Μισό αιώνα μετά την εφαρμογή της πρώτης σύμβασης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών κατά των ναρκωτικών -1961- ο μακροχρόνιος πόλεμος κατά των ουσιών αυτών φαίνεται να μην αποδίδει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Μία έρευνα που έφερε στη δημοσιότητα η Βρετανική φιλανθρωπική οργάνωση Health Poverty Action  συμπεραίνει πως παρά τη δημιουργία και εφαρμογή τριών σημαντικών συμβάσεων των Ηνωμένων Εθνών κατά των ναρκωτικών (Ενιαία Σύμβαση για τις Ναρκωτικές Ουσίες 1961, Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες 1971, Διεθνής Σύμβαση κατά της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών 1988), δεν έχει υπάρξει ουσιαστική μείωση της παγκόσμιας χρήσης και της παράνομης διακίνησής τους.  Της Εύας Αναστασιάδου.

«Από τα μέσα του 20ού αιώνα, η παγκόσμια πολιτική κατά των ναρκωτικών χαρακτηρίζεται από αυστηρή απαγόρευση, η οποία, με το να τα καταστήσει παράνομα, προσπαθεί να αναγκάσει τον κόσμο να σταματήσει την κατοχή, τη χρήση και την παραγωγή τους», υποστηρίζει η αναφορά με τίτλο "Casualties of War: How the War on Drugs is Harming the World’s Poorest". Συνεχίζοντας υπογραμμίζει πως «αυτή η προσέγγιση που έχει γίνει γνωστή ως 'Πόλεμος κατά των ναρκωτικών', όχι μόνο έχει αποτύχει, αλλά επιπλέον ενισχύει την φτώχεια, υπονομεύει την υγεία και καταστρέφει κάποιες από τις πιο φτωχές και περιθωριοποιημένες κοινότητες παγκοσμίως».

Ο πόλεμος κατά των Ναρκωτικών, που αρχικά αποτέλεσε ένα σχέδιο της κυβέρνησης Νίξον, είχε στόχο την εξάλειψη κυρίως του οπίου, του φυτού της κάνναβης και της κόκας. Στην Αμερική και σε άλλες πλούσιες χώρες, η καμπάνια κατά των ναρκωτικών μεταφράστηκε με αυστηρούς νόμους και σκληρές ποινές σε μικρο-διακινητές και χρήστες. Σε χώρες χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου και ιδιαίτερα σε αυτές με ασταθή πολιτικά συστήματα, η εκπαίδευση και ο εξοπλισμός των δυνάμεων ασφαλείας αποτέλεσε βασική προτεραιότητα καθώς η λέξη 'πόλεμος' εκφράστηκε μέσω της καταστολής και της βίας.

Σύμφωνα με στοιχεία του βρετανικού Guardian, μέσα σε 9 χρόνια, ο πόλεμος των ναρκωτικών που έχει κηρυχθεί από τις ΗΠΑ και το Μεξικό έχει δημιουργήσει ένα τεταμένο κλίμα. Η κατάχρηση της βίας από τις δυνάμεις ασφαλείας και η διαφθορά των αξιωματούχων έχουν προκαλέσει μια πρωτοφανή καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανεξέλεγκτη δράση τους, έχει στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 100.000 ανθρώπους, νέους στην πλειοψηφία τους. «Η συνεργασία της κυβέρνησης και του οργανωμένου εγκλήματος είναι τόσο συχνή στο Μεξικό, που πλέον αποτελεί μέρος της δομής και του τρόπου λειτουργίας και των δύο σε πολλά σημεία της χώρας. Η αποτυχία απονομής δικαιοσύνης για εγκλήματα που προξενούνται από αυτήν την συμμαχία είναι πρωτοφανής», υπογραμμίζει η βρετανική εφημερίδα. 

Τρισεκατομμύρια δολάρια έχουν δαπανηθεί με στόχο την εξάλειψη τους, ωστόσο ακόμα και σήμερα τα παράνομα ναρκωτικά είναι πλέον πιο καθαρά, πιο φτηνά και η χρήση τους πιο διαδεδομένη από ποτέ. Όπως επισήμανε η Κάθριν Μάρτιν, υπεύθυνη πολιτικής της οργάνωσης Health Poverty Action στο πρακτορείο IPS, «υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο, 100 δισ. δολάρια σπαταλώνται στην επιβολή του νόμου των διεθνών συμβάσεων του ΟΗΕ. Παρ΄ όλα αυτά, η προσέγγιση αυτή δεν έχει μειώσει τη χρήση ούτε έχει καταφέρει να ελέγξει την παράνομη διακίνησή τους. Αντιθέτως, κρατάει τα ναρκωτικά ως μια επικερδή επιχείρηση, και τροφοδοτεί τη διαφθορά ενισχύοντας τη δύναμη των καρτέλ. Παρακινεί βίαιες συγκρούσεις και καταπατήσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων και δυσανάλογα τιμωρεί τους  μικρο-παραγωγούς και όσους κάνουν χρήση ναρκωτικών».

Σύμφωνα με την αναφορά του ΟΗΕ το 2008 για τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών, η πολιτική απαγόρευσης που υιοθετείται εδώ και δεκαετίες, έχει προκαλέσει κάποιες «ακούσιες συνέπειες». Η διακίνηση και χρήση των ναρκωτικών παραμένει ενεργή μιας και η ολική απαγόρευσή τους έχει δημιουργήσει μια τεράστια και τρομερά επικερδή  αγορά που διαχειρίζονται κύκλοι οργανωμένου εγκλήματος, σε συνεργασία συχνά με κυβερνητικούς αξιωματούχους, κερδίζοντας όλο και περισσότερη επιρροή στην κοινωνική και οικονομική ζωή της περιοχής που δρουν. 

