνουν ως καθοριστικό χρονικό σταθμό το τελευταίο δεκαήμερο του Απρίλιο – ένα δεκαήμερο, κατά το οποίο θα ανακοινωθούν τα τελικά στοιχεία της Eurostat για το πλεόνασμα του 2016 και θα πραγματοποιηθεί η εαρινή σύνοδος του ΔΝΤ.

Με την βεβαιότητα ότι η Eurostat θα επικυρώσει τις εκτιμήσεις για υπερπλεόνασμα –πιθανότατα στο 2,5% ,με 3% έναντι στόχου για 0,5% - οι ίδιοι παράγοντες θεωρούν ότι το Ταμείο θα μπορέσει να «βελτιώσει» τις δικές του απαισιόδοξες προβλέψεις και να ανοίξει τον δρόμο της σύγκλισης με τους ευρωπαίους για τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.

Η εν λόγω συμμετοχή, παρ΄ότι δεν κάνει ιδιαίτερα ευτυχή την Αθήνα, τίθεται πλέον ως απαράβατος όρος από τη Γερμανία και την Ολλανδία, όπως και δημοσίως επιβεβαίωσε χθες ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγσάκης.

Τα πλεονάσματα και οι εγγυήσεις στο ΔΝΤ

Ως εκ τούτου, το θετικό σενάριο που θεωρείται επικρατέστερο στις Βρυξέλλες είναι ένας συμβιβασμός με εκατέρωθεν «εκπτώσεις» από Βερολίνο και Ουάσιγκτον: Η μεν γερμανική πλευρά εκτιμάται ότι θα συμφωνήσει σε πλεονάσματα κατά τι χαμηλότερα του 3,5% σε ορίζοντα τετραετίας ή πενταετίας – από το 2019 έως το 2022 ή 2023. Επ’ αυτού, δε, επισημαίνεται με έμφαση και η τελευταία δημόσια παρέμβαση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με την οποία δεν απέκλεισε πλεονάσματα ακόμη και της τάξης του 2,7%.

Από την πλευρά του, το ΔΝΤ θεωρείται πιθανό ότι θα μπορούσε να συμβιβαστεί στο θέμα του χρέους με μια «ήπια παραμετροποίηση» των μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα ισχύσουν μετά το 2018, εάν αυτά περιλαμβάνουν ένα «κλειδί» ισχυρών εγγυήσεων. Το εν λόγω «κλειδί», κατά τις ίδιες πηγές, θα μπορούσε να είναι μια δέσμευση του Βερολίνου ότι τα κέρδη των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα θα διατεθούν για την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους προς το Ταμείο.

Πρόκειται για σενάριο που έχει ήδη συζητηθεί σε τεχνικό επίπεδο στον ESM, ενώ πολιτικά δίνει διέξοδο σε αμφότερους: Κρατά μεν το ΔΝΤ εντός ελληνικού προγράμματος όπως αξιώνει το Βερολίνο, αλλά ταυτόχρονα δρομολογεί και τη «βελούδινη» έξοδό του από την Ευρώπη – όπως ουσιαστικά επιδιώκει το Ταμείο - μετά το 2018 και σε ομαλότερο πολιτικό, και πρωτίστως μετεκλογικό, χρόνο…