H απόσταση ανάμεσα στην νομική επιστημονική ορθότητα και το κοινό περί δικαίου αίσθημα είναι συχνά συζητήσιμη και ενίοτε αναπόφευκτη. Η σταθερά αγεφύρωτη όμως απόσταση μεταξύ των δύο γεννά κοινωνικό, πολιτικό και ενδεχομένως και θεσμικό ζήτημα.

Είναι ένα ζήτημα που από χθες παίρνει εξαιρετικά σοβαρές διαστάσεις σε δύο μέτωπα – αφ’ ενός την απόφαση του Εφετείου Αναστολών να απορρίψει το αίτημα αποφυλάκισης της Ηριάννας και αφ’ ετέρου την παρέμβαση του πρωθυπουργού και το μήνυμά του για το «φαινόμενο της τακτικής δικαιοσύνης» που δεν βοηθά τους εγκλωβισμένους απλήρωτους εργαζόμενους και «προστατεύει τους εργοδότες».

Ο Αρειος Πάγος και το ΣτΕ

Η δήλωση Τσίπρα και η δημόσια αναφορά του στην πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε ότι η μη καταβολή δεδουλευμένων δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή για τους εργαζόμενους έρχεται να επισφραγίσει τα σοβαρά ερωτήματα ως προς την διάκριση των εξουσιών που προκαλούν το τελευταίο διάστημα αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις.

Από το θέμα των συμβασιούχων έως την απόφαση του ΣτΕ για την μη παράταση του χρόνου παραγραφής αδικημάτων που σχετίζονται με την μεγάλη φοροδιαφυγή, οι εν λόγω αποφάσεις δίνουν την αίσθηση ότι μια μερίδα δικαστικών λειτουργών εμφανίζει προθέσεις, αν μη τι άλλο, συγκυβέρνησης.

Η δε χθεσινή παρέμβαση του πρωθυπουργού αποτελεί την συνέχεια της πρόσφατης δήλωσής του στο υπουργικό συμβούλιο περί «θεσμικών εμποδίων» στο έργο της κυβέρνησης. Και η παράλληλη επισήμανση, από κυβερνητικές πηγές, για αγαστή σύμπλευση συγκεκριμένων κέντρων της Δικαιοσύνης με την μείζονα και ελάσσονα αντιπολίτευση προϊδεάζει για κλιμάκωση της σύγκρουσης.

Η μη αποφυλάκιση της Ηριάννας

Η περίπτωση της Ηριάννας είναι διαφορετικής τάξης καθώς δεν αφορά ζήτημα άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας, αγγίζει όμως ακόμη πιο ευαίσθητα κοινωνικά αντανακλαστικά και ανοίγει σοβαρά πολιτικά ερωτήματα. Και τούτο, διότι ο ίδιος εισαγγελέας που εισηγήθηκε ότι η νεαρή κοπέλα, έστω και με εξαιρετικά αδύναμα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να παραμείνει προφυλακισμένη επειδή είναι ύποπτη για τέλεση νέων αδικημάτων είχε κρίνει ότι μπορούν να αποφυλακιστούν χωρίς να συνιστούν καμία απειλή οι χρυσαυγίτες Νίκος Μιχαλολιάκος και Χρήστος Παππάς.

Όπως υπενθύμισαν επίσης οι συνήγοροι της Ηριάννας ήταν ο ίδιος που είχε χορηγήσει αναστολή στην υπόθεση για τα δομημένα ομόλογα με καθείρξεις 23 χρόνια, και είχε ακόμη καθυστερήσει αρκούντως τις διαδικασίες στην υπόθεση της Siemens με συνέπεια την παραγραφή.
Με αυτό το ιστορικό, και με δεδομένο και το διεθνές κίνημα συμπαράστασης στην Ηριάννα, ήταν μάλλον αναμενόμενο το κύμα των πολιτικών αντιδράσεων. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής χαρακτήρισε την απόφαση του δικαστηρίου «δυσάρεστη έκπληξη» σημειώνοντας:

«Οι πολίτες ζητούν ίσα μέτρα και σταθμά. Είναι περίεργο ότι ορισμένοι που καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές για εμπορία ναρκωτικών έχουν δικαίωμα αναστολής μέχρι την εκδίκαση, ενώ άλλοι, όπως η συγκεκριμένη δεν μπόρεσε να πάρει το ευεργέτημα ούτε από το δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση ούτε από αυτό που συνεδρίασε σήμερα»

«Αντί αλλου σχολίου ...... αφιερωμένο στον εισαγγελέα και τους δικαστες που ξαναφυλάκισαν την Ηριαννα ....» έγραψε στο Facebook και ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας, Παύλος Πολάκης, ποστάροντας το τραγούδι «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», ενώ πολύ πιο σκληρή ήταν η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ:

«Όχι βέβαια, η Δικαιοσύνη δεν είναι πάντα "τυφλή". Ενίοτε βλέπει και πράττει αναλόγως», αναφέρεται στην ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ και προστίθεται μεταξύ άλλων: «Βλέπει, πλειοψηφικά τουλάχιστον, με τη δική της μεροληπτική κοινωνική και ταξική ματιά. Βλέπει και εκδικείται, στέλνει μηνύματα προς πάσα κατεύθυνση. Και λέει τούτο: Οι Ηριάννες θα μείνουν στη φυλακή, την ίδια ώρα που θα βγαίνουν οι Μιχαλολιάκοι, κόντρα σε όσους επιθυμούν, παλεύουν, ονειρεύονται μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, πιο ανεκτική και πιο δίκαιη… Όχι, η Δικαιοσύνη δεν είναι ουδέτερη και αν καμιά φορά οι άνθρωποί της βγουν από τον κύκλο του συντηρητισμού και αποδώσουν το δίκιο, όπως έγινε στην περίπτωση του Τάσου Θεοφίλου, σπεύδουν κάποιοι άλλοι θεματοφύλακες ενός σάπιου συστήματος να διορθώσουν το “λάθος”….»

Πρόκειται για αντιδράσεις ενδεικτικές της πολιτικής και θεσμικής έντασης που μπορεί να φέρει η απουσία των «ίσων μέτρων και ίσων σταθμών». Και, κυρίως, του επικίνδυνου ελλείμματος κοινωνικής εμπιστοσύνης προς την Δικαιοσύνη που μπορεί να προκαλέσει η ίδια – επαναλαμβανόμενη και παράξενη – απουσία…