Σύμφωνα με άρθρο του Economist, «η ολική απαγόρευση εξυπηρετεί εγκληματικές ομάδες που απολαμβάνουν τον απόλυτο έλεγχο μιας παγκόσμιας αγοράς που αξίζει 300 δισ. $ το χρόνο. Είναι επίσης βολική για διεφθαρμένους πολιτικούς και αξιωματούχους που μπορούν και εξασφαλίζουν χρήματα κάνοντας τα στραβά μάτια».

Εν συνεχεία, η επιβολή των νόμων από τις διωκτικές αρχές σε μία γεωγραφική περιοχή, συνήθως μεταθέτει το πρόβλημα της εγκληματικής δραστηριότητας αλλού, δεν τον εξαλείφει. Επιπροσθέτως, τα δισεκατομμύρια που ξοδεύονται σε βίαιες καταστολές, εξοπλισμούς και εκπαιδεύσεις δυνάμεων ασφαλείας, αποτελούν πόρους που μετατοπίστηκαν από την υγεία. Η μέριμνα για τους εξαρτημένους ανθρώπους θα έπρεπε να αποτελούσε προτεραιότητα και οι χρήστες να βρίσκονται σε θεραπευτικά προγράμματα και όχι στις φυλακές. Η αναφορά του ΟΗΕ τονίζει πως η κατασταλτική αυτή πρακτική, έχει συμβάλλει στη συμφόρηση του σωφρονιστικού συστήματος.

Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των φυλακισμένων, δεν είναι μεγαλέμποροι διακίνησης, αλλά ως επί το πλείστον χρήστες ναρκωτικών που διακινούν μικροποσότητες. Σύμφωνα με τον βρετανικό Guardian τουλάχιστον 70.000 άτομα το χρόνο λερώνουν το ποινικό τους μητρώο λόγω χρήσης ή μικρής κατοχής . Αυτό από μόνο του, ενισχύει την απομόνωση των χρηστών, που συχνά προέρχονται από πιο περιθωριοποιημένες ομάδες της κοινωνίας, δυσχεραίνοντας την παροχή θεραπευτικής αγωγής στους έχοντες ανάγκη.

Η αναφορά της οργάνωσης Health Poverty Action υπογραμμίζει πως «η στρατιωτικοποίηση του πολέμου κατά των ναρκωτικών χρησιμοποιείται ουσιαστικά για να δικαιολογήσει φόνους, μαζικές φυλακίσεις και συστηματικές καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ποινικοποίηση των ναρκωτικών δεν μειώνει τη χρήση τους, αλλά εξαπλώνει ασθένειες, αποτρέπει ανθρώπους από την εφαρμογή αποτελεσματικής θεραπείας και στερεί από εκατομμύρια κόσμο ένα σημαντικό εργαλείο ανακούφισης πόνου».

Σύμφωνα με στοιχεία του πρακτορείου IPS, «λιγότερο από το 8% των χρηστών έχουν πρόσβαση σε πρόγραμμα καθαρής βελόνας, ή σε οπιούχες αγωγές αποτοξίνωσης. Στη Δυτική Αφρική άνθρωποι με καρκίνο ή AIDS αντιμετωπίζουν σκληρούς περιορισμούς στην πρόσβαση οπιούχων αναλγητικών, γεγονός που ενισχύει τις παράνομες αγορές».

«Οι κινήσεις της διεθνούς κοινότητας πρέπει να στοχεύσουν σε, αποδεδειγμένα , υπέρ των φτωχών πολιτικές που αντιμετωπίζουν τα ναρκωτικά ως θέμα υγείας και όχι ως ζήτημα ασφαλείας. Οι πολιτικές αυτές πρέπει να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να δώσουν ένα τέλος στα δεινά που προκαλούν οι τρέχουσες πολιτικές στις φτωχές και περιθωριοποιημένες ομάδες της κοινωνίας» τονίζει η Κάθριν Μάρτιν στο πρακτορείο IPS.

Στην αναφορά της, η φιλανθρωπική οργάνωση Health Poverty Action  τονίζει πως «Η πολιτική των ναρκωτικών, όπως η κλιματική αλλαγή, είναι ένα θέμα που επηρεάζει κυρίως τομείς που χρήζουν αναπτυξιακής βοήθειας: φτώχεια, ανθρώπινα δικαιώματα, υγεία, δημοκρατία, περιβάλλον. Οι πολιτικές που ακολουθούνται τώρα, υποβαθμίζουν την οικονομική ανάπτυξη και κάνουν τα αναπτυξιακά έργα λιγότερο αποδοτικά».

Τις τελευταίες δεκαετίες πολλές χώρες (Ολλανδία, Πορτογαλία, Τσεχία, Ουρουγουάη, Αργεντινή, Γουατεμάλα, Εκουαδόρ, Ονδούρα, Μεξικό, Βραζιλία) έχουν προχωρήσει στην αποποινικοποίηση ορισμένων ναρκωτικών ή έχουν υιοθετήσει πιο φιλελεύθερες πολιτικές.  Ωστόσο, λίγοι πολιτικοί έχουν παραδεχτεί ότι ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών είναι μια αποτυχία. Ο πρώτος πόλεμος κατά των ναρκωτικών απέτυχε με καταστροφικές συνέπειες. Αν η ιστορία επαναληφθεί, τότε η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη.