Η εφημερίδα Independent της Μάλτας τον Απρίλιο του 2017 είχε ανακοινώσει συνέντευξη με τη Μαρία Εφίμοβα, την πρώην υπάλληλο της Pilatus Bank η οποία κατήγγειλε και αποκάλυψε τις διεφθαρμένες συναλλαγές που φέρεται ότι χειρίστηκε η τράπεζα και στις οποίες εμπλέκονται ανώτεροι κρατικοί αξιωματούχοι.

Η συνέντευξη ανακοινώθηκε στην ιστοσελίδα της Independent της Μάλτας, με τίτλο «Αποκλειστικό: Η whistle-blower της Pilatus Bank μιλάει στην Independent της Μάλτας την Κυριακή», συνοδευόμενη από ένα τρέιλερ. Όμως η συνέντευξη αυτή τελικά δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.

Προφανώς, η Independent της Μάλτας δέχθηκε πιέσεις από την Pilatus Bank, «νομικές συμβουλές» τις χαρακτήρισε η αρχισυνταξία. Τις ίδιες συμβουλές δέχτηκαν και οι «The Times» και «Malta Today» μπροστά στις απειλές που έγιναν από την Pilatus Bank για αγωγές.

Ένα απόσπασμα της συνέντευξης σε βίντεο είναι ακόμα διαθέσιμο στο vimeo:

 

Διαβάστε το αποκλειστικό ρεπορτάζ του Tvxs για την πάραδοση της Μαρίας Εφίμοβα και το παρασκήνιο που προηγήθηκε, αλλά και την συνέντευξη του Tvxs.gr με τον δικηγόρο της Μαρίας Εφίμοβα

Τι είπε σε αυτήν τη συνέντευξη η Μαρία Εφίμοβα….

«Είμαι Ρωσίδα και ο σύζυγός μου είναι Έλληνας. Ζούσαμε στη χώρα του, αλλά αποφασίσαμε να έρθουμε στη Μάλτα με τα δύο μικρά μας παιδιά, ώστε να ζήσουμε εδώ και να δουλέψουμε. Ήρθαμε το Δεκέμβριο του 2015 και βρήκαμε σχεδόν αμέσως δουλειά. Στις 15 Ιανουαρίου του 2016, ξεκίνησα να εργάζομαι ως εκτελεστικός βοηθός του Seyed Ali Sadr Hasheminejad, ιδιοκτήτη και προέδρου της Pilatus Bank. Εκείνη την εποχή, η Identity Malta δεν είχε εκδώσει την κάρτα παραμονής μου αλλά, ως σύζυγος πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχω το δικαίωμα εργασίας σε χώρες-μέλη της. Αφού είχα υπογράψει το συμβόλαιο πρόσληψης, ο Hamidreza Ghanbari, CEO της τράπεζας, μου είπε πως δεν θα μπορούσα να πληρωθώ μέχρι να εκδοθεί η κάρτα παραμονής μου. Μου είπε ότι χωρίς την κάρτα, η τράπεζα δεν μπορούσε να δηλώσει την πρόσληψή μου στην Εταιρία Απασχόλησης και Άσκησης, του τμήματος Κοινωνικής Ασφάλειας και της εφορίας. Τον πίστεψα, θεωρώντας πως, έτσι κι αλλιώς, δεν θα έπαιρνε πολύ χρόνο η έκδοση της κάρτας παραμονής μου.

Μου ζήτησαν να υπογράψω ένα κενό χαρτί και να το δώσω στο Luis Rivera, Γενικό Διευθυντή Επιχείρησης της τράπεζας. Ο Brian Tonna, ο λογιστής, ήταν διαρκώς παρών στο γραφείο. Έκανε επισκέψεις κάθε βδομάδα, πολλές φορές πάνω από μία φορά τη βδομάδα, και πάντα μιλούσε σαν να είχε αυτός το πάνω χέρι. Το θεωρούσα πολύ παράξενο.

Μου έδωσαν επίσης μια λίστα με εταιρίες, 8 με 10 ονόματα, και μου είπαν ότι έπρεπε να είμαι ιδιαίτερα προσεκτική με συναλλαγές πληρωμών και ότι, για ό,τι είχε να κάνει με αυτές, θα έπρεπε να μιλώ με την Claude-Anne Sant Fournier, εκτελεστική διευθύντρια. Οι εταιρίες περιλάμβαναν τις  Willerby Inc., Tillgate Inc., Hearnville Inc., Egrant Inc. και Al Sahra FZCO. Γνώριζα ότι η Al Sahra ήταν ιδιοκτησία της κόρης του προέδρου του Αζερμπαϊτζάν, Leyla Aliyeva, καθώς είχα δει τη φόρμα ανοίγματος του τραπεζικού λογαριασμού, αλλά σε εκείνο το στάδιο δεν ήξερα σε ποιους ανήκαν οι υπόλοιπες εταιρίες. Δεν είχαν ακόμα κυκλοφορήσει τα νέα για αυτές και τα Panama Papers θα έρχονταν στη δημοσιότητα βδομάδες μετά. Ήξερα τα ονόματα γιατί ήταν στη λίστα και επειδή η τράπεζα είχε μόλις σχεδόν εκατό πελάτες. Αυτά τα ονόματα ξεχώριζαν για μένα για έναν άλλο λόγο: τις συναλλαγές πληρωμών που τις αφορούσαν. Οι πληρωμές εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων από την Al Sahra FZCO, ήταν πάντα δηλωμένες ως πληρωμές δανείων, και δεν γίνονταν στους λογαριασμούς της Pilatus Bank, αλλά σε λογαριασμούς που είχαν σε μια τράπεζα στο Ντουμπάι.

Μία από τις πληρωμές ήταν τόσο μεγάλη, πάνω από 1 εκατομμύριο, που δημιούργησε προβλήματα όταν η ανταποκρίτρια Αμερικανική τράπεζα τη σταμάτησε και έθεσε ερωτήματα για αυτήν.

Όταν διευθετήθηκε το ζήτημα με τον τραπεζικό λογαριασμό και το δάνειο, συχνά, ο κ. Ghanbari λάμβανε περισσότερες οδηγίες από τον κ. Hasheminejad: περίπου 400.000 δολάρια - δεν θυμάμαι το ακριβές ποσό, αλλά κάπου εκεί - έπρεπε να μεταφερθούν σε μια Μαλτέζα γυναίκα που ζει στη Νέα Υόρκη και έχει μια επιχείρηση με κοσμήματα, με το όνομα Buttardi. Έπρεπε να περαστεί σαν πληρωμή δανείου.

Μια άλλη φορά, μου ζητήθηκε να σκανάρω μια προσφορά από έναν μεσίτη, για μια βίλα στο Λονδίνο, αξίας περίπου 17 εκατομμυρίων λιρών, με σχέδια και φωτογραφίες των δωματίων. Η προσφορά απευθυνόταν στη Willerby Trade Inc. Το θυμάμαι γιατί ο κ. Ghanbari με έκανε να τη σκανάρω ξανά και ξανά μέχρι να ήταν τέλεια. Οι πληρωμές για τη βίλα επεξεργάστηκαν από τη Willerby Trade Inc. Θυμάμαι πως η πρώτη πληρωμή ήταν ύψους 5 εκατομμυρίων λιρών και υπήρχε συμφωνία για τις επόμενες δόσεις.

