«Το 2017, οι ομάδες των ΓΧΣ (Γιατροί Χωρίς Σύνορα) στη Λέσβο παρακολούθησαν  275 ανθρώπους που υπήρξαν  θύματα βασανιστηρίων, εκ των οποίων οι  131 (σχεδόν το 50%)  χρήζουν αποκατάστασης και  παραπέμφθηκαν σε εξειδικευμένο κέντρο  στην Αθήνα. Ωστόσο, τα δύο τρίτα από  αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στην ενδοχώρα, λόγω του γεωγραφικού περιορισμού που τους έχει επιβληθεί ή λόγω  έλλειψης χώρου στις δομές  διαμονής στην Αθήνα. Η πλειοψηφία τους εξακολουθεί να ζει στην Μόρια, όπου οι συνθήκες είναι  αναμφίβολα επιβαρυντικές  για τις ιατρικές  και ψυχολογικές τους ανάγκες. Ο επιπολασμός των θυμάτων βασανιστηρίων είναι πιθανόν  πολύ μεγαλύτερος  στο συγκεκριμένο πληθυσμό και γι ‘αυτό πιστεύουμε  ότι υπάρχουν πολλοί ακόμη που πάσχουν  από αυτό τον “αόρατο” πόνο. Οι  λίστες αναμονής  για τους ψυχολόγους και τους γιατρούς μας στη Λέσβο είναι πολύ μεγάλες.»

Η επικεφαλής της αποστολής των ΓΧΣ στη Λέσβο Louise Roland-Gosselin, περιγράφει ανάγλυφα , πως οι ευάλωτες ομάδες προσφύγων είναι οι πρώτες που δέχονται το χτύπημα , εξαιτίας της διαχείρισης του προσφυγικού.

Η οργάνωση RSA (Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο) καταθέτει στο tvxs.gr τα στοιχεία από τον απολογισμό των 2 ετών κατά τα οποία είναι σε εφαρμογή η συμφωνία ΕΕ - Τουρκίας. 

Η οργάνωση επισημαίνει πως: Η δήλωση – «συμφωνία» Ε.Ε-Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016, οι επίμονες πιέσεις της Ε.Ε για άμεση εφαρμογή  της και  το άμεσο απότοκο της - ο  εγκλωβισμός χιλιάδων προσφύγων στα νησιά του Αιγαίου σε συνδυασμό με τη νέα ταχύρρυθμη διαδικασία των συνόρων, επιδείνωσαν δραματικά τις ήδη υφισταμένες δυσλειτουργίες και ανεπάρκειες του συστήματος εντοπισμού, διάγνωσης και αποκατάστασης των ευάλωτων προσφύγων που φτάνουν στα νησιά του Αιγαίου.  Άμεση συνέπεια όλων αυτών είναι ότι πολλοί πρόσφυγες  που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες όπως ασυνόδευτοι ανήλικοι, άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα υγείας, άνθρωποι που χρήζουν ψυχοκοινωνικής στήριξης,  θύματα βασανιστηρίων ή άλλων μορφών βίας,  δεν  εντοπίζονται από τις αρμόδιες Αρχές.

Διαβάστε επίσης:

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Μ*

Ο Μ*  είναι 27 ετών  πρόσφυγας από τη Συρία και έφτασε  στην Λέσβο το καλοκαίρι του 2016 μαζί με τη μητέρα του και την αδερφή του  με την οικογένειά της. Μετά την άφιξή τους, όλη η οικογένεια ζήτησε διεθνή προστασία.

Ο Μ*  βίωσε πολλά τραυματικά γεγονότα τόσο στην Συρία όσο και την προσπάθειά του να φθάσει σε μία ασφαλή χώρα και ως συνέπεια όλων αυτών υποφέρει από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Στην Συρία,  σκοτώθηκε ο πατέρας του,  η σύζυγος και το παιδί του και ο ίδιος κρατήθηκε σε απομόνωση από τον έξω κόσμο και βασανίστηκε από τις κυβερνητικές Αρχές.

Όταν εγκατέλειψε τη Συρία μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του και προσπαθώντας να διασχίσει την Τουρκία και να βρει ασφάλεια, υπήρξε θύμα πολλαπλών παραβιάσεων των δικαιωμάτων του από τις Τουρκικές αρχές όπως επαναπροωθήσεις, ξυλοδαρμούς, αυθαίρετη κράτηση και έλλειψη κάθε μορφής προστασίας. Ο Μ*  περιέγραψε τον φόβο που βίωσε στην Τουρκία: ‘Στην Τουρκία  ζούσα  με  τον φόβο ένοιωθα  συνεχώς  απειλή και εγώ και η μητέρα  μου’.

