Στη θέση του πως οι στόχοι που έχουν τεθεί για το ελληνικό πρόγραμμα δεν πρόκειται να επιτευχθούν επιμένει το ΔΝΤ μέσω της έκθεσής του για τη δημοσιονομική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο το Ταμείο αναγνωρίζει λάθος στις προβλέψεις του για την περασμένη χρονιά και τώρα προβλέπει πως το 2016 το πρωτογενές πλεόνασμα θα φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ και συγκεκριμένα στο 3,3% του ΑΕΠ έναντι στόχου 0,5%.

Πληροφορίες αναφέρουν πως και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν σημαντική υπέρβαση με πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4%. Το ΔΝΤ προβλέπει υπέρβαση του στόχου και για το 2017 εκτιμώντας πως το πλεόνασμα θα φτάσει στο 1,8% έναντι μνημονιακής πρόβλεψης για 1,75%. Αυτή η εκτίμηση προσεγγίζει τις ελληνικές θέσεις που κάνουν λόγο για πλεόνασμα 2,1%. 

Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ταμείου στην έκθεση Fiscal Monitor: April 2017, το 2018 θα υπάρξει απόκλιση από τους στόχους. Πρόκειται για την ίδια πρόβλεψη η οποία είχε οδηγήσει σε  εμπλοκή των συζητήσεων με τους ευρωπαίους δανειστές – μια εμπλοκή, η οποία παρακάμφθηκε στη συμφωνία της Μάλτας με τη φόρμουλα που προβλέπει ότι στο τέλος του 2018 θα πιστοποιηθεί από το ΔΝΤ το ύψος του τελικού πλεονάσματος.

Βάσει αυτής της εκτίμησης για το 2018 το ΔΝΤ εγείρει και το θέμα των πρόσθετων μέτρων της τάξης των 2,7 δις ευρώ. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση αλλά και η ευρωπαϊκή πλευρά των δανειστών επιμένουν ότι είναι εφικτό το πλεόνασμα του 3,5%, υπενθυμίζοντας παράλληλα και τη μακρά σειρά των λανθασμένων εκτιμήσεων του Ταμείου στο παρελθόν.

Στην έκθεσή του, πάντως, το ΔΝΤ επιμένει ότι ο δημοσιονομικός στόχος για πλεόνασμα 3,5% δεν είναι εφικτός ούτε στην περίοδο 2019 – 2021, διάστημα για το οποίο εκτιμά ότι το πλεόνασμα δεν θα ξεπεράσει το  1,5%.

Το Ταμείο προβλέπει επίσης αργή αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά και υποχώρηση των εσόδων των φορέων της γενικής κυβέρνησης για όλη την περίοδο μέχρι και μετά το 2020.

Αναλυτικά για το χρέος, το ΔΝΤ το προσδιορίζει στο 181,3% του ΑΕΠ το 2016, στο 180,7% του ΑΕΠ το 2017, βλεπει κορύφωσή του στο 181,5% το 2018 και εν συνεχεία βραδεία υποχώρηση: Στο 174,3% το 2019, στο 169,2% το 2020, στο 165% το 2021 και στο 162,8% το 2022.