Μια μέρα, κάποιοι Πορτογάλοι δικηγόροι ήρθαν στα γραφεία μας και είπαν ότι ήθελαν να ανοίξουν έναν τραπεζικό λογαριασμό για μια εταιρία στην Πορτογαλία. Φαινόταν πως όλοι οι μέτοχοι και οι διευθυντές ήταν αξιόπιστα άτομα, και όχι Politically Exposed Persons (πολιτικά εκτεθειμένα άτομα) και ο λογαριασμός ανοίχτηκε. Μερικές βδομάδες αργότερα, δυο Πορτογάλοι επέστρεψαν στη Μάλτα και είπαν πως οι μετοχές της εταιρίας είχαν πωληθεί και ότι ο νέος ιδιοκτήτης είναι ένας PEP, ο γιος του προέδρου της Ανγκόλα. Ο κ. Ghanbari έκανε σαν να μην ήταν κάτι το περίεργο. Όταν αυτοί αποχώρησαν, του είπα, δε βλέπεις τι έκαναν; Έκαναν πως άνοιξαν έναν τραπεζικό λογαριασμό για μια κανονική εταιρία και άλλαξαν αμέσως το μέτοχο σε έναν σημαντικό PEP. Θα το επιτρέψεις αυτό; Μου είπε ότι δεν ήταν δική μου δουλειά και ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με αυτό.

Όλο εκείνο το διάστημα, η Identity Malta δεν είχε εκδώσει την κάρτα παραμονής μου και η τράπεζα εξακολουθούσε να τo χρησιμοποιεί αυτό.

Στα τέλη του Φεβρουαρίου του 2016, όταν ήμουν ήδη εκεί για 6 βδομάδες, η Pilatus Bank έλαβε επίσημη ειδοποίηση από τη Μονάδα Οικονομικών Αναλύσεων (Financial Intelligence Analysis Unit), που έλεγε ότι οι ερευνητές της θα επισκέπτονταν την τράπεζα για ελεγκτικούς σκοπούς. Μετά από μια-δυο μέρες αφού είχε έρθει αυτό το γράμμα, η υπεύθυνη της τράπεζας για τις προετοιμασίες γνωριμίας με τους πελάτες, τη συνέπεια και τις συναλλαγές, ξαφνικά παραιτήθηκε και έφυγε, χωρίς καν να ενημερώσει. Θεώρησα πως αυτό ήταν ένα κακό σημάδι.

Ο κ. Ghanbari μου ζήτησε να αναλάβω το πόστο της μέχρι η τράπεζα να βρει αντικαταστάτη. Του είπα πως αυτό ήταν αδύνατο, καθώς το συμβόλαιό μου ήταν αυτό ενός εκτελεστικού βοηθού και ένας εκτελεστικός βοηθός δεν θα μπορούσε να γίνει υπεύθυνος για τη θέση της προετοιμασίας γνωριμιών των πελατών, της συνέπειας και της παρακολούθησης των συναλλαγών. Ακόμα δεν είχα πληρωθεί - μου χρωστούσαν μισθό 6 εβδομάδων - και ο κ. Ghanbari μου είπε πως αν ήθελα να δω τα λεφτά μου θα έπρεπε να συμφωνήσω. Ανησύχησα πολύ με αυτή την εξέλιξη.

Στις 15 Μαρτίου, οι υπεύθυνοι της Financial Intelligence Analysis Unit επισκέφθηκαν την Pilatus Bank και ξεκίνησαν τον έλεγχό και τις έρευνές τους. Έμειναν εκεί για εννιά ημέρες. Μια από αυτές τις μέρες, ο κ. Ghanbari με κάλεσε στο γραφείο του. Η Claude-Ann Sant-Fournier, που ήταν επικεφαλής νομικών υποθέσεων και υπεύθυνη για υποθέσεις όπου υπήρχε ξέπλυμα μαύρου χρήματος, ήταν επίσης εκεί. Μου είπε ότι η FIAU ήθελε να ελέγξει ορισμένους φακέλους πολιτικά επιφανών πελατών της τράπεζας, των οποίων οι λογαριασμοί είχαν ανοιχτεί το 2015 και στους οποίους φακέλους τα δείγματα υπογραφών, οι υπογραφές έγκρισης πληρωμών και αρχεία συνέπειας έλειπαν. Μου είπε πως ήμουν εγώ υπεύθυνη για αυτό, ότι ήταν δικό μου λάθος και πως έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα οργανώσω.

Η Fournier μου είπε: «Θα έχεις μεγάλο πρόβλημα». Τότε κατάλαβα ότι με την έρευνα της FIAU σε εξέλιξη, έψαχναν κάποιον για να κατηγορήσουν. Είχαν σκαναρισμένη την υπογραφή μου στο αρχείο τους και άρχισα να ανησυχώ πως θα με παγίδευαν με κάποιο τρόπο. Όσο η FIAU ήταν εκεί, η Sant-Fournier μου ζήτησε να τη βοηθήσω με τους φακέλους που ζητούσαν. Μου είπε, τους δείχνουμε αυτούς τους φακέλους, αλλά αυτούς δεν τους δείχνουμε. Μου έδωσε κάποιους φακέλους και μου ζήτησε να αφαιρέσω λεπτομέρειες συναλλαγών, κυρίως των μεγαλύτερων συναλλαγών. Όταν έφερα αντίρρηση, μου είπε να θυμάμαι πως ακόμα δεν είχα πληρωθεί.

Μια μέρα, η Sant-Fournier ήταν περισσότερο απασχολημένη με αιτήματα της FIAU από άλλες φορές και μου έδωσε το κλειδί για το θησαυροφυλάκιο αρχείων, ζητώντας μου να της πάω κάποιους φακέλους. Αυτό στο παρελθόν ήταν στο γραφείο του CEO, αλλά είχε μεταφερθεί στην κουζίνα καθώς εκεί δεν υπήρχε κάμερα παρακολούθησης. Ο CEO είχε επίσης δώσει οδηγίες για την αφαίρεση του συστήματος παρακολούθησης από το δωμάτιο του server, και θυμάμαι, είχε μεγάλη διαφωνία με το διευθυντή του IT. Μόλις άνοιξα το θησαυροφυλάκιο και πήρα τα αρχεία που χρειαζόμουν, αποφάσισα να ρίξω μια γρήγορη ματιά στα άλλα αρχεία, καθώς πλέον ήμουν πολύ καχύποπτη και αγχωμένη. Δεν ξέρω τι ακριβώς έψαχνα, ίσως γνωστά ονόματα. Τότε είδα δύο δηλώσεις εμπιστοσύνης με το όνομα «Muscat». Δεν ήμουν αρκετό καιρό στη χώρα για να γνωρίζω πως είναι ένα συνηθισμένο όνομα εκεί. Το αναγνώρισα καθώς ήταν το όνομα του πρωθυπουργού. Το όνομα της εταιρίας ήταν Egrant Inc. και ήξερα το όνομα γιατί ήταν στη λίστα μου. Αυτό ήταν ακόμα πριν τη δημοσιοποίηση των Panama Papers, που έγινε τον Απρίλιο, οπότε δεν είχα ιδέα για τη σημασία της.

Σκάναρα γρήγορα τα αρχεία αυτά και τα επέστρεψα στο θησαυροφυλάκιο. Δεν ξέρω γιατί το έκανα, τι είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου, εκτός από το ότι ήθελα να έχω κάτι στα χέρια μου στην περίπτωση που προσπαθούσαν να με παγιδεύσουν ως υπεύθυνη για τους φακέλους PEP.

Η ατμόσφαιρα έγινε ιδιαίτερα τεταμένη όταν ακολούθησε η έρευνα της FIAU. Στις 29 Μαρτίου, ο κ. Ghanbari μου έδωσε μια επιστολή διακοπής εργασίας, χωρίς επίσημο λόγο διακοπής της συνεργασίας μας και διέταξε να αποχωρήσω από την τράπεζα αμέσως. Του υπενθύμισα ότι δούλευα στην τράπεζα για 2,5 μήνες και ότι ακόμα δεν είχα πληρωθεί. Μου είπε ότι θα ζητούσε συμβουλές και μου ζήτησε να φύγω. Την ίδια μέρα, δύο ακόμη εργαζόμενοι στην εταιρία απολύθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Περίμενα μια βδομάδα για να ακούσω το οτιδήποτε για το μισθό μου, άλλα δεν έγινε κάτι. Τότε έστειλα επιστολή στο Finco Trust, όπου η Pilatus Bank ανέθετε το payroll της, και τους ζήτησα να μου στείλουν τις μισθοδοσίες μου. Με ενημέρωσαν ότι η τράπεζα δεν τους είχε δώσει ποτέ πληροφορίες για μένα. Στη συνέχεια έλαβα ένα mail από τη Sant-Fournier, που με ενημέρωνε πως δεν υπήρξα ποτέ υπάλληλος της τράπεζας, πως παρείχα μόνο υπηρεσίες διαχείρισης και πως είχα πληρωθεί με μετρητά για αυτές. Τίποτα από αυτά δεν ήταν αληθές. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν επρόκειτο να με πληρώσουν ποτέ και ότι η δικαιολογία για την κάρτα παραμονής μου ήταν ακριβώς αυτό, μια δικαιολογία.

Στις 11 Απριλίου πληροφόρησα το Σώμα Εργασιακών Σχέσεων (DIER) για την κατάσταση και αυτό έστειλε αίτημα πληρωμής από την Pilatus Bank. Η τράπεζα αρνήθηκε να πληρώσει, αυτή τη φορά αλλάζοντας τη δικαιολογία της και λέγοντας πως ήμουν ασκούμενη και πως είχα ήδη πληρωθεί. Η DIER ζήτησε τότε αποδεικτικό πληρωμής και δεν είχε καμία απάντηση. Τον Ιούνιο, ένας δημόσιος υπάλληλος της DIER μου είπε πως το αίτημά μου είχε παραπεμφθεί στο διευθυντή νομικών υποθέσεων του παραρτήματος για να γίνει μήνυση στην τράπεζα.

Πήγα στη JobsPlus, και ένας υπάλληλος εκεί έστειλε αίτημα στην τράπεζα για να δηλώσει την πρόσληψή μου, ετεροχρονισμένα. Η τράπεζα αρνήθηκε, αναφέροντας πως δεν ήμουν υπάλληλος αλλά ασκούμενη. Η JobsPlus έστειλε άλλα τρία αιτήματα που η τράπεζα αγνόησε.

Δεν έμαθα τίποτα περισσότερο, και τον Αύγουστο, τηλεφώνησα στο δημόσιο υπάλληλο που είχα απευθυνθεί στη DIER για να μάθω για την κατάσταση του αιτήματός μου. Μου είπε πως το τμήμα δεν είχε πια υπεύθυνο νομικών υποθέσεων, οπότε το αίτημά μου θα πάγωνε μέχρι το Μάρτιο ή τον Απρίλιο του 2017, έναν ολόκληρο χρόνο.

Δύο μέρες αφού είχα τηλεφωνήσει στο τμήμα για την υπόθεσή μου, η τράπεζα με ανέφερε στο αστυνομικό τμήμα Msida, κατηγορώντας με για απάτη.

Μου είπαν να έχω μαζί μου το Ρωσικό διαβατήριό μου - οι Ρώσοι έχουν δύο διαβατήρια, ένα διεθνές για ταξίδια και ένα για τη χώρα - και δεν είχα ιδέα το λόγο. Μετά θα μάθαινα το γιατί. Η αστυνομία κατάσχεσε και τα δύο. Ζήτησα να μου δοθεί μια απόδειξη ύπαρξής τους και η αστυνομία αρνήθηκε.

