To καλό νέο από την Αδριανούπολη είναι πως οι δύο συλληφθέντες έλληνες στρατιωτικοί δεν κατηγορούνται για κατασκοπεία. Παρά την – όχι απαραιτήτως αθώα – σύγχυση που αρχικά προκλήθηκε, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Τουρκίας ήταν χθες αρκετά σαφής: «Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε την κράτησή τους με την κατηγορία της παράνομης εισόδου σε απαγορευμένη στρατιωτική ζώνη», δήλωσε ο Μπεκίρ Μποζντάγ.

Το αρνητικό, και ανησυχητικό, στοιχείο είναι πως η υπόθεση παρατείνεται σε νομικό επίπεδο, διαμορφώνοντας έδαφος για παιχνίδια εντυπώσεων και άσκησης, άμεσων ή έμμεσων, διπλωματικών πιέσεων από την Αγκυρα. Μετά την χθεσινή αναβολή της δίκης στην Αδριανούπολη, πρέπει πλέον να κατατεθεί το κατηγορητήριο από την εισαγγελία, να γίνει αποδεκτό ή μη από το δικαστήριο, και στην συνέχεια να οριστεί τακτική δικάσιμος.

Η νομική αυτή διαδικασία δεν έχει ούτε συγκεκριμένο, ούτε δεσμευτικό χρονικό ορίζοντα. Και – σε πρώτο χρόνο τουλάχιστον – επιβεβαιώνει τους φόβους της ελληνικής και ευρωπαϊκής διπλωματίας ότι ο Ερντογάν, στο πλαίσιο της στρατηγικής της πολλαπλής και κλιμακούμενης έντασης, είναι πιθανό να χρησιμοποιήσει τους δύο συλληφθέντες στρατιωτικούς ως «ομήρους» και ως «όπλο» διπλωματικής διαπραγμάτευσης.

Ηandesblatt: Ενέχυρο για παραχωρήσεις

«Ενέχυρο» είναι η χαρακτηριστική λέξη που χρησιμοποιεί η γερμανική Handelsblatt ακριβώς για να περιγράψει αυτή την πιθανή επιχείρηση ομηρίας, σημειώνοντας: «Η σύλληψη των δύο στρατιωτικών επιτρέπει την εκτίμηση ότι ενδέχεται να κρατούνται για εντελώς διαφορετικό σκοπό: ως ενέχυρο ώστε η Τουρκία να αποσπάσει παραχωρήσεις από την Αθήνα σε άλλα θέματα».

Στις εν λόγω παραχωρήσεις η Τουρκία διαβεβαιώνει ότι δεν βάζει θέμα ανταλλαγής των οκτώ τούρκων αξιωματικών που έχουν ζητήσει πολιτικό άσυλο στην χώρα μας. «Η κράτηση των δύο στρατιωτικών στην Τουρκία οι οποίοι πέρασαν στην τουρκική πλευρά από την Ελλάδα, δεν αποτελεί ζήτημα για ανταλλαγή. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα», δήλωσε ο τούρκος κυβερνητικός εκπρόσωπος Μπεκίρ Μποζντάγ, ενώ οποιαδήποτε σύνδεση των δύο υποθέσεων απέκλεισε κατηγορηματικά και ο Δημήτρης Τζανακόπουλος.

Διπλωματικές πηγές, ωστόσο, θεωρούν ότι η παράταση της νομικής εκκρεμότητας με τους δύο στρατιωτικούς είναι και μια απάντηση εντυπώσεων – με στόχευση τόσο εκτός όσο και εντός τουρκικών συνόρων – από τον Ερντογάν στην δικαστική διαδικασία που ακολουθήθηκε στην χώρα μας για τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς.

Η στρατηγική της κλιμακούμενης έντασης

Και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, άλλωστε, μιλώντας χθες το βράδυ στην ΕΡΤ, δεν απέκλεισε την πιθανότητα να αξιοποιήσει η Αγκυρα την σύλληψη των δύο στρατιωτικών στο πλαίσιο της στρατηγικής της κλιμακούμενης έντασης.

Στην πραγματικότητα, η εκτίμηση στην ελληνική κυβέρνηση είναι πως ο Ερντογάν ανοίγει πολλά και παράλληλα μέτωπα προκειμένου να στείλει μήνυμα στην Δύση πως η Τουρκία είναι ο ηγέτης και ο ισχυρός γεωπολιτικός παίκτης της περιοχής.

«Ο Ερντογάν λέει στην Ουάσιγκτον και στο Βερολίνο πως παραμένει ο σερίφης της γειτονιάς», σχολίαζε χαρακτηριστικά χθες κυβερνητική πηγή, ενώ και ο Δημήτρης Τζανακόπουλος τόνισε χαρακτηριστικά πως «δεν υπάρχει ελληνοτουρκική κρίση, αλλά ευρωτουρκική κρίση».

«Η Τουρκία είναι εξαιρετικά πιεσμένη», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «στο κουρδικό ζήτημα. Ακριβώς γι αυτό, ανοίγει μια σειρά από διαπραγματευτικά μέτωπα για να πιέσει όχι την Ελλάδα, αλλά τους μεγάλους διεθνείς παίκτες».

Στο πλαίσιο αυτής της πίεσης, η ελληνική κυβέρνηση εντάσσει και την διαρκή όξυνση του τελευταίου διαστήματος – από την αμφισβήτηση και τα τουρκικά μπλόκα στην κυπριακή ΑΟΖ έως το περιστατικό στα Ιμια και την εμπρηστική ρητορική των συμβούλων του Ερντογάν. Το κομβικό ζήτημα, βεβαίως, είναι έως που θα φθάσει αυτή η κλιμάκωση – ένα ζήτημα, το οποίο η Αθήνα θέτει μετ’ επιτάσεως πλέον σε διεθνές επίπεδο.

Ειδικά, δε, για το θέμα των δύο κρατούμενων στρατιωτικών κυβερνητικές πηγές διαμηνύουν πως, παράλληλα με την εν εξελίξει νομική διαδικασία, θα εξαντληθούν όλα τα πολιτικά μέσα για την εκτόνωση της κατάστασης και την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ενώ ο υπουργός Αμυνας Πάνος Καμμένος θα ενημερώσει σήμερα και τους εταίρους του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Το θέμα αναμένεται να απασχολήσει και την συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής στο Μαξίμου, όπου θα εξεταστούν όλες οι εναλλακτικές και οι δυνατές πρωτοβουλίες.