«Δε θέλω να μ’ ερωτευτείς, να με γλιτώσεις απ’ τον εαυτό μου ζητάω».

Aυτό τον εαυτό της Λιάππα προσπαθεί να περιγράψει και να αναλύσει στο βιβλίο «Φρίντα Λιάππα: Τα ποιήματα - Αφιέρωμα στο έργο της», που κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο όπως διευκρινίζουν στον πρόλογο τα μέλη του  του Συλλόγου «Πάμισος» των συμπατριωτών της Φρίντας. Η Μεσσήνη εξάλλου έχει αποτυπωθεί στο έργο της έντονα, όπως αποτυπώνονται οι πρώτοι έρωτες και άλλοτε αιφνίδια όπως ξεπηδούν στο έργο των σημαντικών δημιουργών τα βιώματα από τις μνήμες του πατρικού σπιτιού. Οι ήχοι του τόπου της όπως γράφει ο Κυριάκος Αγγελάκος «αποτέλεσαν την ηχητική μπάντα των ταινιών και της ζωής της».

Διαβάζοντας το σύνολο των ποιημάτων της κανείς δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με τον Χρήστο Αγγελάκο που σημειώνει μεταξύ άλλων πως: «Το απαρηγόρητο παιδί και η ερωτευμένη γυναίκα είναι τα δύο πρόσωπα με τα οποία η Φρίντα θα περιπλανηθεί στους τόπους της γραφής. Θα αγαπήσει τους επιλόγους, τα αποσπάσματα, τα σπαράγματα και τ’αποφθέγματα».

Ξεφυλλίσαμε το βιβλίο πριν τοποθετηθεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων και μιλήσαμε με τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, συμμαθητή της από το γυμνάσιο ο οποίος με συγκινητικό τρόπο μας φώτισε πτυχές της προσωπικότητάς της τόσο αρμονικές με το έργο της. Το βιβλίο περιλαμβάνει τα άπαντα της ποιήτριας και σκηνοθέτριας, την εργογραφία της στον κινηματογράφο, πλούσιο φωτογραφικό υλικό που παραχώρησε ο Κυριάκος Άγγελάκος, σκηνοθέτης και σύντροφος της ως το τέλος  καθώς και τις ομιλίες για τη Φρίντα Λιάππα που ακούστηκαν στην ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Gazarte  με την αφορμή της συμπλήρωσης των 20 χρόνων από το θάνατό της. Μέσα από τα κείμενα φωτίζεται η ζωή της και η ιδιαίτερη προσωπικότητά της. Το γοητευτικά παράξενο κορίτσι, η γυναίκα, η μαχήτρια η ποιήτρια η σκηνοθέτρια, η Φρίντα των αντιθέσεων, της ευθραυστότητας του πάθους και της αέναης αναζήτησης.

Η Ρέα Γαλανάκη θα αφηγείται πως η Φρίντα Λιάπα την έβαλε στη νεολαία Λαμπράκη. Η ένταξη της στους Λαμπράκηδες εξάλλου ήταν ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη Μεσσήνη. Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος μιλάει για το κινηματογραφικό της βλέμμα και μοιράζεται με τον αναγνώστη ένα γράμμα. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος για την εσωτερική αγωνία στην ποίηση της και την «ταχύπλοη» φύση της. Ο Χρήστος Αγγελάκος για τις ποιητικές διαδρομές της. «Κι ας τη βάφτισαν Αφροδίτη εγώ την είπα Ελευθερία», θα πει γι’αυτήν η Μάρω Δούκα, ενώ ο ξάδερφος της Μίμης Κωστόπουλος μας ανοίγει ένα παράθυρο στα παιδικά της  χρόνια. Αυτό το υπέροχο κορίτσι, έτσι μιλάει γι’ αυτήν ο ποιητής Βασίλης Λαλιώτης που έβαλε το χεράκι του στην έκδοση. Το κορίτσι  που «έφυγε παράλογα στα 46 της», όπως εύστοχα περιγράφει ο Κυριάκος Αγγελάκος.

«Ήταν γεννημένη το 1948 εγώ το 1951», θυμάται ο Γιώργος Μαρκόπουλος στη συνομιλία μας.

«Στο γυμνάσιο Μεσσήνης εγώ ήμουν στην πρώτη γυμνασίου εκείνη στην Τρίτη. Στο προαύλιο μας χώριζαν αγόρια και κορίτσια με μια γραμμή ασβέστη. Τη θυμάμαι με το ένα πόδι μαζεμένο και με το άλλο να σβήνει τη γραμμή που μας χώριζε. Σπουδαία γυναίκα, καλή μαθήτρια. Έφυγε από τη Μεσσήνη στην 5η γυμνασίου και ήρθε στην Αθήνα να γραφτεί στους Λαμπράκηδες γιατί εμείς ακόμα δεν είχαμε σύλλογο. Φυλακίστηκε εκεί γνώρισε τη Ρέα Γαλανάκη. Αποφυλακίστηκε με την ψεύτικη χάρη που έδωσε ο Παπαδόπουλος, πήγε στο εξωτερικό σπούδασε κινηματογράφο έδρεψε δάφνες. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Μεσσήνη και τη λογοτεχνία», σημειώνει.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος μιλάει με συγκίνηση και τρυφερότητα για τη Φρίντα του και δεν παύει να υπογραμμίζει πως εκτός από φίλη του τη λογάριαζε επίσης για δασκάλα.

«Από κείνη μάθαινα πράγματα. Πότε στον Τσιτσάνη πότε στο μπαρ Ντεκαντάνς . Άκουγα σαν μαθητής . Ήταν δυναμική δεν τολμούσε καθηγητής να της φέρει αντίρρηση», λέει.

Ως ομότεχνός της πως θα χαρακτήριζε όμως την ποίηση της;

«Τη διακρίνει μια συγκρατημένη πληθωρικότητα, συναίσθημα ρωμαλέο που επεκτάθηκε και στην πεζογραφία της και στον κινηματογράφο . Εκεί είχε το μεγαλύτερο ταλέντο. Ο Γιάννης Κοντός που είπε ότι η Φρίντα έβγαζε ένα περιοδικό στη φιλοσοφική, με έπαιρνε λέει και μου διόρθωνε λέξεις και ποιήματα. εγώ έλεγα λέει ότι λέει η Φρίντα. Τόσο τη σεβόταν και την εμπιστευόταν».

Ποιήματα (αποσπάσματα)

Μη φεύγεις πίσω από λέξεις και εικόνες φώναζες
Δεν είναι όπως στον κινηματογράφο φώναζες
Παγίδα οι ήρωές σου φώναζες

Tό κρασί κι ὁ ἔρωτας θέλουνε ρέγουλα.
Ὁ παππούς μου «Στούς γάμους»
Oἱ ζωντανοί μέ τούς ζωντανούς
κι οἱ πεθαμένοι μέ τούς πεθαμένους.
Ἡ γιαγιά μου «Στίς παρηγοριές»

Ἄν δέν πεθάνω θάρθω νά σέ βρῶ
ἐκεῖ πού ἀκίνητη κοιτάζεις τίς μικρές λάμψεις τῶν ψαριῶν.
Ἄν θάρθεις θά σέ γνωρίσω
γιατί θά χαμηλώσουν οἱ ξαφνικές ἀστραπές στά μαλλιά μου.

Ἐν μέσω καταναγκασμῶν θάλλει ὁ ἔρως ἤ τό φάντασμά του;
Ὁ ἔρωτας εἶναι στό φανταστικό στίς παρυφές τῆς τρέλας

Eἶσαι φεμινίστρια;
Eἶσαι φαλλοκράτης;

Ὁρκίζομαι νά κλειδώσω ὅλα μου τά γράμματα
καί τά ἡμερολόγια.
Ὡς καί τά ποιήματα πού ἀγάπησα πρίν σέ γνωρίσω.
Ὄμως ἡ ζωή μας χτίζεται ἀπό παλιά ὑλικά ἔτσι δέν εἶναι;
Eἶσαι σπάταλη.
Eἶναι γιατί ζῶ στήν ἔνδεια.

Ὁ ἔρωτας ἀχιβάδα κλειστή στόν κόρφο
ποιᾶς θάλασσας
Ἔ λοιπόν σ᾽ ἀρέσει δέν σ᾽ ἀρέσει ἐγώ θά σ᾽ ἀπαιτῶ.

TO KAΛOKAIPI TOY 1967

ἑφτά τά μαχαίρια
στό στῆθος τῆς πολιτείας
ἑφτά τά καρφιά
στή λήγουσα τῶν ὀνομάτων
ὁ μελαγχολικός βάτραχος
πρίν ἀκόμη
ὁ πετεινός λαλήσει
ἑφτά φορές
ἐκόασε

«Xάσαμε τὸ κέντρο, χάσαμε τὸ κέντρο»
σοῦ φώναζε πρὶν εἴκοσι χρόνια ἡ Mήδεια.
Kι ἐσύ, ἑτεροχρονισμένη πάντα, παίζεις
τὸν Παζολίνι στὸ σταθμὸ Πελοποννήσου.

Ὅταν τὴν ρωτοῦν, λοιπόν, πότε ἔφυγε ἀπὸ
τὸ χωριό, δὲν ἀπαντᾶ «ὅταν πέθανε ὁ πατέ‒
ρας», ἀλλά ἀναφέρεται σκέτα στὴν ἡλικία
της. Mαθαίνει ν᾽ ἀποφεύγει μεταφορὲς καὶ
παρενθέσεις. Στὸ βασίλειο τῆς κυριολεξίας
ἐπιτέλους

Αποσπάσματα  από τα κείμενα

Κυριάκος Αγγελάκος

Για τη Φρίντα το Νησί ήταν περισσότερο από μια γενέθλια πόλη. Ήταν το μητρικό σώμα πάνω στο όποιο μεγάλωσε, η γλώσσα που πρωτομίλησε και η γλώσσα που έγραψε, οι άνθρωποι που αγάπησε, το τοπίο πάνω στο οποίο ξεκούραζε το βλέμμα και την ψυχή της και αριστοτεχνικά κατέγραψε στους «Δρόμους της αγάπης».

Ήταν ο τόπος που κατάφευγε στα δύσκολα, η παντοτινή ανοιχτή αγκαλιά των φίλων που την περίμεναν. Ήταν η βουτιά στην Μπούκα που είχε έναν εξαγνιστικό‒ θεραπευτικό ρόλο, σαν την κολυμβήθρα του Σιλωάμ.

Ήταν οι μνήμες, οι χαρές και οι λύπες. Ήταν η πρώτη μυρουδιά και η γεύση της τροφής. Ήταν τα ακούσματα της λαϊκής μουσικής, που από παιδί τη μάγευαν στα πάλκα του πανηγυριού της Μεσσήνης.

Ήταν τα τραγούδια του Τσιτσάνη και του Παπαϊωάννου, που μαζί με δημοτικά, μοιρολόγια και νανουρίσματα αποτέλεσαν την ηχητική μπάντα των ταινιών και της ζωής της.

Οι μνήμες από τα πάλκα της Μεσσήνης πέρασαν δραματοποιημένες στη σκηνή του πανηγυριού στα «Χρόνια της μεγάλης ζέστης», σ’ ένα φιλικό τόπο μυθοπλασίας όπου
συναντήθηκαν η ερωτική επιθυμία, ο θάνατος, τα λαϊκά τραγούδια, το ζεϊμπέκικο και η παιδική αθωότητα.

.......

Την ακούω να λέει παροιμίες της Μεσσήνης και το πρόσωπο της να λάμπει μ’ ένα σκανταλιάρικο παιδικό χαμόγελο: Ανω ‒ Κάτω Βούταινα, Μάκραινα και Ασούταινα, Τριπύλα, Λυκουδέσι, Σελά, Καλογερέσι έφαγαν ένα βόδι.

Την ακούω να τραγουδάει το “Ξύπνα αφέντη μου” και το “Σε ωραίο περιβόλι” και τότε να βυθίζεται σ’ έναν άλλο τόπο, σ’έναν άλλο χρόνο όπου δεν υπήρχε λύπη και στεναγμός.

Ρέα Γαλανάκη

Μπήκαμε, λοιπόν, στη Φιλοσοφική Σχολή με τις εξετάσεις του 1965. Ήμασταν συμφοιτήτριες, αλλά δεν γνωριζόμασταν από την αρχή. Η Φρίντα ήταν το πρόσωπο που με οδήγησε στη Νεολαία Λαμπράκη λίγους μόνο μήνες πριν από τη δικτατορία (καθοδήγηση στη Φιλοσοφική είχαμε τότε την Αλέκα Παπαρρήγα). Συνδεόταν με τον Νικόλα Βουλέλη, που ήδη έβγαζε ένα καλό περιοδικό στη Σχολή με τον τίτλο Αργώ. Δεν θα μιλούσα όμως για τη Φρίντα εδώ, αν η σχέση μας περιοριζότανε σε τούτα. Η δική μας ιστορία ξεκίνησε ουσιαστικά μετά την δικτατορία.

Η τόσο γενναία Φρίντα, η τόσο ευάλωτη Φρίντα, ήταν από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού που αντιστάθηκαν αμέσως στη δικτατορία, και τούτο πρέπει να υπογραμμιστεί. Δεν πέρασε φυσικά πολύς καιρός, πιάστηκε. Έμεινε προφυλακισμένη στις φυλακές Αβέρωφ γι’ αρκετούς μήνες. Δικάστηκε από ένα απίστευτα σκληρό στρατοδικείο τον Νοέμβρη του 1968, ως μέλος της πρώτης παράνομης αριστερής φοιτητικής οργάνωσης«Ρήγας Φεραίος». Ας πω ότι ο Νικόλας Βουλέλης πιάστηκε αργότερα, και δικάστηκε χωριστά.

Εγώ ήμουν παρούσα στο ανελέητο εκείνο στρατοδικείο, επειδή ο Νίκος Γιανναδάκης, αριστερός φοιτητής της Νομικής, με τον οποίο κλεφτήκαμε και παντρευτήκαμε μόλις έγινε δικτατορία, ήταν ένας από τους τρεις αρχηγούς της παραπάνω οργάνωσης, και καταδικάστηκε σε εικοσαετή φυλάκιση (ο βασιλικός επίτροπος είχε προτείνει θάνατο ή ισόβια για τους τρεις ταγούς –οι «εγκληματικές» πράξεις όλων των φοιτητών ήταν βέβαια κάτι προκηρύξεις, ένα πανό και μια παράνομη εφημερίδα). Σκέφτομαι, και όχι μόνο εγώ, ότι αυτή η δίκη υπήρξε η τελευταία της εποχής του Εμφύλιου, ότι αυτή σηματοδότησε το τέλος του, τόσο ανελέητη που υπήρξε.

Η Φρίντα καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκιση, αλλά βγήκε με αναστολή. Θυμάμαι ότι πήγα να την βρω αμέσως στο ισόγειο διαμέρισμα της Τσιμισκή, και ότι, αγκαλιασμένες στο παλαϊκό σιδερένιο διπλό κρεβάτι της μητέρας της, κλαίγαμε για ώρες. Ήμασταν τότε μόλις εικοσιενός χρονών κορίτσια.

Γιάννης Μπακογιαννόπουλος

Η Φρίντα διάλεξε να πράξει και στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία. Σημείο σύνδεσης η ποίηση. Δύσκολο εγχείρημα που πολλαπλασιάζει τα ρήγματα στο cinema, τις τεχνικές ατέλειες, αλλά ανοίγει και τα αόρατα παράθυρα του άλλου.

Λοιπόν, κινηματογράφος και ποίηση. Δεν διηγιόταν ιστορίες όπως οι άλλοι. Σ’ ένα γράμμα που μου έστειλε κάποτε, όταν ήταν να παρουσιάσω στην τηλεόραση της ΕΡΤ την τηλεταινία της «το νερό της βροχής», που είναι μια πολύ σπουδαία ταινία, είχα λοιπόν την τύχη να παρουσιάσω την ταινία της στην τηλεόραση και της ζήτησα να μου γράψει ένα κείμενο με τις προθέσεις της για να το αξιοποιήσω μέσα στον πρόλογό μου. Μου έδωσε ένα θαυμάσιο γράμμα, που είναι συγχρόνως αισθητική τοποθέτηση, φιλοσοφική απορία, με την κυριολεξία της λέξης απορία απέναντι στη ζωή και την τέχνη, αλλά και τρυφερή συναισθηματική επαφή, που όπως είπα υπήρχε μεταξύ μας.

Άρα θα σας πω και πολύ λίγα αποσπάσματα από αυτό το γράμμα, Σ’ ένα γράμμα της λοιπόν καταθέτει η Φρίντα μια άποψη του Ρολάν Μπαρτ:

«Ο θάνατος του πατέρα θα αφαιρέσει από την λογοτεχνία πολλές από τις απολαύσεις της. Αν δεν υπάρχει πια πατέρας, γιατί να διηγείσαι ιστορίες; Η κάθε αφήγηση μήπως δεν ξαναφέρνει στον Οιδίποδα; Να διηγείσαι δε σημαίνει τάχα πάντα να γυρεύεις την καταγωγή σου; Να λές τις διαμάχες σου με τον νόμο, να μπαίνεις στη διαλεκτική της συμπόνιας και του μίσους;»

Να γυρίσω στα δικά μας. Έτσι λοιπόν η Φρίντα έσκιζε το περίβλημα της ιστορίας. Διέσχιζε το πραγματικό αναζητώντας απεγνωσμένα τον πυρήνα, τον ακέραιο πυρήνα του είναι. Το σύμπαν των διαδοχικών ταινιών της είναι ουσιαστικά ενιαίο.

