Η θεσμική διάσταση, αλλά κυρίως η πραγματική κατοχύρωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στην Ελλάδα αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο, ανολοκλήρωτο γεφύρι της Άρτας του στρεβλού, αποσπασματικού, ιδιωτικοποιημένου, υποχρηματοδοτούμενου και σε πλείστες των περιπτώσεων πελατειακού κοινωνικού κράτους ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Πάνω από δέκα είναι οι μέσα στο πέρασμα σχεδόν 70 χρόνων, κυβερνητικές εξαγγελίες και νομοθετικές πρωτοβουλίες, που όλες επαγγέλλονταν την πρωτοβάθμια υγειονομική κάλυψη του πληθυσμού από την καθιέρωση των αγροτικών ιατρών στη δεκαετία του 1950 έως τις πρωθυπουργικές δηλώσεις και τα εγκαίνια του Κέντρου Υγείας Αστικού Τύπου στον Εύοσμο της Θεσσαλονίκης. Και ενώ αυτές οι νομοθεσίες και οι εξαγγελίες έβαζαν,στα χαρτιά, ψηλά τον πήχη των κοινωνικών προσδοκιών και των υγειονομικών απαιτήσεων, η πραγματικότητα και οι εκάστοτε κυβερνητικοί διαχειριστές της φρόντιζαν να περνούν πάντοτε από κάτω για μια σειρά από λόγους, τους οποίους, η οικονομική και κοινωνική κρίση από το 2010 ταυτόχρονα, αποκάλυψε και παρόξυνε.

Σύμφωνα με τις σχετικές επιστημονικές προσεγγίσεις και τους ορισμούς, η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (για συντομία, ΠΦΥ) αναφέρεται και αφορά τη διάγνωση και τη θεραπεία αρρώστων, την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών, την πρωτοβάθμια ψυχιατρική και οδοντιατρική φροντίδα  και κυρίως την άσκηση προληπτικής ιατρικής, κάτι που αναγνωρίζει και η πλέον πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, η οποία τέθηκε τις περασμένες εβδομάδες, σε ανοικτή διαβούλευση με τον γενικό τίτλο «Μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας» και η οποία ήδη στο πρώτο άρθρο της κάνει τρεις, ρητές αναφορές στον όρο και τη σημασία της πρόληψης, ως συστατικό στοιχείο της ΠΦΥ.

Στον πυρήνα, επομένως της ΠΦΥ βρίσκεται ακριβώς κάθε ιατρική πράξη η οποία γίνεται προκειμένου ο υποψήφιος και εν δυνάμει ασθενής είτε να μην ασθενήσει είτε να μην χρειαστεί να νοσηλευτεί.

Στην παρούσα φάση και πάντα σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε ένα κατακερματισμένο θεσμικό και πραγματικό τοπίο, ΠΦΥ στην Ελλάδα παρέχεται ταυτόχρονα, αλληλοκαλυπτόμενα, συμπληρωματικά ή ανταγωνιστικά από τα Κέντρα Υγείας, τα Περιφερειακά Ιατρεία, τα πολυϊατρεία του ΠΕΔΥ, τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και τους ιδιώτες γιατρούς (στις δύο τελευταίες περιπτώσεις υπολογίζονται κυρίως φυσικά και νομικά πρόσωπα, που διατηρούν συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τον ΕΟΠΥΥ).

Στην Ελλάδα διαχρονικά η ΠΦΥ είτε «θεσμοθετείται», είτε επαναθεμελιώνεται, είτε μεταρρυθμίζεται με σειρά νομοσχεδίων, χωρίς όμως να προκύπτουν απτά, καθημερινά κοινωνικά και υλικά, αποτελέσματα, πέρα από τις νομοθετικές διακηρύξεις και τις καλές προθέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η τύχη (που αγνοείται) του οικογενειακού γιατρού, της προσωπικής κάρτας υγείας (ή πιο πρόσφατα, του εξατομικευμένου, ηλεκτρονικού φακέλου) ή των κέντρων υγείας αστικού τύπου, η θεσμική πρόβλεψη των οποίων προϋπάρχει, αλλά η ουσιαστική τους εφαρμογή στην υγειονομική καθημερινότητα διαρκώς παραπέμπεται στις καλένδες.

Και αυτή η διαιώνιση μιας «επαναστατικής» υπόσχεσης και αλλαγής συντελείται για μια σειρά από λόγους.

Καταρχάς, ένα σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας οφείλει, πέρα από τη δυσμενή, δημοσιονομική συγκυρία, να τύχει γενναίας δημόσιας χρηματοδότησης, ξεπερνώντας τις ανελαστικές προϋποθέσεις, που βάζει σήμερα ηπροσαρμογή της χώρας στο πλαίσιο των όρων και των κανόνων των διαδοχικών μνημονίων.

Παράλληλα, το δίκτυο ΠΦΥ δεν φαίνεται να διακλαδώνεται ταυτόχρονα με γεωγραφικούς, πληθυσμιακούς και κυρίως υγειονομικούς όρους μέσα στο πλαίσιο ενός αξιόπιστου, σοβαρά μελετημένου και τεκμηριωμένου Υγειονομικού Χάρτη της χώρας. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση, προκειμένου είτε να ιδρυθούν νέες μονάδες, είτε να συγχωνευθούν παλιές, είτε να στελεχωθούν οι πρώτες είτε να αναπροσανατολιστούν προσωπικό και πόροι στις δεύτερες μέσα στο σύστημα περίθαλψης, με βάση πραγματικά και όχι «αόρατα» δεδομένα. Παρεμπιπτόντως, ο Υγειονομικός Χάρτης παραμένει μια μεταρρύθμιση που αν και εξαγγελλόταν για χρόνια και κόστισε πάνω από 6 εκατομμύρια ευρώ την τριετία 2010-2012, από κονδύλια του ΕΣΠΑ και του κρατικού προϋπολογισμού, ουδέποτε ολοκληρώθηκε και αυτή τη στιγμή, εμπλουτίζεται, ανανεώνεται η ενημερώνεται με την εθελοντική προσφορά υγειονομικών σε ειδική πλατφόρμα δεδομένων.

Η επιτυχία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας περνά επίσης από την «επανεκπαίδευση» ιατρών και ασθενών, η οποία θα ξεκινούσε ιδανικά και ακριβώς από τον πυρήνα της ΠΦΥ, την επιμονή στην πρόληψη, με αναφορές στην καθημερινότητα του πολίτη, τη διατροφή, την άσκηση, τις συνθήκες εργασίας, την κληρονομικότητα και άλλους παράγοντες που καθορίζουν την υγεία και την ποιότητα ζωής.

Τα υλικά και για την ακρίβεια χρηματικά κίνητρα στελέχωσης που ανακοίνωσε ο υπουργός Υγείας, Ανδρέας Ξανθός, υποστηρίζοντας ότι όσοι νέοι γιατροί επιλέξουν θέση στις Τοπικές Μονάδες Υγείας θα έχουν απολαβές επιμελητή Α’ του ΕΣΥ (δηλαδή, 1.513 ευρώ μεικτές αποδοχές) δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν ούτε την προσέλκυση προσωπικού ούτε την επιτυχία του εγχειρήματος. Κι αυτό γιατί συντρέχουν δύο κυρίως λόγοι, η τεράστια φυγή και μετανάστευση επιστημόνων της λευκής μπλούζας και η εύλογη δυσπιστία ότι αυτή τη φορά και εντέλει το εγχείρημα της δημόσιας ΠΦΥ θα σταθεί στα πόδια του, έχοντας τύχει της ανάλογης πολιτικής βούλησης και της πλήρους υλικοτεχνικής υποστήριξης.

Η διαρροή ιατρικών και νοσηλευτικών «επιστημονικών εγκεφάλων» στα χρόνια της κρίσης είναι ήδη τεράστια [σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, 18.000 γιατροί υπολογίζεται ότι έχουν φύγει από τη χώρα από το 2010, , 12.000 είναι οι υγειονομικοί κάθε κλάδου(γιατροί, νοσηλευτές, παραϊατρικό προσωπικό) μόνο στη Βρετανία].

Μόνο το 2016 και μεταξύ άλλων, 487 γιατροί μετανάστευσαν στη Βρετανία, 102 στη Γερμανία, 77 στην Κύπρο, 75 στη Γαλλία, 58 στην Ελβετία, 44 στη Σουηδία, 30 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, 25 στις ΗΠΑ και 14 στη Σαουδική Αραβία (στοιχεία ΙΣΑ, Νοέμβριος 2016). Με άλλα λόγια, η έκκληση του υπουργού αφήνει ευθέως να εννοηθεί ότι θα τεθεί οξύ θέμα στελέχωσης ειδικά των νέων μονάδων, όχι ότι οι παλιότερες ήταν είτε πλήρως είτε επαρκώς στελεχωμένες.

Αξίζει τέλος, να υπενθυμιστεί ότι στην παρούσα φάση και πέρα από το υπάρχον θεσμικό πλέγμα ΠΦΥ, σύστημα πρωτοβάθμιας υγείας, περίθαλψης και ανακούφισης της σωματικής και ψυχικής υγείας και ταλαιπωρίας των πάνω από 2,5 εκατομμυρίων «υγειονομικά φτωχών» της χώρας υπήρξε συναποτελούμενο από τα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία,τα οποία ιδρύθηκαν και έδρασαν στις παρυφές του ΕΣΥ, καλύπτοντας στοιχειωδώς τα τεράστια κενά που άφησαν η βίαιη, δημοσιονομική προσαρμογή, οι περαιτέρω περικοπές, η μαζική ανεργία και η κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος.

Τα περίπου 500 κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία που βρίσκονται διάσπαρτα στη επικράτεια θα μπορούσαν να αποτελέσουν το θετικό, διοικητικό, υγειονομικό και κοινωνικό πρότυπο για τη νέα μέρα της πρωτοβάθμιας φροντίδας, με την εμπλοκή της τοπικής κοινωνίας, τη στοχοπροσήλωση στον ασθενή και τις ανάγκες του, την προσφορά στον συνάνθρωπο και τη δικτύωση ομάδων υγείας, με επαγγελματίες και ειδικότητες, απολύτως κρίσιμες στη σημερινή, εξαιρετικά δύσκολη, κοινωνική και οικονομική κατάσταση και φάση (γιατρούς εργασίας, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους).

Τις Συμπληγάδες, που καλείται να περάσει, αλλά και τη χρυσή ευκαιρία που έχει μπροστά της η καθιέρωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, γνωρίζει καλύτερα από όλους, ο ίδιος ο υπουργός Υγείας, Ανδρέας Ξανθός, όντας, συν τοις άλλοις, πρωτοπόρος,εθελοντής γιατρός και συνιδρυτής του Εθελοντικού Ιατρείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ρέθυμνο της Κρήτης. Εξάλλου, το εγχείρημα που αναλαμβάνει με την εκ νέου εξαγγελία της πρωτοβάθμιας φροντίδας θα έχει πετύχει πλήρως τους στόχους του, όταν τα κοινωνικά ιατρεία θα αρχίσουν να τερματίζουν ή να αναστέλουν τη δράση και την παρουσία τους ανά την επικράτεια, καθώς το νέο, δημόσιο σύστημα υγείας θα έχει καταστήσει περιττή την ύπαρξη τους και θα έχει υπερκαλύψει τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και των υγειονομικά αποκλεισμένων της χώρας.