Στην χθεσινή του συνέντευξη στον Real FM ο Αλέξης Τσίπρας ήταν μάλλον αφοπλιστικά ειλικρινής ως προς τον πολιτικό και εκλογικό του σχεδιασμό. Όχι τόσο διότι επανέλαβε, για πολλοστή φορά, πως οι εκλογές θα γίνουν το 2019 και στο τέλος της θητείας της κυβέρνησης, όσο διότι περιέγραψε τα ακριβή κίνητρα που τον οδηγούν σε αυτή την επιλογή.

«Δεν με αφορούν ιδιαίτερα», είπε, «οι εδώ και πολλές φορές λανθασμένες εκτιμήσεις της αντιπολίτευσης για την ημερομηνία των εκλογών. Έχω δηλώσει επανειλημμένως ότι αυτές δεν θα είναι το ‘18, θα είναι το ‘19, στο τέλος της συνταγματικά κατοχυρωμένης θητείας της κυβέρνησης».

«Και αυτό», πρόσθεσε, «γιατί, όχι μόνο τότε θα είναι ευνοϊκότερες οι συγκρίσεις σε σχέση με το πού ήμασταν και πώς θα παραδώσουμε τη χώρα, αλλά κυρίως γιατί η χώρα χρειάζεται να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη σε σχέση με τους εταίρους, άρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και αυτή η κυβέρνηση μπορεί να την παράσχει».

Εν ολίγοις, ο πρωθυπουργός κατέστησε σαφές αφ’ ενός το πολιτικά αυτονόητο – το ότι δεν πρόκειται να ρισκάρει την σταθερότητα της χώρας στην τελική και πιο κρίσιμη προσπάθεια εξόδου από τα Μνημόνια – και, αφ’ ετέρου το εκλογικά επιθυμητό: Το γεγονός ότι η κυβέρνηση χρειάζεται χρόνο για να εμπεδωθούν στην κοινωνία, και να αποδώσουν καρπούς και στην κάλπη οι διαφαινόμενες θετικές εξελίξεις στο μέτωπο της οικονομίας.

Ο «οδικός χάρτης»

Μαζί με αυτό το μήνυμα, ο Αλέξης Τσίπρας έδειξε ουσιαστικά και τον «οδικό χάρτη» που αποτελεί το, αν μη τι άλλο, επιθυμητό σενάριο για το Μαξίμου: Τέλος του προγράμματος και έξοδος από το Μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, δομικός και προεκλογικός ανασχηματισμός το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και προσφυγή στις κάλπες αργά την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 2019.

Πρόκειται για ένα σενάριο που καταλαμβάνει την κεντρική θέση στις εισηγήσεις που βρίσκονται στο πρωθυπουργικό γραφείο, και θεωρείται ότι συγκεντρώνει τις περισσότερες δυνατές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την ανατροπή – μερική ή ολική – του δημοσκοπικού κλίματος.

Για την υλοποίησή του, ωστόσο, κρίνεται αναγκαίο ότι απαιτούνται και ενδιάμεσες κινήσεις τακτικής – κινήσεις, που θα εκπέμπουν μηνύματα βελτίωσης, ανανέωσης και προοπτικής. Σ’ αυτές τις κινήσεις εντάσσεται κι ένας πιθανός «μίνι ανασχηματισμός» στο άμεσο μέλλον, ήτοι σε χρόνο που θα επισφραγίζει το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης και θα σηματοδοτεί το καίριο πολιτικό βήμα μετάβασης στην τελική φάση απεμπλοκής από τον μνημονιακό κλοιό.

Ο «διορθωτικός» ανασχηματισμός

Εάν οι σχετικές εισηγήσεις γίνουν τελικά αποδεκτές ο εν λόγω «διορθωτικός» ή «περιφερειακός» ανασχηματισμός θα γίνει μετά το Eurogroup της 22ας Ιανουαρίου, οπότε θα κλείσει και πολιτικά η αξιολόγηση, και θα αφορά κυρίως τομείς που είτε πάσχουν σε αποτελεσματικότητα, είτε έχουν τραυματίσει την εικόνα της κυβέρνησης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ουδεμία αλλαγή αναμένεται στα τέσσερα κεντρικά υπουργεία – Οικονομικών, Εξωτερικών, Αμυνας, Εσωτερικών – για λόγους τόσο πολιτικής κρισιμότητας όσο και εσωτερικών και κοινοβουλευτικών ισορροπιών. Αντιθέτως, δεδομένη θεωρείται η αποχώρηση του Γιάννη Μουζάλα από τη θέση του αναπληρωτή υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, καθώς η πολιτική του «συμβίωση» με μεγάλη μερίδα στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πλέον να έχει εξαντλήσει τα όριά της. Ως πιθανοί αντικαταστάτες του εμφανίζονται είτε ο Γιάννης Μπαλάφας, είτε ο Δημήτρης Βίτσας.

Πιθανή θεωρείται επίσης η αλλαγή ηγεσίας στο υπουργείο Οικονομίας όπου ο Δημήτρης Παπαδημητρίου κινείται μεν δραστήρια στο πεδίο της προσέλκυσης επενδύσεων αλλά χρεώνεται από κάποιες κυβερνητικές πλευρές και αδυναμία προσαρμογής στα ελληνικά πολιτικά δεδομένα. Μεταξύ των πιθανών διαδόχων του φέρεται να είναι ο νυν υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Νίκος Παππάς – μια μετακινήσή του ωστόσο θα προκαλούσε ευρύτερες ανακατάξεις στο κυβερνητικό σχήμα.

Ερωτήματα καλύπτουν και την συνέχιση ή μη της θητείας του Γιώργου Σταθάκη στο υπουργείο Ενεργειας καθώς και εκείνη του Παναγιώτη Κουρουμπλή στο υπουργείο Ναυτιλίας, ενώ οι περισσότερες εκτιμήσεις εντός κυβέρνησης θέλουν να αντικαθίσταται και η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόδρου. Εδώ συζητείται έντονα το όνομα του Νίκου Φίλη ως πιθανού διαδόχου της, καίτοι σημειώνεται πως στη περίπτωση του πρώην υπουργού Παιδείας υπάρχουν ενδοκυβερνητικές και εσωκομματικές «πολυπλοκότητες».