Ο πρώτος που «τουίταρε» πανηγυρικά για τις εκλογές ανάδειξης αρχηγού του νέου πολιτικού φορέα, πριν καν μιλήσουν η Φώφη Γεννηματά, ο Νίκος Ανδρουλάκης, ακόμη κι ο εγγυητής της διαδικασίας Νίκος Αλιβιζάτος, ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

«Χαίρομαι ειλικρινά που τόσοι πολίτες ψήφισαν στις εκλογές για το νέο φορέα. Οι ανοιχτές συμμετοχικές διαδικασίες είναι οξυγόνο για τη δημοκρατία», έγραψε στον λογαριασμό του στο twitter ο πρόεδρος της ΝΔ νωρίς το βράδυ της Κυριακής. Κι αποτύπωσε, σύμφωνα με πληροφορίες από την Πειραιώς, το κλίμα ευφορίας που όντως επικρατούσε στο γαλάζιο επιτελείο.

Η αιτία της χαράς του Κυριάκου Μητσοτάκη οφειλόταν σε μια πολύ συγκεκριμένη – και, εκ του αποτελέσματος, μάλλον βιαστική – ανάγνωση των στοιχείων της ψηφοφορίας: Η συμμετοχή των 210.000 πολιτών στην διαδικασία δείχνει, κατά την εν λόγω ανάγνωση, ότι πολλοί κεντροαριστεροί και πασοκογενείς ψηφοφοφόροι που το 2015 ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ τώρα εγκαταλείπουν απογοητευμένοι τον Αλέξη Τσίπρα και «επαναπατρίζονται»– οπότε, τα ποσοστά της κυβέρνησης «ψαλιδίζονται» περαιτέρω εν όψει εθνικών εκλογών.

Ηταν μια βολική ανάγνωση, έως ότου προσμετρήθηκαν πλήρως τα βασικά συγκριτικά στοιχεία της ψηφοφορίας, τα πολιτικά της μηνύματα και μεγέθη και οι παράπλευρες απώλειες. Όπως το γεγονός ότι οι 210.000 ψηφοφόροι αποτυπώνουν μεν ένα σημαντικό επίπεδο συμμετοχής, αλλά και μια υψηλότατη συσπείρωση των ίδιων δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ κυρίως στην περιφέρεια της χώρας. Δεν στερείται, φερ’ ειπείν, σημασίας το γεγονός ότι με βάση τα ίδια τα στοιχεία της επιτροπής διεξαγωγής των εκλογών, περίπου τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων προσήλθαν στην περιφέρεια και μόνον το ένα τρίτο στην Αττική με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τα πραγματικά εκλογικά μεγέθη σε εθνικές κάλπες.

Ετερο κομβικό, με καθαρά πολιτικούς όρους στοιχείο, που περιόρισε την αρχική ευφορία στην ΝΔ, ήταν το τελικό δίδυμο των μονομάχων για την αρχηγία του νέου φορέα. Όπως αναγνωρίστηκε, κατά τις πληροφορίες, και στις χθεσινές συσκέψεις αποτίμησης στην Πειραιώς, είτε με την Φώφη Γεννηματά, είτε με τον Νίκο Ανδρουλάκη αρχηγό, η όποια κυβερνητική συνεργασία της ΝΔ με τον νέο πολιτικό φορέα της κεντροαριστεράς είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αμφότεροι οι υποψήφιοι έχουν πάρει αποστάσεις από το ενδεχόμενο επανάληψης μιας συγκυβέρνησης τύπου Σαμαρά – Βενιζέλου και, με βάση και την εμπειρία της ευρωπαϊκής σοσιλαδημοκρατίας, μάλλον θα συνιστούσε πολιτική αυτοχειρία ένα τέτοιο εγχείρημα.

Κατόπιν τούτων των παραδοχών, δε, στελέχη του ηγετικού επιτελείου της ΝΔ δεν έκρυβαν χθες την προτίμησή τους σε μια τελική επικράτηση του Νίκου Ανδρουλάκη. Θεωρούν, δικαίως ή αδίκως, ότι ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ θα ήταν πιο ανοιχτός σε μια ενδεχόμενη μετεκλογική προσέγγιση σε σχέση με την νυν πρόεδρο του κόμματος. Και με αυτό το σκεπτικό υπενθυμίζουν την «περιπτωση Μεϊμαράκη» και επισημαίνουν πως, παρά το σαφές προβάδισμά της, δεν πρέπει να προεξοφλείται η νίκη της Φώφης Γεννηματά.

Η ίδια «γαλάζια» ανάλυση εντάσσει στα αρνητικά στοιχεία της εκλογής την ήττα τόσο του Γιώργου Καμίνη όσο και του Σταύρου Θεοδωράκη, με δεδομένο ότι αμφότεροι ήταν οι υποψήφιοι που κρατούσαν ανοιχτές τις πιο ευδιάκριτες γέφυρες με την ΝΔ. Η πραγματική εκλογική τους επιρροή όμως αποδείχθηκε αντιστρόφως ανάλογη της μιντιακής προβολής τους, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό.

Την ίδια ώρα, στο Μαξίμου ουδέν επίσημο ή ανεπίσημο σχόλιο υπήρξε για την εκλογή στην κεντροαριστερά. Σε πρώτο χρόνο, μεταξύ μερίδας στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εμφανής ένας βαθμός αμηχανίας, χθες ωστόσο κυβερνητικοί παράγοντες χαρακτήριζαν την όλη διαδικασία ως «υπόθεση που αφορά μόνον το ΠΑΣΟΚ».

Ο Δημήτρης Παπαδημούλης ήταν ο μόνος που έκανε δημόσια τοποθέτηση χαιρετίζοντας, μέσω twitter την υψηλή συμμετοχή: «Η μαζική συμμετοχή πολιτών», έγραψε, «στην εκλογή προέδρου του νέου φορέα είναι θετική για την δημοκρατία. Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου δείχνει ότι ο νέος φορέας είναι ΠΑΣΟΚplus και συνιστά ήττα όσων ήθελαν ανοιχτά την σύμπραξη με την ΝΔ. Η Κεντροαριστερά δεν μπορεί να είναι αντί-αριστερά».

Η τελευταία αυτή αναφορά, στο εάν η κεντραριστερά μπορεί να είναι αντι-αριστερά, αποτελεί κατά αρκετά κυβερνητικά στελέχη και ο βασικό δίλημμα που θα αντιμετωπίσει ο επικεφαλής του νέου φορέα. Είναι όμως ένα δίλημμα που μάλλον δύσκολα θα απαντηθεί την επόμενη Κυριακή.