Νίκος Χριστοδουλάκης: Έτσι θα σωθεί ο Τιτανικός
Η κρίση τα αλλάζει όλα: το πολιτικό περιβάλλον, τις κοινωνικές σχέσεις, την οικονομία, μέχρι τις αξίες και τις βεβαιότητες που επικράτησαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Επειδή οι αλλαγές αυτές μας αφορούν ατομικά, συλλογικά και συνολικά, ας μην αφήσουμε να επέλθουν ερήμην, υποστηρίζει ο Νίκος Χριστοδουλάκης στο νέο του βιβλίο (εκδ. Πόλις). Τελικά σώζεται ο «Τιτανικός»;
Συνέντευξη στον Θανάση Βασιλείου
Σίγουρα η χώρα θα μπορούσε να αποφύγει τις συνέπειές της με έναν συνδυασμό συνετής διαχείρισης, διορατικότητας και άμεσης δράσης στο εσωτερικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην κρισιμότερη καμπή της νεότερης ιστορίας, μεταξύ θεωρίας και πράξης, ο πρώην υπουργός Οικονομίας διατηρεί την αισιοδοξία του, ακολουθεί μια πρακτική προσέγγιση «καλύτερα μια λύση τώρα, παρά μια καλύτερη (ή χειρότερη;) λύση αργότερα», αντιπαραβάλλοντάς την στην αέναη προσμονή μιας θεωρητικής πληρότητας και ολοκληρωμένης διερεύνησης όλων των παραμέτρων.
Από τη συμβατική σοφία της Οικονομικής, προκρίνει κεϋνσιανές πολιτικές, αλλαγή ρότας της ΕΕ με αίτημα τα γρηγορότερα αντανακλαστικά και προς στην κατεύθυνση της αλληλεγγύης των εταίρων και όχι του υπολογισμού των δανειστών και, τέλος –το σπουδαιότερο–, εγρήγορση στα του οίκου μας. Δηλαδή, να υλοποιήσουμε τις δεσμεύσεις το ταχύτερο δυνατόν και, αφού το πετύχουμε, να ζητήσουμε επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου. Όχι επειδή μας το ζητάνε, αλλά επειδή το θέλουμε εμείς. Σε τελευταία ανάλυση την Ελλάδα και τους Έλληνες αφορά όλη αυτή η ιστορία. Και η όποια έκβασή της σημερινής ελληνικής τραγωδίας, πρώτους εμάς αφορά.
Μήπως θα πρέπει να αρχίσουμε επιτέλους να μιλάμε για την ύφεση και όχι τόσο για το χρέος;
Πριν από λίγες μέρες ο Κρούγκμαν δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο εντοπίζει ως κύρια αιτία της σημερινής κρίσης στην Νότια Ευρώπη, όχι το δημόσιο χρέος, αλλά τα μεγάλα εμπορικά ελλείμματα που κάνουν τις χώρες ευάλωτες στον εξωτερικό δανεισμό. Αυτό είναι τελικά θέμα εσωτερικής παραγωγής. Στην περίοδο της άνθησης η χώρα εισάγει υπερβολικά πολλά, αλλά βρίσκονται πολλοί πρόθυμοι να της δανείσουν, αναπτύσσονται υπηρεσίες γύρω από τα εισαγόμενα και η οικονομία τρέχει. Σε μια παγκόσμια κρίση, οι δανειστές στερεύουν, οι εισαγωγές περιορίζονται και η εσωτερική οικονομία βυθίζεται στην ύφεση και στα χρέη που έχει συσσωρεύσει. Σε μία πρόσφατη μελέτη που έκανα με συνεργάτες μου στο Πανεπιστήμιο βρήκαμε ότι σε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και στην Ελλάδα οι ξένες επενδύσεις πήγαν σε παραθεριστικές κατοικίες και υπηρεσίες, αυξάνοντας τον πλούτο αλλά μόνο εφάπαξ και την κατανάλωση δια παντός αλλά χωρίς μόνιμα εισοδήματα. Αυτό είναι το μοντέλο που πρέπει να αλλάξει, ιδιαίτερα μέσα στην σημερινή κατάσταση.
Ανάλογα φαινόμενα διεύρυνσης των εξωτερικών ελλειμμάτων παρατηρήθηκαν κυρίως μετά το 2004 σε όλες τις νότιες οικονομίες της Ευρωζώνης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία και Γαλλία), αλλά και στην Ιρλανδία μετά το 2006. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μετά την κρίση του 2008 όλες αυτές οι χώρες είτε κατέφυγαν στον Μηχανισμό Διάσωσης, είτε δέχονται ισχυρές κερδοσκοπικές πιέσεις, ακόμα και αν δεν είχαν σοβαρά προβλήματα χρέους και δημοσίων ελλειμμάτων. Για παράδειγμα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία είχαν πολύ χαμηλό χρέος το 2008, βρέθηκαν όμως εκτεθειμένες στην έλλειψη ρευστότητας και είδαν τα σπρεντ να εκτινάσσονται αμέσως. Αντίθετα το Βέλγιο, αν με πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος, είχε εξωτερικό πλεόνασμα και δεν μπήκε σε αυτή την κρίση.
Ας δούμε τώρα την σχέση ύφεσης και χρέους σε ένα τρέχον ζήτημα:
Στις 21 Ιουλίου συμφωνήθηκε η συμμετοχή ιδιωτών στην εθελοντική μετακύλιση του ελληνικού χρέους. Εάν το λεγόμενο σχήμα PSI (private sector involvement) υιοθετηθεί από το 90% των τραπεζών, αναμένεται να αποκλιμακώσει την παρούσα αξία των ομολόγων που κατέχουν κατά 21%. Η τελική ελάφρυνση του χρέους θα είναι 10-15% του ΑΕΠ ανάλογα με τις λήξεις που κατέχουν. Είναι όμως σημαντικό να συγκρίνει κανείς αυτή την ελάφρυνση με την επιβάρυνση που υπέστη ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ λόγω της ύφεσης που σωρρευτικά την τελευταία τριετία ξεπέρασε το 12% του ΑΕΠ. Εάν υποθέσουμε ότι την τριετία 2009-2011 είχαμε απλώς μηδενική ανάπτυξη το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν χαμηλότερο κατά 15 έως 18 μονάδες, αισθητά καλύτερα ακόμα και από την πλήρη επιτυχία του PSI.
Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο INSIDER


