Μετά από όλες αυτές τις τραυματικές εμπειρίες ο Μ* και η μητέρα του ήρθαν αντιμέτωποι με τις άθλιες συνθήκες στον προσφυγικό καταυλισμό της «Μόριας». Ο Μ* περιέγραψε τις εμπειρίες του στους ερευνητές της «Υποστήριξης»: «Έμεινα  τόσο καιρό στην Μόρια  χωρίς κανείς να μπορεί να μου πει γιατί…. Περάσαμε πολύ άσχημα  στην Μόρια… Όταν έπιασε  φωτιά  στην Μόρια  αναγκάστηκα  να κοιμηθώ  στον δρόμο… ποτέ πριν δεν ήμουν άστεγος»

Η  μία και μοναδική συνέντευξη ασύλου του έγινε από  χειριστή  της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο  (ΕΑΣΟ)  και περιορίστηκε  στο να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης του και πιο συγκεκριμένα αν η Τουρκία είναι ‘ασφαλής τρίτη χώρα’ για τον Μ*. Σύμφωνα με την  συνέντευξη αυτή, ο  υπάλληλος του  ΕΑΣΟ αξιολόγησε και την ευαλωτότητα  του αιτούντος, και με λίγες γραμμές ως αιτιολογία κατέληξε ότι ο Μ* δεν είναι ευάλωτη περίπτωση. Η απόφαση αυτή λήφθηκε χωρίς ο Μ* να παραπεμφθεί και να εξεταστεί από κάποια αρμόδια η εξειδικευμένη  υπηρεσία πρώτης υποδοχής  ή εξειδικευμένη ψυχοκοινωνική  μονάδα ή γιατρό ή ψυχολόγο προκειμένου να διαγνωστεί η ευαλωτότητά του και η ιδιότητά του ως θύματος βασανιστηρίων. 

Μετά τον  χαρακτηρισμό του ως  μη ευάλωτου,  το αίτημα ασύλου  του Μ* εξετάστηκε με την «υπερ» ταχύρρυθμη διαδικασία των συνόρων  και μόνο ως προς  το παραδεκτό της αίτησής του και απορρίφθηκε στον πρώτο βαθμό με το σκεπτικό ότι η Τουρκία είναι «ασφαλής τρίτη χώρα» για αυτόν.  Με το ίδιο σκεπτικό, η αρμόδια Επιτροπή Προσφυγών απέρριψε την προσφυγή του κατά της αρχικής απόφασης επί του «παραδεκτού».  Σύμφωνα με την απόφαση  της Επιτροπής Προσφυγών, όλα όσα  ο Μ* είχε υποφέρει στη Συρία  δεν ενδιέφεραν πλέον  τις αρμόδιες αρχές εξέτασης του αιτήματος ασύλου , αφού δεν αφορούσαν την κατάσταση στην Τουρκία, ενώ τα όσα είχε υποστεί στην Τουρκία  κρίθηκαν ως μη ουσιώδη. Την ίδια τύχη είχε και το αίτημα ασύλου της ηλικιωμένης μητέρας του.

O φόβος της επιστροφής σε μια μη ασφαλή χώρα είναι πια η καθημερινότητα του Μ* και της μητέρας του. Ο Μ* μας είπε: «Τώρα κοίτα  πως  καταντήσαμε, τώρα  δεν περιμένουμε να πάρουμε  το άσυλο, τώρα είμαστε  ευχαριστημένοι όταν καταφέρνουμε να  ανανεώσουμε  το τρίπτυχο. Και ας  έχει κόκκινη σφραγίδα. Μήνα με  τον μήνα  ζούμε  με  τον φόβο. Κάθε  φορά  όταν πλησιάζουν οι μέρες  παθαίνω  κρίσεις πανικού και γω και η μητέρα  μου. Όλοι ρωτάνε  τι πάθαμε? Δεν μπορώ  να το αντιμετωπίσω. Και μετά ησυχάζω παίρνω ανάσα  για  ένα μήνα  μέχρι την επόμενη φορά.”

Σε αντίθεση με τον Μ* και την ηλικιωμένη μητέρα του που συνεχίζουν να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στη Λέσβο με κίνδυνο άμεσης απέλασης, η αδερφή του Μ*  και η  οικογένειά της  αξιολογήθηκαν ως ανήκοντες σε ευάλωτη κατηγορία προσφύγων. Έτσι,  το αίτημά τους εξετάστηκε κατευθείαν επί της ουσίας και σήμερα είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Αθήνα κατόπιν άρσης του γεωγραφικού περιορισμού τους.