Προφυλάκιση αποφάσισαν ανακριτής και Εισαγγελέας για τη γιαγιά του νεογέννητου, η σωρός του οποίου βρέθηκε σε κάδο σκουπιδιών στην Πετρούπολη, ενώ διαφώνησαν για την ποινική μεταχείριση της 19χρονη μητέρας του μωρού.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των απολογιών των δύο γυναικών, που κατηγορούνται για τον φόνο του νεογνού, ενώπιον του 3ου τακτικού ανακριτή, η κρίση των δικαστικών λειτουργών για τη μητέρα της 19χρονης ήταν ότι πρέπει να οδηγηθεί στη φυλακή. Για τη νεαρή ωστόσο ο ανακριτής είχε τη γνώμη ότι θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερη, ενώ ο Εισαγγελέας ζήτησε να έχει την ίδια αντιμετώπιση με τη μητέρα της και να προφυλακιστεί.

Έτσι τη διαφωνία θα κληθεί να λύσει, υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, το αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο. Μέχρι να αρθεί η διαφωνία ανακριτή και Εισαγγελέα η 19χρονη θα βρίσκεται σε περιορισμό κατ’ οίκον.

Οι δύο γυναίκες απολογήθηκαν για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία.

Η απολογία - ποταμός της 19χρονης

Η 19χρονη από την Πετρούπολη, αποδέχτηκε κατά την απολογία της πως τέλεσε την πράξη της «παιδοκτονίας» και όχι αυτή της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που της αποδίδεται δηλώνοντας ότι από εκείνη την ημέρα είναι απόλυτα συντετριμμένη και ψυχικά κλονισμένη.

«Αποδέχομαι την πράξη αυτή εναντίον του πλάσματος που κυοφόρησα και έφερα για λίγο στον κόσμο. Δεν φτάνουν χίλια υπομνήματα για να αποτυπώσω στο χαρτί τη συγκλονιστική προσωπική στιγμή που είχα με το τέκνο μου και τη ματαίωση του μητρικού ενστίκτου το οποίο αιφνιδίως μεταμορφώθηκε σε απειλή και τρόμο για εμένα και την ψυχοσύνθεση μου. Μου είπαν μετά πως συμβαίνει μια στις χίλιες φορές. Ήμουν εγώ αυτή η μία», ανέφερε ενώπιον του ανακριτή.

Η νεαρή κατηγορούμενη περιέγραψε με λεπτομέρειες τη ζωή της  και αναφέρθηκε στην απώλεια του πατέρα της από καρκίνο όταν ήταν μόλις 13 ετών που τη συγκλόνισε καθώς του είχε μεγάλη αδυναμία αλλά και την κατάρρευση της μητέρα της που ακολούθησε. Όπως ανέφερε «ενώ βρισκόμουν στην εφηβεία μεταβόλισα μέσα μου το πένθος προκειμένου να σταθώ πλάι της.

Τα τελευταία έξι χρόνια, η μητέρα μου πάσχει από σοβαρή κατάθλιψη, έχει αποστεωθεί και δεν δέχεται ιατρική βοήθεια. Έχει παρατήσει εντελώς τον εαυτό της και αδυνατεί να ανταπεξέλθει σε καθημερινές δραστηριότητες και να βγει από το σπίτι…».

Η νεαρή υποστήριξε πως λόγω του προβλήματος με το θυροειδή της πήρε πολλά κιλά. «Έφτασα να ζυγίζω 130 κιλά» ανέφερε γεγονός που έπληξε, όπως είπε, ισχυρά την αυτοεκτίμησή της. «Ιδίως δε, προ διετίας όταν και μετακομίσαμε από τη Λήμνο που ζούσαμε και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα, η ιδέα για τον εαυτό μου έπεσε ακόμα πιο χαμηλά.

Στην Αθήνα δεν γνώριζα κανέναν, ούτε κοινωνικά, ούτε στο σχολείο και πάσχιζα να γίνω αποδεκτή ενώ θεωρούσα ότι δεν με βοηθάει καθόλου η εμφάνισή μου. Στη Λήμνο, είχα σχέση με κάποιον εντελώς ακατάλληλο άνθρωπο, βίαιο και εκμεταλλευτή. Μαζί του συνέβη η πρώτη ατυχής εγκυμοσύνη. Το αντιλήφθηκα νωρίς, και προχώρησα σε άμβλωση σε δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας. Δέχθηκα ισχυρή κριτική από  την οικογένειά μου για αυτή την επιπολαιότητα».