Ενιαίος είναι και ο ψυχικός κόσμος, κυριαρχικά ο δικός της κόσμος. Ενιαίος και ο λόγος στο cinema, στη λογοτεχνία της. Όλα τείνουν να συναντηθούν, πέρα από την αφήγηση, πιο κοντά, επικίνδυνα και υπέροχα κοντά στη λυρική ποίηση.

Οι τίτλοι των ταινιών και των ποιητικών της συλλογών πλάθουν άσφαλτα μια λιτανεία από την παρουσία στην απουσία και πάλι πίσω.

Χρήστος Αγγελάκος

Η Φρίντα μπαίνει στην ποίηση με ταπεινότητα: η αίσθηση της οικονομίας και η επιδίωξη της σαφήνειας διαμορφώνουν το ύφος της. Δε διεκδικεί τον τίτλο της ποιήτριας. Βγάζει τις συλλογές της για να τις χαρίσει πρωτίστως στους φίλους της. Η δωρεά είναι αμφίδρομη: ο κόσμος τής επιστρέφει το βλέμμα που του έριξε. Στα χρόνια που μεσολαβούν, ανάμεσα στα cuts και τις αλλαγές των πλάνων, επιχειρεί να κάνει τη ζωή της ποίηση: βασανιστική και παρηγορητική ταυτόχρονα. Δε γράφει για να εκφραστεί. Γράφει για να υπάρξει. Στα καταστρώματα της ποίησης τρυπώνει λαθραία. Αποζητά την περιπέτεια: την ανθεκτικότητα των αναμνήσεων, τις υποσχέσεις των τοπίων, τον κόσμο που ήταν.

46 χρόνια ζωή: τρεις μικρού μήκους ταινίες και τρεις μεγάλες. Τρεις ποιητικές συλλογές: Λυρικός επίλογος της οδού Πατησίων, το 1980, Τα ήσυχα ποιήματα και τα κυνηγετικά σκυλιά,το 1981, και η τρίτη με τον χρονολογικό τίτλο, 1964‒1988, που εκδόθηκε το 1991. Σ’ αυτά ας προσθέσουμε και τα τρία πεζογραφήματα.

Μάρω Δούκα

Κάτι σαν δόξα της νεότητας. Μιας εποχής, μιας γενιάς. Εν αρχή το όνομά της. Κι ας τη βάφτισαν Αφροδίτη. Εγώ τη διάβαζα Ελευθερία.

Η Φρίντα δεν ήταν μόνον η εμπνευσμένη και επίμονη σκηνοθέτις, ήταν και η ποιήτρια, ήταν και η πεζογράφος, με τις λέξεις διαλεγμένες και πάντα στη θέση τους, ικανές να αναπλάσσουν συναισθήματα, εικόνες, νοήματα, ιδέες. Υποδόρια εικονοκλαστική αλλά και πολύτροπα εικαστική η ματιά της, ανάμεσα στην απαιτητική ανανέωση και την ανθεκτική παράδοση, αναζητώντας το άλλο, το μοντέρνο, το διαφορετικό και την ίδια στιγμή εμμένοντας στο παμπάλαιο δικαίωμά της (και δικαίωμά μας) να εγχαράξει (εφόσον κάθε άνθρωπος έχει τους χρόνους του, κι ο χρόνος τους δικούς του νόμους), την εκ νέου, και μέσα από τη δική της ποιητική ματιά, περίληψη του κόσμου.

Μίμης Κωστόπουλος

Λίγο πιο κάτω, στην αλάνα των θηλέων, στου Τούμπανου, βλέπεις τις χρυσόξανθες μπούκλες της και ακούς κοριτσίστικες φωνές: «Σας παίρνουμε σας παίρνουμε φλουρί Κωνσταντινάτο» και «Μαρία, Μαρία, ορίστε κυρία».

Αλλά η Φρίντα δεν είναι όλο σκοινάκι και καραβάνα, η Φρίντα δεν κρέμεται στη φούστα της θείας Ελενιώς, η Φρίντα ξέρει πώς χελεύουν στην Ταράτσα, πώς πιάνουν τους Ιταλούς στις γράνες, πού και πώς βγάζουν το γλυκορίζι. Βοηθά σ ́αυτό η ηλικία της, κάνει παρέα με όλους μας, ανακατεύεται σε όλα, όχι πάντα χωρίς συνέπειες: συχνά, οι μεγαλύτεροι διασκεδάζουμε με τον φόβο της όταν της λέμε τρομακτικές ιστορίες.