Οι πλειστηριασμοί προωθούνται ως το βασικό εργαλείο διαχείρισης των κόκκινων δανείων, είτε ως φόβητρο για να κινητοποιηθούν οι υπερχρεωμένοι δανειολήπτες που δεν πληρώνουν, είτε ως μέσο για να εισπράξουν οι τράπεζες μέρος από τα οφειλόμενα.

Υπό κανονικές συνθήκες, οι πλειστηριασμοί δεν θα αποτελούσαν πρόβλημα. Είναι κανόνας της αγοράς. Εάν κάποιος δεν πληρώνει τα χρέη του, εκποιούνται τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν τεθεί ως ενέχυρο. Οι λόγοι για τους οποίους δεν πληρώνονται τα χρέη δεν παίζουν ρόλο.

Όμως σήμερα οι συνθήκες δεν είναι κανονικές και ένα μεγάλο μέρος των δανειοληπτών βρέθηκε σε αδυναμία να πληρώσει τα χρέη του όχι λόγω δολιότητας ή σκοπιμότητας, αλλά εξαιτίας των έκτακτων συνθηκών που δημιούργησε η κρίση.

Το χειρότερο δε είναι, ότι το πρόβλημα για τους δανειολήπτες μεγεθύνθηκε από τους χειρισμούς που έγιναν για την διαχείριση της κρίσης, με τη λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση.
Μειώθηκαν οι αμοιβές και το διαθέσιμο εισόδημα, μειώθηκε η αξία των ακινήτων, αλλά το βάρος των δανείων παρέμεινε αμετάβλητο.

Επιβάρυνση 40%

Εάν για παράδειγμα κάποιος είχε εισόδημα 100, αξία ακινήτου 100 και δάνειο 100, ύστερα από την εσωτερική υποτίμηση βρίσκεται με εισόδημα 70, αξία ακινήτου 50 και δάνειο 100. Είναι δηλαδή σαν κάποιος να είχε ένα δάνειο 70 και ξαφνικά να αυξήθηκε σε 100 (κάτι που ισοδυναμεί με αύξηση 42%).

Ο υπολογισμός είναι χονδροειδής και ενδεικτικός, αλλά αντανακλά την πραγματικότητα και δείχνει ότι η μέθοδος της εσωτερικής υποτίμησης επιβάρυνε ιδιαίτερα εκείνους που είχαν δάνεια, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για “κόκκινα” ή “πράσινα” δάνεια.

Όλοι οι δανειολήπτες επιβαρύνθηκαν, είτε έχουν ευχέρεια πληρωμής είτε όχι. Αντιθέτως, όσοι είχαν καταθέσεις ευνοήθηκαν. Εάν είχε γίνει νομισματική υποτίμηση, το κόστος θα είχε διαχυθεί στην οικονομία και δεν θα υπήρχε αυτή η αντίθεση.

Νομισματική υποτίμηση δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο με τη δραχμή, αλλά αποφασίστηκε η εσωτερική υποτίμηση ακριβώς για να παραμείνει η χώρα στο ευρώ.
Με άλλα λόγια, όσοι είχαν δάνεια, σήκωσαν μεγαλύτερο βάρος για να παραμείνει η χώρα στο ευρώ, καθώς είδαν τα δάνειά τους να επιβαρύνονται σε πραγματικούς όρους και μάλιστα με πολύ σημαντικό ποσοστό.

Ηθικό και κοινωνικό ζήτημα

Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό ηθικό και κοινωνικό ζήτημα. Πώς μπορεί να επιτρέψει η Πολιτεία να χάσουν τα σπίτια τους ή τις επιχειρήσεις τους άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν στη δεινή αυτή θέση επειδή υπέστησαν τις συνέπειες πολιτικών οι οποίες επιβλήθηκαν από την ίδια την Πολιτεία; Πολίτες που είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται και τους φόρους να αυξάνονται, ανάμεσα σε άλλα για να στηριχθούν και οι τράπεζες;

Το ερώτημα είναι κρίσιμο γιατί συνδέεται με την ηθική και την κοινωνική δικαιοσύνη. Γι αυτό άλλωστε και ο δημόσιος λόγος υπέρ των πλειστηριασμών προβάλλει κατά βάση επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με την ηθική, ήτοι με τη θεωρία των στρατηγικών κακοπληρωτών. Ανθρώπων, δηλαδή, που ενώ έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν, επιχειρούν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση για να μην πληρώσουν τα χρέη τους. Το επιχείρημα ότι οι πλειστηριασμοί θα επιτρέψουν στις τράπεζες να «ξαναστηθούν» στα πόδια τους έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

Επιχειρείται, με τον τρόπο αυτό να εστιαστεί η προσοχή στην αμφισβητούμενη ηθική κάποιων δανειοληπτών, ώστε να δημιουργηθεί μια ηθική βάση για τους πλειστηριασμούς.
Είναι γεγονός ότι υπάρχουν κάποιοι που επιθυμούν να κοροϊδέψουν το σύστημα, άνθρωποι που έβγαλαν λεφτά στο εξωτερικό και αφήνουν απλήρωτα τα χρέη τους ή επιχειρηματίες που πτώχευσαν τις εταιρείες τους φυγαδεύοντας λεφτά σε φορο-παραδείσους. Υπάρχουν, όμως, ορισμένα προβλήματα στην επιχειρηματολογία αυτή.

Αντικειμενικά κριτήρια

Πρώτον, δεν υπάρχουν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια για το ποιοι είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές, ούτε στοιχεία για το πόσοι είναι και πώς αντιμετωπίζονται.
Πώς διαχωρίζονται οι στρατηγικοί κακοπληρωτές από τους υπόλοιπους και ποιος ελέγχει τη διαδικασία; Το όλο ζήτημα αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των τραπεζών.
Δεύτερον, οι τράπεζες ή οι εταιρείες που θα αγοράσουν τα δάνεια έχουν ως πρώτο κριτήριο την αγορά. Το ενδιαφέρον τους και η προτεραιότητά τους είναι τα ακίνητα και οι επιχειρήσεις που έχουν μεγαλύτερο εμπορικό ενδιαφέρον. Αυτό είναι το πρώτο κριτήριο για τον πλειστηριασμό και είναι λογικό, διότι έτσι λειτουργούν όλες οι επιχειρήσεις. Πολύ δε περισσότερο που οι τράπεζες βρίσκονται υπό πίεση να εξοικονομήσουν κεφάλαια για να αποφύγουν νέα ανακεφαλαιοποίηση με κρατικό χρήμα.

Όμως, χωρίς κάποια αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια για τον διαχωρισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την επιλογή των περιουσιακών στοιχείων που θα εκπλειστηριαστούν, το σύστημα θα είναι ανεξέλεγκτο. Τρίτον, τα όποια κριτήρια προστασίας έχει θεσπίσει η Πολιτεία, με το νόμο Κατσέλη (ο οποίος αποδυναμώθηκε ουσιαστικά με τις τελευταίες τροποποιήσεις) αφορούν νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα και δεν καλύπτουν πολλούς δανειολήπτες που βρίσκονται σε αδυναμία αλλά δεν καλύπτουν τα όρια.

Πλήγμα και για τις τράπεζες

Με τα δεδομένα αυτά είναι βέβαιο ότι η εκτέλεση πλειστηριασμών στην κλίμακα που διαφαίνεται θα δημιουργήσει πρωτόγνωρες καταστάσεις στην Ελλάδα, οι οποίες απειλούν να κλονίσουν σοβαρά την κοινωνία, την οικονομία αλλά και την πολιτική ζωή της χώρας. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να προστατευτούν οι πολίτες, η οικονομία, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες από ένα πλήγμα στην αξιοπιστία τους και τη σχέση τους με την αγορά και την κοινωνία.

Πηγή: ΕΡΤ