Μου είπαν πως με είχαν μηνύσει για ψευδείς ισχυρισμούς ότι η τράπεζα μού χρωστούσε χρήματα και για χρήση της πιστωτικής κάρτας της τράπεζας για να κλείσω αεροπορικά εισιτήρια για την οικογένειά μου. Αυτή είναι η κατάσταση που εξήγησα προηγουμένως. Εντυπωσιάστηκα επειδή δεν γνώριζα πως, στη Μάλτα, η αστυνομία εμπλέκεται σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Αν η τράπεζα πίστευε πραγματικά πως είχα χρησιμοποιήσει την πιστωτική της κάρτα για να κλείσω εισιτήρια κατ΄ αυτόν τον τρόπο, δεν θα είχε ασχοληθεί όσο εργαζόμουν εκεί, αντί να με αναφέρει στην αστυνομία μήνες αφού είχα φύγει από την τράπεζα;

Κρατήθηκα στα κεντρικά της Floriana από τις 9.30 το πρωί μέχρι τις 8 το απόγευμα. Τότε με κατηγόρησαν για απάτη και υπεξαίρεση. Δεν το πίστευα. Δεν είχα ακόμη διαβατήριο και δεν μπορούσαν να φύγω από τη χώρα.

Τον περασμένο Οκτώβριο, η μητέρα μου πέθανε στη Ρωσία και δεν μπορούσα να επιστρέψω σπίτι για την κηδεία της. Ο πόνος ήταν τρομερός. Είμαι εξοργισμένη από την κατάσταση. Έχω στείλει επιστολές στο Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στο Υπουργείο Κοινωνικού Διαλόγου, στο Υπουργείο Παιδείας και Απασχόλησης, στον Πρωθυπουργό, στον Πρέσβη της Ρωσίας και στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ρωσίας. Έγραψα επίσης στον τύπο, αλλά κανείς δεν ανταποκρίθηκε. Για να γίνουν ακόμα χειρότερα τα πράγματα, κατηγορήθηκα και για δυσφήμιση της αστυνομίας.

Εξεπλάγην από τις αντιδράσεις όταν δημοσιοποιήθηκε η υπόθεσή μου. Πήρα μόνη μου την πρωτοβουλία να μιλήσω για τη δικαστική έρευνα, γιατί δεν άντεχα να διαβάζω άλλα ψέματα, διαψεύσεις και μισές αλήθειες. Ήταν πια αρκετά. Δεν χρειαζόταν να το κάνω άλλο αυτό. Η ταυτότητά μου είχε κρατηθεί κρυμμένη ως μέσο προστασίας μου. Το σταμάτησα αυτό από μόνη μου, έχοντας ένα αίσθημα ευθύνης. Αν είχα κάτι να κρύψω, δεν θα είχα πάει εθελοντικά. Θα έμενα μακριά από αυτό. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχαν ιδέα ποια ήμουν.

Τώρα επιτίθενται σε μένα. Είναι προφανές ότι όλα είναι οργανωμένα από τον Πρωθυπουργό. Θέλουν να επιτεθούν στην αξιοπιστία μου, να με υπονομεύσουν ως προς αυτά που έχω πει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, τις συναλλαγές τους και για όσα δεν θα ήθελαν να γνωρίζει ο κόσμος. Οι άνθρωποι γύρω από τον πρωθυπουργό δουλεύουν με την Pilatus Bank δουλεύουν ώστε να υπονομεύσουν όσα έχω πει στον Τύπο και όσα έχω δηλώσει στη δικαστική έρευνα. Ακόμα και ο Πρωθυπουργός έχει παραχωρήσει συνέντευξη στην κρατική τηλεόραση, αναφέροντας ότι ο αποκαλούμενος whistle-blower είναι κάποιος που κατηγορείται για απάτη, παραποίηση δεδομένων και ψευδορκία στην αστυνομία. Δεν το πιστεύω αυτό. Είναι φρικτό. Όλο αυτό είναι επειδή έχω ξεσκεπάσει την υπόθεση και τα δεδομένα που θέλουν να μείνουν κρυφά από τον κόσμο».

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο blog, manueldelia.com.