Με λένε Hassan και είμαι από το Χαλέπι. Έχω τέσσερα παιδιά: τον Yazan, που είναι τεσσάρων, τη Siham, που είναι τριών, και δύο μεγαλύτερα αγόρια, τον Salem και τον Abdel Rahman. Και τα δύο μικρότερα παιδιά μας έχουν άσθμα.

Για χρόνια αρνιόμουν να φύγω από το Χαλέπι. Η ψυχή μου είναι μέρος αυτής της πόλης. Ήξερα ότι αν φεύγαμε, η ψυχή μου θα πέθαινε. Όταν ο πόλεμος έφτασε στο Χαλέπι, τα βασικά τρόφιμα έγιναν πανάκριβα – εάν υπήρχαν καθόλου. Έπειτα, τους δύο τελευταίους μήνες που ήμασταν εκεί, οι βομβαρδισμοί ξεπέρασαν κάθε όριο. Κάθε μέρα γίνονταν τουλάχιστον πέντε αεροπορικές επιδρομές. Ήταν σχεδόν εξωπραγματικό. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι μπορεί να κάνει μια ρουκέτα ή μια βόμβα-βαρέλι.

Στο τέλος της πολιορκίας του Χαλεπίου, ήταν λες και τα ελικόπτερα έριχναν τις βόμβες-βαρέλια κατευθείαν πάνω μας. Κάθε φορά που ακούγαμε μια βόμβα να πέφτει, αρχίζαμε να τρέχουμε, χωρίς να ξέρουμε αν τρέχαμε προς τη σωστή κατεύθυνση. Απλώς τρέχαμε, ξέροντας ότι είχαμε μόνο 20 δευτερόλεπτα για να σωθούμε. Ένας ξάδελφός μου σκοτώθηκε κι ένας άλλος έμεινε παράλυτος σε μια επιδρομή με βόμβες-βαρέλια.

Ήταν μέρες που έβλεπα μέχρι και 50 πτώματα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πώς είναι να ζεις κάτι τέτοιο, ιδίως αν είσαι πατέρας. Τώρα που είμαστε πρόσφυγες, μόνο τα μικρότερα παιδιά μας δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει. Τα δύο μεγαλύτερα γνωρίζουν πολύ καλά τι μας έχει συμβεί. Κάποιοι από τους φίλους τους σκοτώθηκαν. Έχασαν το σχολείο τους. Ξέρουν ότι είμαστε πρόσφυγες. Ξέρουν ακόμη ότι θα πρέπει να είναι πιο δυνατά από την ηλικία τους για να τα βγάλουν πέρα με τη νέα κατάσταση.

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι περάσαμε τόσα πολλά κι είμαστε ακόμη ζωντανοί. Ήμασταν μεταξύ των χιλιάδων ανθρώπων που έφυγαν όταν εκκενώθηκε το Χαλέπι τον Δεκέμβριο του 2016. Στη συνέχεια περάσαμε άλλη δοκιμασία, όταν αποφασίσαμε να περάσουμε τα σύνορα και να μπούμε στην Τουρκία, παρόλο που οι αρχές εκεί δεν ήθελαν να μας αφήσουν. Πληρώσαμε 450 δολάρια ο καθένας –όλες οι οικονομίες μας– για να μπούμε κρυφά στην Τουρκία. Στην πέμπτη προσπάθεια, καταφέραμε να περάσουμε από έναν φράχτη με αγκαθωτό συρματόπλεγμα που το έκοψε ο διακινητής. Μετά περάσαμε μέσα από ένα τούνελ, με βάθος δυόμισι μέτρα και πλάτος τρία. Ύστερα έπρεπε να βγούμε έξω με σχοινιά. Νομίζαμε ότι θα πεθάνουμε, ιδίως όταν οι Τούρκοι συνοριοφύλακες μας πυροβολούσαν.

Το να πάμε στη Σμύρνη, όπου τελικά μπήκαμε σε μια βάρκα, ήταν κι αυτό εξαιρετικά δύσκολο. Φοβόμασταν ότι η τουρκική αστυνομία θα μας βρει και θα μας φυλακίσει επειδή είχαμε μπει στη χώρα παράνομα.

Όταν φτάσαμε στη Σάμο, έπρεπε να ανέβουμε ένα βουνό με βράχια. Δεν είχαμε τρόφιμα και νερό. Τα παιδιά πεινούσαν κι έκλαιγαν. Η γυναίκα μου, η Maha, κι εγώ είχαμε από ένα παιδί δεμένο πά νω μας με μαντίλια. Ένιωθα ότι δεν μπορούσα να τα κουβαλήσω άλλο. Εγώ κι η γυναίκα μου έπρεπε να διαλέξουμε αν θα κουβαλούσαμε τους σάκους, που ήταν γεμάτοι με ρούχα, φωτογραφίες και αναμνήσεις, ή τα παιδιά. Πετάξαμε λοιπόν όλα μας τα υπάρχοντα για να επιζήσουμε. Κάναμε πάνω από δέκα ώρες για να ανέβουμε και να κατέβουμε εκείνο το βουνό.

Είναι λες και δεν ήταν αρκετά όσα περάσαμε στο Χαλέπι, αλλά έπρεπε να υποφέρουμε κι άλλο όταν φτάσαμε εδώ. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι μπορεί να ήταν καλύτερα αν είχα πεθάνει στο Χαλέπι. Τα παιδιά μου έχουν γνωρίσει μόνο πείνα και πολιορκία. Δεν έχουν γνωρίσει τίποτε άλλο στη ζωή. Θέλω μόνο να έχουν τα παιδιά μου τα βασικά πράγματα που χρειάζονται για να επιβιώσουν. Δεν με ενδιαφέρει να ζουν τόσο καλά όσο οι Ευρωπαίοι, μόνο τα βασικά θέλω να έχουν. Ο Salem, ένα από τα μεγαλύτερα αγόρια μου, με ρώτησε πρόσφατα: «Στ' αλήθεια αυτή είναι η Ευρώπη; Μακάρι να υπήρχε λίγο έλεος σ' αυτόν τον κόσμο».

* Η ιστορία του Χασάν από το Χαλέπι δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο Tvxs.gr με την συνεργασία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Διαβάστε την έκθεση των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα» για τη συμπλήρωση ενός χρόνου εφαρμογής της συμφωνίας ΕΕ - Τουρκίας για το προσφυγικό: Η ψυχική κατάρρευση των εγκλωβισμένων προσφύγων σε αριθμούς