Ο Αντώνης Σαμαράς, με το άρθρο του στην «Καθημερινή», έκανε την πρόταση γάμου, ορίζοντας μαζί και το προικοσύμφωνο: «Όλα», έγραψε, «έχουν ξεκινήσει από την περίοδο 2012-2014. Το Κίνημα Αλλαγής είναι απαραίτητος εταίρος της μεγάλης σύγκλισης. Άλλωστε, έχουμε πια κοινό έργο να υπερασπιστούμε».

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, με την χθεσινή του συνέντευξη στο «ΒΗΜΑ» είπε το «ναι»: Επαναβεβαίωσε την ταύτιση απόψεων με τον πρώην κυβερνητικό του εταίρο, απέδωσε σε «γελοίους», «τυχοδιώκτες» και υπονομευτές» - ορισμένοι εκ των οποίων, παρεμπιπτόντως, παραμένουν κομματικοί συνοδοιπόροι του – τα σενάρια περί μεταπήδησής του στην ΝΔ, και κατήγγειλε εκ νέου την πολιτική των «ίσων αποστάσεων» της Φώφης Γεννηματά. Για να διακηρύξει εν τέλει: «Δική μου πολιτική και ηθική υποχρέωση είναι να εκφράσω τη βούληση της κοινωνικής και εκλογικής βάσης της δημοκρατικής παράταξης και να υπερασπιστώ το ιστορικό κεκτημένο της περιόδου 2010-2015…»

Είναι μια θέση που προφανώς δεν συνιστά είδηση. Τόσο ο Αντώνης Σαμαράς, άλλωστε, όσο και ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχουν προ πολλού ταυτίσει και την βούληση και την τύχη των παρατάξεών τους με την προσωπική τους δικαίωση. Κι όταν δεν σχεδιάζουν από κοινού την «Ελλάδα μετά» και την αποκαθήλωση του ολετήρα Τσίπρα, ατενίζουν το 2020 και ανταλλάσουν κοστούμια για την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Το ερώτημα όμως είναι εάν και πως μπορούν να διαχειριστούν αυτό το ερήμην τους πολιτικό προικοσύμφωνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Φώφη Γεννηματά. Εδώ, για τον μεν πρόεδρο της ΝΔ οι επιλογές και οι δυνατότητες δείχνουν περιορισμένες. Με την συντηρητική παράταξη σε ανακυκλούμενο κενό στρατηγικής και με την μισή και πλέον Κοινοβουλευτική Ομάδα να ελέγχεται από τον πρώην πρωθυπουργό,  ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει μάλλον καταδικασμένος να πορευτεί υπό ομηρία τουλάχιστον έως τις εκλογές.

Οι συνεργασίες και οι διπλές κάλπες

Για την Φώφη Γεννηματά όμως η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Η ίδια επιδεικνύει το τελευταίο διάστημα μια αξιοσημείωτη μεν, δύσκολη δε προσπάθεια ισορροπίας και πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Ασκεί σκληρή αλλά στοχευμένη κριτική στην κυβέρνηση, επιδεικνύει συναινετικές προθέσεις σε ζητήματα όπως τα εθνικά μέτωπα, και επιδιώκει να ανοίξει εκείνη την προοδευτική πολιτική ατζέντα με πρωτοβουλίες όπως αυτή της συνταγματικής αναθεώρησης.

Χθες, δε, στην ομιλία της στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή του Κινήματος Αλλαγής πήγε ένα βήμα πιο μπροστά: Απέρριψε την πολιτική των «μετώπων» που προτείνουν και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, έστειλε μήνυμα προς όλους – μηδέ του Ευάγγελου Βενιζέλου εξαιρουμένου – ότι οι μετεκλογικές στρατηγικές θα καθοριστούν από το αποτέλεσμα των εκλογών, και άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο να μην σχηματιστεί κυβέρνηση και να στηθούν νέες κάλπες με απλή αναλογική. Ο στόχος, όπως είπε, είναι «να μπορεί η παράταξη να οδηγήσει τις εξελίξεις. Είτε συμμετέχοντας στην κυβέρνηση, είτε όχι, ζήτημα για το οποίο η λαϊκή ετυμηγορία θα έχει τον πρώτο λόγο».

Παραπλεύρως, δε, δεν παρέλειψε να απαντήσει και στα σενάρια περί προώθησης Βενιζέλου στην Προεδρία της Δημοκρατίας: «Πολλοί», είπε, «κάνουν σχεδιασμούς με βάση τον εκλογικό νόμο και αναζητούν τους συσχετισμούς για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ας μην βιάζονται, τίποτα δεν θα γίνει αποκομμένα από τις πολιτικές εξελίξεις».

Ο Τσίπρας και η «ηθική υποχρέωση»

Εν ολίγοις, η Φώφη Γεννηματά διαμήνυσε στον ΣΥΡΙΖΑ και στην ΝΔ ότι δεν πρέπει να την θεωρούν δεδομένη, και στον Ευάγγελο Βενιζέλο ότι για εκείνην η «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έρθει μόνον μέσα από μια στρατηγική νίκη της νέας κεντροαριστεράς. Η στρατηγική είναι πολιτικά ορθή, αλλά έχει δύο σοβαρά προβλήματα.

Το πρώτο είναι το imperium Τσίπρα στην κοινωνική κεντροαριστερά. Το πολιτικό κεφάλαιο του πρωθυπουργού μπορεί να έχει υποστεί κυβερνητική φθορά αλλά δεν έχει εξαντληθεί. Ο Αλέξης Τσίπρας είναι εκείνος που εξακολουθεί να ορίζει την προοδευτική ατζέντα, είναι ο ίδιος που έθεσε πρώτος την πλατφόρμα της προοδευτικής διακυβέρνησης, και – προσώρας τουλάχιστον – δεν έχει απέναντί του καμία δομημένη, εναλλακτική πρόταση που θα μπορούσε να διαρρήξει την σχέση του με κρίσιμες ομάδες της εκλογικής βάσης της κεντροαριστεράς.

Το δεύτερο πρόβλημα, για την Φώφη Γεννηματά είναι πως μια τέτοια πρόταση πολύ δύσκολα θα αρθρωθεί από το Κίνημα Αλλαγής όσο αυτό θα σέρνει πάνω του – έστω και δύσθυμα - το «ιστορικό κεκτημένο» της περιόδου Σαμαρά – Βενιζέλου. Μαζί με την «πολιτική και ηθική υποχρέωση» να υπερασπίζεται – έστω κι απρόθυμα – την νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας…