Με ευκαιρία την επέτειο από τα 43 χρόνια από τη Μεταπολίτευση, ο Στέλιος Κούλογλου μίλησε στον δημοσιογράφο Περικλή Βασιλόπουλο και το Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ για την εποχή όπως αποτυπώνεται στο νέο του βιβλίο, «Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση» και σχολίασε τις φιλοχουντικές θέσεις του Στ. Καλύβα, όπως αυτές παρουσιάστηκαν σε πρόσφατο άρθρο του τελευταίου στην εφημερίδα «Καθημερινή».

Ειδικότερα, με αφορμή τη μαρτυρία του τότε επικεφαλής του γραφείου Κυπριακών υποθέσεων στο Στέητ Ντηπάρτμεντ, Τομ Μπόγιατ, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρθηκε στις επαφές του πρώτου με τον δικτάτορα Ιωαννίδη:

« Όταν η χούντα έκανε το πραξικόπημα στην Κύπρο, ο Μπόγιατ μαζί με τον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, τον Τζόζεφ Σίσκο, ήρθαν στην Αθήνα. Πήγαν κατευθείαν στο δικτάτορα Ιωαννίδη, που είχε τότε τον απόλυτο έλεγχο – ούτε στον πρωθυπουργό, ούτε στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, που ήταν ανδρείκελα. Προσπαθούν λοιπόν τότε, να πάρουν μια δέσμευση από τον Ιωαννίδη, ότι θα αποκαταστήσει την νόμιμη κυπριακή κυβέρνηση -δηλαδή τον Μακάριο-, ώστε να τη μεταφέρουν  στην Άγκυρα και μ’ αυτόν τον τρόπο να αποτρέψουν την εισβολή. Αυτό, διότι ήταν βέβαιο, όπως λέει κι ο ίδιος ο Μπόγιατ, ότι και μόνο τοποθετώντας τον Σαμψών ήταν σαν οι πραξικοπηματίες να έλεγαν στους Τούρκους, “ελάτε να εισβάλετε”. Εκεί πέφτουν πάνω σ’ έναν Ιωαννίδη ο οποίος ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Έλεγε ότι “Το πρόβλημα μας είναι η Κωνσταντινούπολη. Αν μας δώσετε πίσω την Κωνσταντινούπολη, το συζητάμε για την Κύπρο”. Βεβαίως αυτή η συζήτηση δεν οδήγησε πουθενά».

Για τα τεκταινόμενα τις τελευταίες μέρες της χούντας, όπως τα διηγήθηκε ο ταγματάρχης τότε και αργότερα βουλευτής της ΝΔ, Άγγελος Πνευματικός, που βασανίστηκε απάνθρωπα από τη δικτατορία, ο Στέλιος Κούλογλου αναφέρει:

«Ο Άγγελος Πνευματικός διηγείται τι έχει συμβεί. Απ’ τη στιγμή που κάνουν το πραξικόπημα στη Κύπρο, αυτοί που έχουν κάποιο μυαλό από τη χούντα -όπως είναι ο Γκιζίκης που είναι πρόεδρος κι είναι στο γραφείο του και τραβάει τα μαλλιά του γιατί καταλαβαίνει ότι διαλύεται η χώρα- κάνουν κάποιες προσπάθειες μέσω και του Άγγελου Πνευματικού να έρθουν σε συνεννόηση με τους πολιτικούς αρχηγούς – όπως και τελικά έγινε, αλλά έγινε αφού έγινε και η εισβολή. Εκεί λοιπόν, τις τελευταίες μέρες -αφού η επιστράτευση είναι ένα απόλυτο φιάσκο και αποδεικνύεται ότι όχι μόνο πόλεμο δε μπορούμε να κάνουμε αλλά αν τολμήσουμε κάτι τέτοιο, θα έρθουν στον Πειραιά οι Τούρκοι- καλούν τους πολιτικούς αρχηγούς. Αλλά οι σκληροί χουντικοί γύρω από τον Ιωαννίδη δεν έχουν παραιτηθεί από το παιχνίδι.

Στις 23 Ιουλίου 1974 είναι πάρα πολύς κόσμος στο Σύνταγμα. Αυτοί πιστεύουν ότι έχουν κάνει υποχώρηση καλώντας τους πολιτικούς αρχηγούς, αλλά θεωρούν ότι μπορούν να διατηρήσουν τον έλεγχο με μια κυβέρνηση πολιτικών υπό τις διαταγές τους. Και στην περίπτωση που δε γίνει αυτό σκέφτονται ν’ ανοίξουν πυρ στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ευτυχώς ο κόσμος επέδειξε μια τρομερή αυτοσυγκράτηση και σύνεση γιατί αλλιώς αυτοί είναι βέβαιο ότι θα είχαν απαντήσει με πυροβολισμούς -γιατί φοβόντουσαν και για τη ζωή τους- και θα είχαν σκοτώσει πολύ κόσμο όπως είχαν κάνει και στο Πολυτεχνείο. Αυτό δείχνει πόσο αδίστακτοι κι έξω από την πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι, αλλά και πόσο βαθιά βάρβαρη κι αντιδημοκρατική ήταν η χούντα παρά τις προσπάθειες που γίνονται τελευταία για την ωραιοποίηση της».

Τέλος, σχολιάζοντας εκτενώς τις απόψεις που διατυπώνονται στο άρθρο του Στάθη Καλύβα και στο οποίο, ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο Yale αθωώνει τη χούντα, υποστηρίζοντας ότι είχε τη στήριξη του ελληνικού λαού και των ΗΠΑ κι ότι συνέβαλε στον εκδημοκρατισμό της Ελλάδας, ο Στέλιος Κούλογλου είπε τα ακόλουθα:

«Υποστήριξη του κόσμου προς τη δικτατορία δεν υπήρξε. Υπήρξε σοκ και δέος όταν βγήκαν στο δρόμο τα τανκς, υπήρξε παράλυση. Βεβαίως έγιναν εξεγέρσεις και μάλιστα στο βιβλίο έχω τη μαρτυρία ενός ανθρώπου ο οποίος τραυματίστηκε από πυρά του στρατού στο Ηράκλειο γιατί εκεί έγινε σύγκρουση την πρώτη μέρα, την 21η Απριλίου του ’67. Τη χούντα όμως δεν την υποστήριξε παρά μόνο ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού, ένα 6-7%. Απλώς υπήρξε μια ανοχή από την πλειοψηφία του κόσμου απέναντι στη δικτατορία. Ανοχή, η οποία ήταν αποτέλεσμα και του φόβου και του ότι δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις. Βεβαίως υπήρξαν οι γενναίοι οι οποίοι ξεκίνησαν την αντίσταση. Ήταν μια πολύ δυναμική και ηρωϊκή αντίσταση από λίγους ανθρώπους -οι οποίοι ακριβώς γι΄αυτόν το λόγο είναι άξιοι συγχαρητηρίων και επαίνων- με αποκορύφωμα φυσικά τον Παναγούλη ο οποίος επέδειξε μια αυτοθυσία πρωτοφανή».

«Για το ρόλο του αμερικανικού παράγοντα: Έχω κάνει μια πολύ μεγάλη έρευνα όλα αυτά τα χρόνια. Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα έρευνας δεκαοκτώ χρόνων. Έχω μιλήσει με όλους τους Αμερικανούς διπλωμάτες που υπηρετούσαν εκείνη την εποχή στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα. Οι Αμερικανοί ετοίμαζαν με τον βασιλιά ένα άλλο πραξικόπημα, στην περίπτωση που ο Γεώργιος Παπανδρέου κέρδιζε τις εκλογές που ήταν να γίνουν στα τέλη Μαίου του 1967, δηλαδή ένα μήνα μετά το πραξικόπημα, αλλά τους πρόλαβαν ο Παπαδόπουλος μαζί με τους συνταγματάρχες. Φυσικά ο Παπαδόπουλος είχε επαφές με τη CIA, αλλά από ένα σημείο και μετά επειδή ο ίδιος ήθελε να καταλάβει την εξουσία για προσωπικό του όφελος, κατάφερε, η CIA για κάποιο διάστημα να χάσει τα ίχνη του κι έτσι έγινε αυτό το πραξικόπημα. Μέχρι την τελευταία στιγμή πάντως, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ο Παπαδόπουλος δεν ξέρει αν πρέπει να περιμένει να κάνει το πραξικόπημα ο βασιλιάς ή αν πρέπει να προχωρήσει. Είναι γνωστό ότι εκείνο το βράδυ, είναι ο Πατακός που τραβάει το πράγμα στα άκρα, λέγοντας, “εγώ έχω ήδη ζεστάνει τα τανκς και δεν κάνω πίσω, όποιος θέλει ας με ακολουθήσει”».

«Το τρίτο επιχείρημα -ότι δηλαδή η χούντα βοήθησε στον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό της χώρας-είναι και το πιο εξωφρενικό κι είναι να απορεί κανείς για την ποιότητα των αμερικανικών πανεπιστημίων. Είναι μια τελείως καινοφανής θεωρία. Είναι σα να λέμε ότι ο Χίτλερ βοήθησε στον εξευρωπαϊσμό της Γερμανίας. Πράγματι βοήθησε γιατί προηγουμένως ήταν μια τραγική χώρα που ήθελε να καταλάβει την Ευρώπη με τους δύο πολέμους και πράγματι μετά, η Γερμανία, τουλάχιστον μέχρι την πτώση του Τείχους, είχε ξεχάσει τελείως ότι ήθελε να επιβάλει μια γερμανική Ευρώπη κι ήθελε αντίθετα να γίνει μια ευρωπαϊκή Γερμανία. Σε όλες τις μεγάλες καταστροφές, υπάρχει πάντα κι ένα θετικό στοιχείο. Ουδέν κακόν αμιγές καλού δηλαδή και να ξεχνάμε τους βασανισμούς, τις εξορίες, τις φυλακές – τη μεγάλη σημασία που είχε η δικτατορία για τις μετέπειτα εξελίξεις.

Εγώ πιστεύω ότι ακόμη και σήμερα πληρώνουμε τη δικτατορία. Καταρχήν ας πάρουμε το Κυπριακό, το οποίο περιέργως το «ξέχασε» στο άρθρο του. Η Ελλάδα πλήρωσε το Κυπριακό με έναν εξοπλιστικό ανταγωνισμό με την Τουρκία απ΄το ’74 και μετά, ο οποίος συνέβαλε αποφασιστικά στην υπερχρέωση και στη διαφθορά της χώρας.

Αλλά και στους πολιτικούς θεσμούς, η δικτατορία εμπόδισε τη φυσιολογική ανανέωση του πολιτικού συστήματος, η οποία θα συνέβαινε εάν ακολουθείτο ένας δημοκρατικός λόγος. Στην πραγματικότητα η δικτατορία μας γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Επανήλθε όλο το παλιό πολιτικό προσωπικό με τις παλιές μεθόδους. Φυσικά ο Καραμανλής είχε αλλάξει, αλλά δεν έφτανε ένα πρόσωπο διότι όλο το προσωπικό που έφερε μαζί του ήταν το παλιό προσωπικό της προδικτατορικής ΕΡΕ. Από την άλλη, ο Ανδρέας πήγε σε ακραίες θέσεις. Δηλαδή όλο αυτό στρέβλωσε την πολιτική ανάπτυξη της χώρας. Για να μην αναφέρω τα οικονομικά σκάνδαλα, τα οποία επίσης, περιέργως τα ξέχασε – αντίθετα μιλάει για οικονομική άνθιση. Θυμίζω, ότι η πρώτη πράξη των δικτατόρων ήταν να διπλασιάσουν τους μισθούς του πρωθυπουργού και των υπουργών γιατί καταλάμβαναν οι ίδιοι αυτές τις θέσεις. Για να μη μιλήσω για την καταστροφή των πόλεων και το χυδαίο λαϊκισμό.

Για την καταστροφή των πόλεων ειδικά: το βιβλίο έχει στο εξώφυλλο μια φωτογραφία της εποχής  από την Πάτρα. Όταν πήγα να το παρουσιάσω στην Πάτρα, οι παρευρισκόμενοι, που ήταν αυθεντικοί πατρινοί, δε μπορούσαν να καταλάβουν –η φωτογραφία είχε τραβηχτεί στα Ψηλά Αλώνια, δηλαδή την κεντρική πλατεία της Πάτρας- ποιος δρόμος ήταν. Δηλαδή τόσο μεγάλη καταστροφή έφερε η δικτατορία. Και σκέφτομαι, αν η Πάτρα, που τότε ήταν μια πανέμορφη πόλη -είχε τα περισσότερα νεοκλασικά σε όλη την Ελλάδα-, είχε διατηρηθεί, θα αποτελούσε σήμερα πηγή έλξης τουρισμού. Μόνο αυτό φτάνει, για να καταλάβει κανείς το κακό που έχει γίνει.

Δε θέλω να ασχοληθώ άλλο με τον κ. Καλύβα, ο οποίος αφού εξωράισε και αθώωσε τους ταγματασφαλίτες και τους συνεργάτες των Γερμανών στη διάρκεια της Κατοχής, τώρα αποφάσισε να συνεχίσει το έργο του και να εξωραΐσει και τη δικτατορία».