«Ιδεοληπτικός», «πλέον δυσάρεστος», με «βαθιά κατάθλιψη». Αυτοί είναι χαρακτηρισμοί που αποδίδει στον υπουργό Παιδείας, Αριστείδη Μπαλτά, ο αρθρογράφος της Καθημερινής Στέφανος Κασσιμάτης, σε κείμενο του στη στήλη «Φαληρεύς», με τίτλο «Ο Αλτούσερ της κυβέρνησης». Το άρθρο, όπως ήταν αναμενόμενο προκάλεσε την αντίδραση του Αριστείδη Μπαλτά. Η σχετική ανακοίνωση υπουργείου Παιδείας κατακεραυνώνει τον δημοσιογράφο μιλώντας για εξ’ αποστάσεως διάγνωση και σημειώνοντας ότι δεν είναι γνωστό: «πόσοι καφέδες, άγχος, νοητικός μόχθος και πιθανόν αντικαταθλιπτικά απαιτήθηκαν για την παραγωγή του». Ο Στέφανος Κασιμάτης από την πλευρά του απαντά ξανά με σημερινό άρθρο του στο οποίο γράφει χαρακτηριστικά ότι: «ο υπουργός ζορίζεται πολύ προσπαθώντας να ισορροπήσει την πραγματικότητα της παιδείας με τις ιδεολογικές του νευρώσεις». Ακολουθούν τα σχόλια του Φαληρεύς και η απάντηση Μπαλτά: 

Ο Αλτουσέρ της κυβέρνησης
Φαληρεύς

Έπειτα από πέντε χρόνια προσπάθειας να αντιμετωπίσουμε την κρίση, ίσως το μόνο για το οποίο θα άξιζε να είμαστε περήφανοι ήταν ο νόμος Διαμαντοπούλου για τα πανεπιστήμια. Ήταν η μοναδική περίπτωση όπου, με δική μας πρωτοβουλία, χωρίς άμεση πίεση από το εξωτερικό, καταφέραμε να διορθώσουμε τα λάθη μας σε έναν καίριας σημασίας θεσμό για το μέλλον της χώρας μας. Το γεγονός δε ότι ο συγκεκριμένος νόμος υπερψηφίστηκε στη Βουλή από τα τρία τέταρτα του σώματος ήταν η περίτρανη απόδειξη ότι το αίτημα υπέρ της κάθαρσης των πανεπιστημίων από την κομματοκρατία ήταν πια τόσο ώριμο στην ελληνική κοινωνία ώστε λίγο ακόμη και θα άρχιζε να σαπίζει. Η αλλαγή στα πανεπιστήμια που έφερε ο νόμος Διαμαντοπούλου χρειάσθηκε κόπο και υπομονή για να σταθεί στα πόδια της (θυμηθείτε λ.χ. τον πόλεμο που είχε κηρύξει ο Πελεγρίνης)· ήταν, πάντως, η μόνη ολοκληρωμένη, στρατηγικού χαρακτήρα, παρέμβαση που κάναμε στο σύστημα.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο άνθρωπος ο οποίος ανέλαβε να κατεδαφίσει τη μεταρρύθμιση στην ανωτάτη παιδεία (και την κατεδαφίζει απολαμβάνοντας κάθε στιγμή του έργου του) δεν μπορεί να είναι τυχαίος. Το διαπίστωσα την Κυριακή, παρακολουθώντας τη συνέντευξη του Αριστείδη Μπαλτά στον Παύλο Τσίμα στον ΣΚΑΪ. Ο άνθρωπος ο οποίος διέλυσε αυτό που φτιάχτηκε με τόσο κόπο πιστεύει (όχι συμπτωματικά) ότι στην παιδεία «δεν έχει νόημα η μέτρηση του κόπου». Εκτός από ιδεοληπτικός όμως, έχει και κάτι άλλο που τον κάνει ξεχωριστό ως προσωπικότητα: νομίζω πρέπει να είναι από τους πλέον δυσάρεστους ανθρώπους που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Το σκοτεινό, αγέλαστο ύφος του, η βαθιά κατάθλιψη του βλέμματός του αναδίδουν όλο τον φανατισμό του και τον κάνουν να θυμίζει κάπως τον Αλτουσέρ.

Περί Φαληρέως και καταθλίψεως

Ο κ. Φαληρεύς, παρακολουθώντας συνέντευξη του υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων Αρ. Μπαλτά, τον θεώρησε έναν από τους πιο δυσάρεστους ανθρώπους που έχει δει (sic) ποτέ στη ζωή του. Δικαίωμά του. Πάντως, του συστήνουμε ανεπιφύλακτα να περιορίσει την κριτική του στα μεσημεριανάδικα. Βρίθουν χαριτωμένων ανθρώπων, του είδους που μάλλον συνηθίζει να συναναστρέφεται.

Ο κ. Φαληρεύς διέκρινε ακόμη κάτι το σκοτεινό στη φυσιογνωμία του κ. Μπαλτά. Δικαίωμά του. Να βγάλει και την αγιαστούρα να διώξει τα δαιμόνια. Τον βρήκε και αγέλαστο. Και αυτό δικαίωμά του, παρ' ότι ο κ. Φαληρεύς δεν έχει ευαρεστηθεί να μας χαρίσει το προνόμιο της δικής του φάτσας, που ίσως έλυνε το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ακόμη διείδε κατάθλιψη στο βλέμμα του υπουργού, και μάλιστα βαριάς μορφής. Πρέπει να είναι εξοικειωμένος με το θέμα, για να του είναι τόσο αναγνωρίσιμη αυτή η συνδρομή, πιθανόν ο ίδιος να την ξεπέρασε με τα άπαντα Λακάν, τέλος πάντων, δικαίωμά του και η εξ αποστάσεως διάγνωση.

Αυτό που δεν είναι δικαίωμα του κ. Φαληρέα είναι να απομονώνει φράσεις και να συνάγει συμπεράσματα. Του έκανε εντύπωση που ο Μπαλτάς είπε ότι 'δεν έχει νόημα η μέτρηση του κόπου', εννοώντας βέβαια ότι μετράμε την διδασκαλία και το αποτέλεσμα. Εκτός αν ο Φαληρεύς έχει εφεύρει το... κοπόμετρο. Για να το κάνουμε λιανά. Προκειμένου να συγγράψει τα ομολογουμένως ευφυή κείμενά του ο κ. Κασιμάτης μπορεί να μοχθεί νυχθημερόν. Κάποιου άλλου, για ιδίας ποιότητας και οξυδέρκειας κείμενα, μπορεί να του αρκεί ένα δεκάλεπτο. Το θέμα είναι ότι εμείς το μόνο που μπορούμε να κρίνουμε και να 'μετρήσουμε' είναι το τελικό κείμενο και όχι το πόσοι καφέδες, άγχος, νοητικός μόχθος και πιθανόν αντικαταθλιπτικά απαιτήθηκαν για την παραγωγή του. 

Το σημερινό κείμενο του Φαληρεύς 

Κατ’ αρχάς, εκπλήσσομαι και λυπάμαι που διαπιστώνω ότι το σχόλιο έθιξε τον υπουργό όσο δείχνει η απάντησή του. Εξακολουθώ, βέβαια, να έχω ίδιες εντυπώσεις από την προσωπικότητά του - στον βαθμό κατά τον οποίο την παρουσίασε η συνέντευξη - , αλλά δεν φανταζόμουν ότι ένας άνθρωπος με τέτοια προσήλωση στην ιδεολογία του, τέτοια βαθιά βεβαιότητα στην ορθότητα των απόψεών του, θα έδειχνε ταυτόχρονα παρόμοια έλλειψη αυτοπεποίθησης! Αλλά ας μην επιμείνω στα προσωπικά, διότι ο κ. Μπαλτάς θίγεται με το παραμικρό. Επί της ουσίας, τώρα, ο υπουργός έχει άδικο όταν μου καταλογίζει ότι συνάγω συμπεράσματα από μεμονωμένες φράσεις του. Η επίμαχη φράση του, «δεν έχει νόημα για μας η μέτρηση του κόπου», στο κείμενο χρησιμοποιείται από πλευράς μου ενδεικτικά. Από τον ίδιο, όμως, στη συνέντευξη χρησιμοποιείται παραπειστικά, ίσως για τον λόγο ότι, ως έξυπνος άνθρωπος, ξέρει ότι έχει άδικο όταν υποστηρίζει ότι οι πιστωτικές μονάδες του ευρωπαϊκού συστήματος της Μπολόνια αντιστοιχούν στις διδακτικές που καθιερώνει το σύστημα Μπαλτά. Πράγματι, ο κόπος δεν μετρείται.

Ο «φόρτος εργασίας», όμως, μπορεί να υπολογίζεται θαυμάσια, εφόσον οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια προσδιορίζονται εκ των προτέρων και έχουν συγκεκριμένη μορφή, όπως π.χ. είναι οι εργασίες των φοιτητών. Όταν ο υπουργός, λοιπόν, αναφέρεται σε «μέτρηση του κόπου», δεν βοηθάει να γίνει κατανοητή η διαφορά, αλλά μάλλον συσκοτίζει τα πράγματα. Υποθέτω ότι η επιλογή του είναι σκόπιμη, διότι αφού καταφεύγει σε ρητορικά τεχνάσματα για αφελείς, μάλλον στερείται σοβαρότερων επιχειρημάτων τα οποία θα μπορούν να πείσουν έναν τρίτο ότι η διδακτική μονάδα είναι το ίδιο με την πιστωτική. Τότε όμως γιατί αυτό το τρομακτικό πείσμα εκ μέρους του; Ποιος είναι ο σκοπός της αλλαγής που φέρνει, αν δεν μπορεί να καταδείξει τη χρησιμότητά της με τρόπο σαφή και κατανοητό στους περισσότερους; Πολύ απλά, δεν υπάρχει καμία χρησιμότητα. Η υιοθέτηση της διδακτικής μονάδας είναι το ίδιο παράλογη όπως, προπολεμικά, η επιλογή των μπολσεβίκων να κάνουν τις ράγες των τρένων στη Σοβιετία διαφορετικές (η μεταξύ τους απόσταση ήταν μικρότερη) από της υπόλοιπης Ευρώπης.

Όμως, όσο και αν δεν έχει χρησιμότητα η ρύθμιση, έχει σκοπό και είναι αποκλειστικά ιδεολογικός. Είναι μια αλλαγή που υπαγορεύουν οι ιδεολογικές εμμονές του υπουργού και η εχθρότητά του προς τη σημερινή Ευρώπη. Είναι μια άχρηστη διαφοροποίηση, που θέτει το σύστημα της ανωτάτης παιδείας στην Ελλάδα εκτός Ευρώπης και ενδέχεται να το οδηγήσει ακόμη και στην απομόνωση, αν αποδειχθεί εμπόδιο για τη μετακίνηση Ελλήνων φοιτητών στο εξωτερικό μέσω του προγράμματος Erasmus.

Από την εικόνα του ανθρώπου που είδαμε στην τηλεοπτική συνέντευξη, από τις υπεκφυγές και τα παραπειστικά τεχνάσματα που χρησιμοποίησε, εικάζω ότι ο υπουργός ζορίζεται πολύ προσπαθώντας να ισορροπήσει την πραγματικότητα της παιδείας με τις ιδεολογικές του νευρώσεις. Ίσως, σε τελευταία ανάλυση, να μην κάνει για υπουργός. Δεν είναι ντροπή να το αναγνωρίσει. Στην πραγματική ζωή, δεν κάνουμε όλοι για όλα ― μόνο στις σοσιαλιστικής εμπνεύσεως ουτοπίες μπορεί να συμβαίνει αυτό. Αλλά αυτό ακριβώς φαίνεται ότι είναι το πρόβλημα του Αριστείδη Μπαλτά.