Κύκλωμα που έφερνε στην Ελλάδα γυναίκες από τη Λευκορωσία, τις κρατούσε «αιχμάλωτες» σε διαμερίσματα και τις εξέδιδε σε οίκους ανοχής στο κέντρο της Αθήνας, εξάρθρωσε η Δίωξη Οργανωμένου Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. Μετά από ευρεία αστυνομική επιχείρηση συνελήφθησαν την Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018, οκτώ μέλη της οργάνωσης, ηλικίας 25 έως 68 ετών, ενώ στην υπόθεση εμπλέκονται ακόμα οκτώ άτομα.

Το κύκλωμα, μέσω «συνδέσμου» στη Λευκορωσία, έπειθε τις γυναίκες να έρθουν στη χώρα μας με το πρόσχημα ότι θα τους βρει νόμιμη εργασία. Αντ΄ αυτού τους αποσπούσε διαβατήρια και έγγραφα, τις κρατούσε σε διαμερίσματα στο κέντρο της Αθήνας, υπό την «επιτήρηση» άλλων γυναικών - μελών της σπείρας, και τις εξέδιδε σε τέσσερις οίκους ανοχής. Μάλιστα, τις εξανάγκαζε να εργάζονται 15-16 ώρες την ημέρα και να συνευρίσκονται με περίπου 40 άνδρες ημερησίως, έναντι 20 ευρώ. Από τα εκατοντάδες ευρώ του ημερήσιου τζίρου, τα μέλη της σπείρας, έδιναν στις γυναίκες μόλις 10 ευρώ.

Σε βάρος όλων των εμπλεκομένων σχηματίστηκε δικογραφία κακουργηματικού χαρακτήρα - κατά περίπτωση - για εγκληματική οργάνωση, σωματεμπορία, διακεκριμένες περιπτώσεις φθορών, εμπρησμό, πλαστογραφία, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, παραχάραξη, παραβάσεις του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης, παραβίαση σφραγίδων, παραβάσεις της νομοθεσίας για τα εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα, πλαστογραφία πιστοποιητικών κατά συναυτουργία, παραβάσεις της νομοθεσία για τα όπλα, διευκόλυνση ακολασίας άλλων, ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις.

Όπως αναφέρεται, τον Φεβρουάριο που πέρασε, εντοπίστηκαν από την Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων δύο αλλοδαπές γυναίκες, θύματα εμπορίας ανθρώπων με σκοπό τη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, από εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στη χώρα μας και στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με την αστυνομία τα μέλη της εγκληματικής εντόπιζαν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αλλοδαπές γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν σε ευάλωτη κοινωνική και οικονομική θέση, και με το πρόσχημα της εύρεσης νόμιμης εργασίας στη χώρα μας με μεγάλες οικονομικές απολαβές, αποσπούσαν τη συναίνεσή τους και τις προωθούσαν στην Ελλάδα. Ακολούθως, μέλη της οργάνωσης παραλάμβαναν τις γυναίκες και τις εγκαθιστούσαν σε οικίες στο κέντρο της Αθήνας, όπου επιτηρούσαν πλήρως τις κινήσεις τους.

Στη συνέχεια, με τη χρήση ψυχολογικής βίας, απειλών και με το πρόσχημα υποτιθέμενου υπέρογκου χρέους που είχε δημιουργηθεί από την τακτοποίηση των ταξιδιωτικών τους εγγράφων, τις εξανάγκαζαν να εκδίδονται σε οίκους ανοχής στο κέντρο της Αθήνας, που εκμεταλλεύονταν τα μέλη της οργάνωσης, παρακρατώντας μεγάλο μέρος των εσόδων τους.

Αποσκοπώντας μάλιστα στη μεγιστοποίηση του κέρδους τους, προέβαιναν στη νομιμοποίηση της παραμονής των εκδιδόμενων γυναικών, είτε μέσω κατάρτισης πλαστών σφραγίδων εισόδου και εξόδου από έδαφος Schengen, είτε εκδίδοντας πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις για την παράταση της διαμονής τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα μέλη της οργάνωσης είχαν επιστρατεύσει και διάφορες μεθόδους εντοπισμού γυναικών που είχαν διαφύγει από τον έλεγχο τους, προσλαμβάνοντας ιδιωτικό ερευνητή επικαλούμενοι την υποτιθέμενη εξαφάνιση των γυναικών ή δημιουργώντας ψευδείς λογαριασμούς σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό να τις παραπλανήσουν.

Επιπλέον, μέλη τη οργάνωσης απείλησαν τουλάχιστον δύο άτομα που λειτουργούν κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας, τους οποίους υποπτεύονταν ότι συνέδραμαν τις προαναφερόμενες γυναίκες κατά τη διαφυγή τους, ενώ με σκοπό τον εκφοβισμό τους, άγνωστοι δράστες προκάλεσαν πυρκαγιά στην πρόσοψη του καταστήματος.

Σε έρευνες που έγιναν στις οικίες των συλληφθέντων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

το χρηματικό ποσό των 11.410 ευρώ, τρία διαβατήρια με πλαστές σφραγίδες εισόδου και εξόδου, διαβατήριο τρίτου προσώπου, πλήθος έγγραφων και ιδιόχειρων σημειώσεων αναφορικά με τη λειτουργία οίκων ανοχής, αυτοκίνητο και σιδερογροθιά.

Οι συλληφθέντες με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος τους παρέπεμψε σε κύρια Ανάκριση, ενώ θα πραγματοποιηθούν και όλες οι απαραίτητες ενέργειες, στο πλαίσιο της διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας, προκειμένου να εντοπιστούν μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που διαμένουν στο εξωτερικό.