Η κατηγορούμενη εξήγησε τους λόγους που την οδήγησαν σε περιστασιακές σχέσεις . «Αισθανόμουν ποθητή» είπε. «Έκτοτε, συνέχισα να συνάπτω εφήμερες σχέσεις με αγόρια που γνώριζα στο διαδίκτυο ή και εκτός… Το γεγονός ότι λειτουργούσαν σεξουαλικά μαζί μου, μου  κινητοποιούσε τη μηδενική μου αυτοεκτίμηση και αισθανόμουν ποθητή. Στην Αθήνα κυρίως όπου δεν είχα παρέες ήταν ένας τρόπος να αισθάνομαι ότι αξίζω κάτι και εγώ.

Δεν είχα άλλωστε περιβάλλον στενό τέτοιο ώστε να με καθοδηγεί σωστά στην εφηβεία μου ως προς το κομμάτι των σχέσεων ούτε γνωστικά , ούτε πνευματικά, ούτε πολιτιστικά. Τον Μάιο του 2017 γνώρισα μέσω Facebook ένα αγόρι. Βρεθήκαμε μια φορά και μόνο. Δεν έχει σημασία ποιος είναι και δεν διεκδικώ κάτι από αυτόν. Πολλώ δε μάλλον, δεν θέλω να μπλέξω κανέναν στη σοβαρή τωρινή μου περιπέτεια για την οποία αναλαμβάνω την ευθύνη.

Τον άνθρωπο αυτόν δεν τον ξανασυνάντησα. Η ζωή μου κύλησε έκτοτε ενώ δεν έτυχε να ξανασχετιστώ και να συνευρεθώ με κάποιον άλλον. Συνέχιζα, όμως, να παίρνω βάρος και αισθανόμουν δυσφορία πολλές φορές , αλλά το απέδιδα πάντα στην υπέρβαρη φύση μου. Αρχές Δεκεμβρίου όμως άρχισα να αισθάνομαι κάτι πρωτόγνωρο και περίεργο. Άρχισα  να αισθάνομαι στην αρχή ανεπαίσθητα και μετά όλο και πιο έντονα, κίνηση και βάρος στην κοιλιά μου. Κατάλαβα ότι ήμουν έγκυος. Πάγωσα και πανικοβλήθηκα. Πώς ήταν δυνατόν να είμαι έγκυος αφού είχα σχεδόν κανονική μέχρι πριν λίγο καιρό –αν και μικρή σε διάρκεια - έμμηνο ρύση; Υπολόγισα τον χρόνο και κατάλαβα ότι ήταν με το παιδί που είχα γνωρίσει την άνοιξη».

«Το πιο σημαντικό ήταν να μην το μάθει κανείς»

Η γνώση ότι είναι έγκυος την πανικόβαλε και την φόβισε, όπως είπε. «Τα πάντα γύρω μου κάθε μέρα ήταν μαύρα. Τι θα πει η οικογένειά μου, τι θα πουν οι συμμαθητές μου στο σχολείο. Ήμουν ούτως η άλλως απομονωμένη από τους συμμαθητές μου λόγω της εμφάνισής μου, τώρα μας χώριζε ένας ωκεανός σαν παιδιά. Τι δουλειά έχει με τους μαθητές της δευτέρας λυκείου μια έγκυος ανάμεσά τους.  Η εγκυμοσύνη αυτή ήταν σίγουρα ανεπιθύμητη από πλευράς μου, αλλά δεν είχα καιρό να το σκεφτώ αυτό. Γνώριζα πως σε τέτοιο στάδιο δεν γίνεται έκτρωση, αλλά διακοπή κύησης με κανονικό τοκετό. Οι σκέψεις αυτές με πανικόβαλαν ακόμη περισσότερο. Αποφάσισα ότι σίγουρα θα το διαχειριστώ μόνη μου και θα δω τι θα κάνω. Προείχε να μην μάθει κανένας τίποτα! Επ’ ουδενί! Φορούσα τα πιο φαρδιά ρούχα που έβρισκα, φρόντιζα να καμπουριάζω για να μην φανεί η κοιλιά μου και προσάρμοζα τον τρόπο που καθόμουν. Πρώτη φορά, με βοήθησε η σωματική μου διάπλαση. Απλά θα νόμιζαν ότι είμαι χοντρή. Μέσα στο σπίτι επίσης καμία κουβέντα. Κλεισμένη στο δωμάτιο μου, τις περισσότερες ώρες, πέρασα μόνη μου το βαρύ φορτίο. Είχα ήδη αποφασίσει οτι θα γεννήσω μόνη μου. Ήλπιζα μόνο μην βγει το παιδί στραβά όπως είχα ακούσει ότι συμβαίνει καμιά φορά και πεθάνω. Δεν είχα σκεφτεί για μετά τι θα κάνω – ήταν σαν να ανέστειλα τη σκέψη μου αλλά μάλλον ποτέ δεν συνειδητοποίησα  ότι πραγματικά κάποια στιγμή, σύντομα θα βγει από μέσα μου ένα παιδί. Το πιο σημαντικό ήταν να μην το μάθει κανείς!

Όσο πλησίαζε ο καιρός πάγωνα με τη σκέψη όχι ότι θα βγει ένα παιδί από μέσα μου, αλλά πώς θα βρω το κουράγιο να κάνω ολόκληρο τοκετό μόνη μου. Ήξερα ότι οι γυναίκες περνούν από ολόκληρη διαδικασία σε ειδικά κέντρα και μαιευτήρια με υποστήριξη νοσηλευτών και γιατρών μέσα στην αποστείρωση και  εγώ που δεν είχα ιδέα από όλα αυτά θα έπρεπε να το κάνω μόνη μου. Έψαχνα στο ίντερνετ για βίντεο που να δείχνουν πώς γίνεται. Δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα αλλά δεν είχα πρόσβαση σε άλλη πληροφορία».

Η μοιραία μέρα

Η 19χρονη αναφέρθηκε στη μοιραία ημέρα λέγοντας πως νωρίς το μεσημέρι πόνεσε αιφνιδιαστικά. «Δεν ήταν πόνος όπως τις άλλες φορές, αλλά πόνος οξύς και παραλυτικός. Πρώτη φορά σκέφτηκα να το πω σε κάποιον. Σκέφτηκα τον αδελφό μου, του τηλεφώνησα και του είπα να έρθει γρήγορα γιατί πονάει η μέση μου αβάσταχτα. Μου τηλεφώνησε πίσω μετά από  λίγο και μου είπε ότι έρχεται μαζί με γιατρό. Τότε, παρά τον πόνο μου, του είπα να μην ανησυχεί γιατί ήταν μια κύστη στην κοιλιά μου, την οποία τακτοποίησα μόνη μου επομένως δεν χρειαζόταν να έρθει.

Εγώ όμως σφάδαζα από τον πόνο και ήδη είχαν σπάσει τα νερά μου. Κατευθύνθηκα στο μπάνιο του σπιτιού μου και προσπάθησα  να μείνω ψύχραιμη, ήξερα ότι κινδυνεύω και εγώ από αυτό. Η μητέρα μου, με είδε ταραγμένη να περνάω από μπροστά της και με ρώτησε τι έγινε. Με ακολούθησε στο μπάνιο αλλά της έκλεισα την πόρτα. Δεν είχα επισκεφθεί γυναικολόγο – δεν είχα κάνει προγεννητικό έλεγχο – δεν ήξερα τι με περιμένει.

Έλαβα μια θέση μέσα στο μπάνιο όπως είχα δει σε βίντεο και προσπαθούσα να συγκεντρωθώ. Πονούσα αφόρητα, έπαιρνα ανάσες βαθιές και έσπρωχνα. Πονούσα πολύ αλλά ήμουν εγκλωβισμένη, δεν μπορούσα να κάνω πίσω, σε κάποια στιγμή κατέρρευσα αλλά αισθανόταν ότι ήμουν κοντά. Είπα στη μητέρα μου να έρθει και της είπα πρώτη φορά τι συμβαίνει για να με  βοηθήσει . Μπήκε μέσα αλλά το μπάνιο ήταν μικρό δεν μπορούσα να μετακινηθώ για να χωράμε και οι δύο. Της είπα να με αφήσει να το κάνω μόνη μου. Έσπρωξα κι άλλο και τελικά βγήκε από  μέσα μου το παιδί.

Δεν είχα ξαναδεί παιδί μετά από τοκετό. Το ακούμπησα πάνω στο πλυντήριο και αφαίρεσα τον πλακούντα στη λεκάνη της τουαλέτας. Θυμάμαι να χτυπάει η καρδιά μου με ταχύτητα που δεν είχα ξανανιώσει και να την αισθάνομαι στο κεφάλι μου. Αισθανόμουν  σαν μεθυσμένη και αιμορραγούσα  ακατάσχετα. Προσπάθησα να κόψω μηχανικά τον ομφάλιο λώρο του παιδιού και υποτυπωδώς να το πλύνω.

Έτσι είχα δει ότι έπρεπε να κάνω. Δεν θυμάμαι να τα κατάφερα.  Το πήρα αγκαλιά, ίσως, κάποια στιγμή να αισθάνθηκα να με δαγκώνει στο στήθος – κινήσεις και συμπεριφορά αυτιστική από εμένα, το ίδιο και στα συναισθήματά μου. Δεν αισθανόμουν  πόνο ψυχικό, ούτε απορούσα όμως με αυτό συνέχιζα να αιμορραγώ πάρα πολύ. Ξαφνικά όλα μαύρισαν, νόμιζα ότι θα λιποθυμήσω. Αισθάνθηκα ότι το παιδί  μου απειλεί τη ζωή μου από  εδώ και πέρα. Αισθάνθηκα νοσηρή αποστροφή για εκείνο – μου ήταν ανεξέλεγκτο».

«Ήμουν βυθισμένη στην παράνοια… Ζητώ συγνώμη μόνο από τον Θεό»

«Νοσηρές ενοχές σαν να έκανα το χειρότερο κακό στον κόσμο και ότι ξεφτίλισα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Και αιτία ήταν αυτό το πλάσμα. Ήμουν βυθισμένη στην παράνοια – το μυαλό μου «έφυγε» - δεν με ενδιέφερε τίποτα πια, αισθανόμουν ότι λυτρώθηκα όπως και να έχει. Εκείνη τη στιγμή βίωσα παρανοϊκό επεισόδιο – το παιδί με απειλούσε – το παιδί είναι ξένο προς εμένα– το παιδί ήταν επικίνδυνο.

Φώναξα τη μητέρα μου επιτακτικά και της είπα να μου φέρει μια σακούλα. Ήταν ακόμα στο μπάνιο. Της είπα να το πετάξει και το έκανε. Καμία άλλη εμπλοκή δεν είχε στη διαδικασία. Ό,τι έγινε, έγινε από τα δικά μου χέρια. Δεν αναιρώ τα της προανακριτικής μου απολογίας ως προς τον τρόπο, αλλά το αποτέλεσμα το αποφάσισα εγώ, εκείνη τη στιγμή και σε αυτή τη φάση πιστέψτε με δεν μπορώ καθαρά να ανακαλέσω το πώς.  Ίσως με το κορδόνι ίσως και με τα χέρια μου. Έβαλα πριν χαρτί στο στόμα του γιατί έβλεπα αίμα. Σκέφτηκα ότι και με το χαρτί μπορεί να πνιγεί αλλά δεν αποδέχτηκα αυτό το αποτέλεσμα μέσα μου». 

«Η επόμενη ημέρα»

Οι μέρες που ακολούθησαν ισχυρίστηκε η 19χρονη ήταν πολύ δύσκολες. «Δεν ασχολήθηκα καθόλου με το πού είναι το παιδί ή πού το έβαλε η μητέρα μου. Το σημαντικό ήταν να βρίσκεται μακριά από  εμένα αλλά πάνω από όλα να μη μάθει κανένας τίποτα. Θα το ομολογούσα αν ήξερα ότι δεν θα διασυρθώ και να τιμωρηθώ σιωπηρά, κυρίως πλέον να μην διασυρθώ στο σχολείο μου. Περνούσαν οι μέρες, επέστρεψα στο σχολείο και το παιδί είχε βρεθεί. Περπατούσα στον δρόμο και αν κάποιος με κοιτούσε για παραπάνω χρόνο δεν αισθανόμμουν όπως παλιά ότι με κοιτάει επειδή είμαι παχιά αλλά επειδή ξέρει ότι εγώ το έκανα αυτό  που συζητούσαν όλοι.

Μετά από μέρες οργανώθηκε στο σχολείο εθελοντική αιμοδοσία. Αποφάσισα να συμμετάσχω για να ευεργετηθώ με δικαιολόγηση απουσιών. Μου απαγορεύθηκε λόγω του χαμηλού αιματοκρίτη από την αιμορραγία της εγκυμοσύνης.

Δεν έπαθα επιπλοκές από τον τοκετό και δεν επισκέφθηκα νοσοκομείο. Αυθυποβλήθηκα ίσως γιατί ήξερα  ότι με αυτόν τον τρόπο θα με έβρισκαν αμέσως αλλά φυσικά ήταν όλα θέμα χρόνου.

Αν η έννομη τάξη και η κοινωνική ηθική ευεργετηθούν με τυχόν προφυλάκισή μου θα το αποδεχθώ καρτερικά. Είμαι μαθήτρια της β’ λυκείου και επιμελής μαθήτρια και αν δεν δικαιούμαι δεύτερη ευκαιρία στη μητρότητα ίσως να δικαιούμαι στη ζωή. Σίγουρα κατανόησα ότι χρειάζομαι υποστήριξη  από ειδικούς μήπως ποτέ ξεμπλέξω τα κουβάρια που έχω μέσα μου ή ίσως αποτινάξω ποτέ το στοίχειωμα που θα κουβαλώ για πάντα μέσα μου ακόμα και αν προήλθε από  αιφνίδια διατάραξή μου και ψυχωσικό επεισόδιο». Η νεαρή κοπέλα επανέλαβε πως η μητέρα της δεν έχει καμία άλλη συμμετοχή.

«Άλλωστε, ενδεικτική της νοσηρής κατάστασης στην οποία τελούσα και του αποσυντονισμού μου είναι και η «προχειρότητα» με την οποία προσπάθησα να «απαλλαγώ» από το νεογνό και να αποκρύψω την ύπαρξή του, με την απόρριψή του σε σημείο πλησίον της οικίας μου» τόνισε.

Από την πλευρά της, η μητέρα της 19χρονης στην απολογία της αρνήθηκε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που της αποδίδεται επιμένοντας πως δεν είχε καμία συμμετοχή στην πράξη της «παιδοκτονίας», όπως τη χαρακτηρίζει.

«Μετά από έντονη παράκληση της κόρης μου, από αισθήματα συμπόνοιας προς το πρόσωπο της, καθότι τελούσε σε πανικό και πλήρη ψυχοσωματική διατάραξη , απέρριψα τη σακούλα στην οποία ήταν τοποθετημένο το νεκρό νεογνό σε κάδο της περιοχής, επιθυμώντας να συντελέσω στην αποκατάσταση της ηρεμίας της κόρης μου αλλά και σαφώς στο να αποφευχθεί η καταδίωξή της» είπε και αναφέρθηκε στην επιβαρυμμένη υγεία της υπογραμμίζοντας :«Λόγω της επιβαρυμμένης ψυχικής μου κατάστασης τελούσα σε πανικό κατά τη στιγμή που αιφνιδιαστικά και βίαια αντιλήφθηκα ότι η κόρη μου είχε μόλις γεννήσει νεογνό το οποίο κυοφορούσε χωρίς να το γνωρίζω.

Έτσι, δεν ήμουν σε θέση να αξιολογήσω ορθώς την κατάσταση και να πράξω σύμφωνα με τα ενδεδειγμένα ήθη και τη λογική. Πρωταρχικό μου μέλημα ήταν να προσπαθήσω να βοηθήσω την μπροστά στα μάτια μου πάσχουσα κόρη μου ώστε να επανέλθει σε ηρεμία, απαλύνοντας τον πόνο της και «αναλαμβάνοντας» ως αφοσιωμένη μητέρα να διεκπεραιώσω ένα μέρος του ειδεχθούς έργου που νοσηρά και ακουσίως εκτελούσε. Η ίδια δε ήμουν ομοίως παντελώς αδύναμη να διαχειριστώ το απρόβλεπτο και βίαιο περιστατικό που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μου, από τη μια πλευρά η κόρη μου, εν αγνοία μου να έχει φέρει στον κόσμο ένα παιδί στο μπάνιο του σπιτιού μας και από την άλλη πλευρά, να αντικρίζω ένα νεκρό νεογνό».

Η κατηγορούμενη, η οποία προφυλακίστηκε, ισχυρίστηκε ότι πάσχει από κατάθλιψη.

«Σε αυτή την αδυναμία μου να ανταπεξέλθω συντέλεσε καθοριστικά η χρόνια κατάθλιψη από την οποία πάσχω ήδη από το 2012 όταν επήλθε η κορυφαία απώλεια της ζωής μου, απεβίωσε ο πολυαγαπημένος μου σύζυγος. Αποτέλεσμα αυτής ήταν ο ηθικός μου ακρωτηριασμός, η παντελής κοινωνική μου αποξένωση και η έκδηλη από μέρους μου εγκατάλειψης».

Αξίζει να σημειωθεί ότι από το νομικό της παράστασης ζητήθηκε η μετατροπή της κατηγορίας σε υπόθαλψη εγκληματία και περιύβριση νεκρού αλλά και η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης.