«Όσο ζεις φρόντισε να μορφώνεσαι. Μη φαντάζεσαι πως τα γηρατειά κουβαλούν μαζί τους και τη λογική», Σόλων

Με ή χωρίς την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας η πληθυσμιακή συρρίκνωση και η δημογραφική γήρανση του ελληνικού πληθυσμού ήταν κάτι το προδιαγεγραμμένο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο περίφημος δείκτης γονιμότητας έπεσε κάτω από το κρίσιμο όριο του 2,1 παιδιών ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, που θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή “αντικατάσταση των γενεών” και τη σταθεροποίηση του πληθυσμού. Από τότε η όποια πληθυσμιακή αύξηση της Ελλάδας οφειλόταν κυρίως στην παλιννόστηση Ελλήνων της διασποράς και φυσικά στην αθρόα έλευση μεταναστών που, ανάμεσα στα άλλα, έκαναν ένα είδους “λίφτινγκ” στο κουρασμένο δημογραφικό προφίλ της χώρας “φρεσκάροντας” το και καθυστερώντας αξιοσημείωτα τη ραγδαία δημογραφική γήρανση του ελληνικού πληθυσμού που είχε ήδη προδιαγεγραφεί.

Η έλευση ωστόσο της οικονομικής κρίσης από το 2008 και μετά, και κυρίως η, εξαιτίας της  εφαρμογής ακραίων οικονομικών πολιτικών λιτότητας λόγω των Μνημονίων, οικονομική ύφεση της 4ετιας 2010-2013, που οδήγησε σε απώλεια του 25% του ΑΕΠ της χώρας, σε εκρηκτική άνοδο της ανεργίας στο 29% (60% στους νέους κάτω των 25 ετών) και στη μαζική φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τη δημογραφική εικόνα της Ελλάδας. Πλέον, εκτός από τη συρρίκνωση του πληθυσμού εξαιτίας της καθαρής υπεροχής των θανάτων έναντι των γεννήσεων (η Ελλάδα έχασε έτσι το 3% του πληθυσμού της από το 2011 ως το 2016), υπήρξε ταυτόχρονα και μια τεράστια αιμορραγία ελληνικού πληθυσμού, κυρίως νέας και παραγωγικής ηλικίας, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό προς αναζήτηση εργασίας και ευκαιριών.  Όχι μόνον οι ελληνικής καταγωγής κάτοικοι της Ελλάδας, αλλά και δεκάδες χιλιάδες  μετανάστες από τα Βαλκάνια και τη ανατολική Ευρώπη, που είχαν κάνει τη χώρα μας  “δεύτερη πατρίδα” τους, αναγκάστηκαν κι εκείνοι να μεταναστεύσουν και πάλι, εξαιτίας της κρίσης.

Σωρευτικά, το διάστημα 2008-2013, 427.000 μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας έφυγαν από τη χώρα. Από αυτούς σχεδόν 223.000 ήταν νέοι, ηλικίας 25-39 ετών, εξειδικευμένοι και με πανεπιστημιακή μόρφωση οι περισσότεροι. Πρόκειται για μια μαζική φυγή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (brain drain), από την οποία η Ελλάδα θα χρειαστεί δεκαετίες για να συνέλθει, και αποτελεί αναμφίβολα τον χειρότερο “φόρο αίματος” που αναγκάστηκε η χώρα μας να πληρώσει στα χρόνια της κρίσης. Το γεγονός αυτό, εκτός που δημιούργησε ένα ξαφνικό πληθυσμιακό κενό άνω του μισού εκατομμυρίου (από 11,2 εκ. ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας έπεσε στο 10,7 εκατομμύρια), επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τη δημογραφική εικόνα της χώρας, συντάραξε την ούτως ή άλλως ανισόρροπη ηλικιακή της πυραμίδα, οδηγώντας σε μια άνευ προηγουμένως δημογραφική γήρανση.

Ήδη η μέση ηλικία του σημερινού ελληνικού πληθυσμού είναι τα 46 έτη, που σημαίνει πως ο μισός πληθυσμός της χώρας είναι κοντά, πλησιάζει ή ανήκει στην ομάδα των ηλικιωμένων (με μέσο προσδόκιμο ζωής ανεξαρτήτως φύλου τα 81,1 έτη), που είναι εκ φύσεως λιγότερο παραγωγικοί και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να συμβάλλουν στην δημογραφική ανανέωση της χώρας, καθώς έχουν περάσει το βιολογικό όριο για να καταφέρουν να κάνουν παιδιά και οικογένειες, που τόσο έχει ανάγκη η χώρα μας. Κοντολογίς η Ελλάδα μετατράπηκε ήδη σε μια χώρα γερόντων, σ' ένα απέραντο άτυπο γηροκομείο, και αυτό έχει τεκτονικής φύσεως επιπτώσεις, τόσο στην οικονομία, στην κοινωνική συγκρότηση και φυσικά στην πολιτική σκηνή, αλλάζοντας πολλά δεδομένα κι “ανακατεύοντας και πάλι την τράπουλα”.

Δημιουργείται πλέον ένα ισχυρό και σχεδόν πλειοψηφικό “γκρίζο λόμπι”, που διαπερνά οριζόντια όλη την ελληνική κοινωνία και πολιτική γεωγραφία, που ήδη επηρεάζει και αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις. Αυτό το “γκρίζο λόμπι” έκανε ήδη μία πρώτη επίδειξη δύναμης στις πρώτες εκλογές για την ανάδειξη του νέου αρχηγού της υπό διαμόρφωση “ενιαίας” Κεντροαριστεράς, όπου τα ποιοτικά χαρακτηριστικά κατέδειξαν πως το 65% των όσων προσήλθαν στις κάλπες ήταν άνω των 55 ετών! Με άλλα λόγια αυτοί που θα αποφασίσουν το ποιος θα ηγηθεί τελικά μιας παραδοσιακής ελληνικής πολιτικής παράταξης, που είχε και ενδεχομένως θα έχει σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει στις μελλοντικές εξελίξεις, είναι άνθρωποι που βρίσκονται είτε στο κατώφλι της συνταξιοδότησης είτε είναι ήδη συνταξιούχοι και σε κάθε περίπτωση δεν είναι νέοι. Και η ειρωνεία είναι πως οι πολίτες αυτής της ηλικίας, που χαρακτηρίζονται παραδοσιακά “συντηρητικοί”, θα είναι αυτοί που θα επιλέξουν όχι μόνον τον αρχηγό αλλά και θα στηρίξουν με την ψήφο τους σε μελλοντικές εκλογές μια παράταξη που χαρακτηρίζεται παραδοσιακά “προοδευτική”. Αντιφατικό και παράδοξο δε νομίζετε; Καλώς ήλθατε στην Γκρίζα Ελλάδα του 21ου αιώνα, όπου θα κυριαρχεί το “Γκρίζο Λόμπι”!

Η γκρίζα Ελλάδα

Όσο η Ελλάδα θα γερνά, τόσο λιγότερα θα κάνει για να αλλάξει τη μοίρα της. Το πεπρωμένο της θα είναι όλο και πιο άκαμπτο. Η γήρανση θα ενισχύσει την υπογεννητικότητα και με τη σειρά της η μικρή γεννητικότητα θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη γήρανση, σ’ ένα φαύλο κύκλο όπου το αποτέλεσμα θα είναι μια όλο και μικρότερη και γηραιότερη Ελλάδα. Το βάρος στην οικονομία θα γίνεται δυσβάσταχτο και πολλά, ήδη θιγμένα λόγω Μνημονίων, «κεκτημένα δικαιώματα» θα πρέπει να θιγούν ακόμη περισσότερο για να μην καταρρεύσουν τα δημοσιονομικά και η χώρα εισέλθει και πάλι σε ύφεση διαρκείας. Το εργατικό δυναμικό θα συρρικνωθεί ραγδαία και μόνον η συνεχόμενη «μετάγγιση αίματος» από τους μετανάστες θα μπορεί να σώσει την παραγωγικότητα από χειμερία νάρκη διαρκείας.

Οι μετανάστες αποτελούν μια αναπόφευκτη λύση, προσωρινή ωστόσο, γιατί με τη σειρά τους και αυτοί θ’ αρχίσουν να γερνούν. Άλλωστε, μετά το 2060, οι γεννήσεις και οι θάνατοι στον αναπτυσσόμενο κόσμο αναμένεται να ισοσκελιστούν, οι πληθυσμοί του νοτίου ημισφαιρίου θα σταθεροποιηθούν και κατόπιν θ’ αρχίσουν να μειώνονται σε απόλυτους αριθμούς. Ο αυτοματισμός και η ρομποτική είναι βεβαίως μια λύση, αλλά κυρίως για τον βιομηχανικό τομέα και όχι για μια οικονομία υπηρεσιών, όπως είναι η Ελλάδα. Η πιο ενδεδειγμένη λύση αποτελεί ασφαλώς η ανάκαμψη των γεννήσεων, που πρέπει βέβαια να ξεπεράσουν τα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας (από 1.33 που είναι σήμερα) προκειμένου να γίνεται ομαλά η αντικατάσταση των γενεών. Η τελευταία αισιόδοξη λύση θα έρθει, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία μετά το 2050 και τα ευεργετικά της αποτελέσματα θα φανούν μετά το 2075…

Πολιτική υποταγμένη στις επιθυμίες του «Γκρίζου Λόμπι»

Μέχρι να συμβεί ωστόσο αυτή η θετική εξέλιξη το όλο και μεγαλύτερο γερασμένο εκλογικό σώμα της Ελλάδας θα πιέζει ασφυκτικά τις εκάστοτε κυβερνήσεις για μεγαλύτερες συντάξεις, για καλύτερη ποιότητα ιατρικής περίθαλψης και για νέα υψηλής τεχνολογίας, πλην όμως πανάκριβα, φάρμακα κλπ.. Δεν θα τους ενδιαφέρει και τόσο το μέλλον, ούτε και τι θα γίνει με το δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος, που θα μετακυληθεί στις μελλοντικές γενιές, καθώς οι ίδιοι δεν έχουν να ζήσουν ακόμη πολλά χρόνια -αρκετοί μάλιστα δεν έχουν καν παιδιά κι εγγόνια για να νοιαστούν- οπότε τους ενδιαφέρει πρωτίστως το “Εδώ και Τώρα” -σκέφτονται και δρουν μόνο βραχυπρόθεσμα. Αν κάποια κυβέρνηση, αφού καταφέρει να εκλεγεί με την ανοχή έστω του “Γκρίζου Λόμπι”, επιχειρήσει ν’ αντιδράσει με ριζοσπαστικές αλλαγές του ασφαλιστικού συστήματος και με δραστικές περικοπές του Κράτους-Πρόνοιας, θα εμφανίζονται από το πουθενά «κόμματα συνταξιούχων» που θα τιμωρούν τους επίδοξους μεταρρυθμιστές. Οποιοσδήποτε Έλληνας πολιτικός τολμήσει να αμφισβητήσει τα κεκτημένα δικαιώματα του “Γκρίζου Λόμπι”, τις όποιες συντάξεις του και το προσανατολισμένο προς τους συνταξιούχους (και όχι π.χ. στις μονογονεϊκές οικογένειες) Κράτος-Πρόνοιας, θα εξαφανίζεται από τον πολιτικό χάρτη της χώρας!

Το λεγόμενο “Γκρίζο Λόμπι”, που ήδη διαμορφώνεται, θα είναι ένα κίνημα ανθρώπων τρίτης ηλικίας με ισχυρή αγοραστική δύναμη, που θα σχηματίζουν ομάδες πίεσης ενάντια στον κοινωνικό τους αποκλεισμό, αλλά και διεκδικώντας το δικαίωμα στην ηδονή και στη σπατάλη του δημοσίου πλούτου. Έτσι οι ηλικιωμένοι θα καταστούν τα τελευταία «χαϊδεμένα παιδιά» της ελληνικής κοινωνίας.
Για να  ικανοποιήσουν «γκρίζο λόμπι» οι πολιτικοί ηγέτες του κοντινού μας μέλλοντος θα προβούν σε δραστικές περικοπές στον τομέα της παιδείας, της έρευνας και της εθνικής άμυνας, δρώντας έτσι σε βάρος του μέλλοντος των όλο και λιγότερων νέων. Οι γέροι θα στριμώξουν πολιτικά τους νέους στη γωνία, θα τους περιθωριοποιήσουν και θα αναγκάσουν να εργάζονται περισσότερο και να πληρώνουν μεγαλύτερους φόρους. Σε περίπτωση που υποταχθούν οι νέοι θα βρίσκονται συνεχώς κάτω από τη ληστρική κηδεμονία των γηραιότερων. Το σίγουρο όμως είναι πως θα αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην παθητικότητα και στην επανάσταση.

Για να μην υπάρξει κοινωνική επανάσταση εκ μέρους των νέων, οι πολιτικοί ηγέτες θ’ αφήσουν κατά μέρος τις εθνικιστικές και ακροδεξιές λαϊκιστικές ρητορικές και θ’ ανοίξουν διάπλατα τις πόρτες στους μετανάστες, μόνο και μόνο για να μην αναγκαστούν να παρατείνουν υπερβολικά τον εργάσιμο χρόνο για τη συνταξιοδότηση πέρα από τα υφιστάμενα 67 έτη και να δυσαρεστήσουν έτσι και το πανίσχυρο «γκρίζο λόμπι». Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί η συγκέντρωση όλης της εκλογικής δύναμης στα χέρια των γέρων, θα είναι, εκτός από το να καθιερωθεί άμεσα υποχρεωτική Ψήφος από τα 16 (ίσως και από τα 12 στο απώτερο μέλλον), να δοθεί το δικαίωμα σε κάθε εργαζόμενο Έλληνα η ψήφος του -τουλάχιστον στις εθνικές εκλογές- να μετρά για δύο, ενώ σε κάθε συνταξιούχο να μετρά κανονικά. Αυτό θα έφερνε κάποιου είδους ισορροπία αποτρέποντας έναν μακροχρόνιο ακήρυχτο “πόλεμο των γενεών”. Είναι βέβαιο όμως πως το «γκρίζο λόμπι» θα αντιδράσει πραξικοπηματικά και δεν θα επιτρέψει μια τέτοια εξέλιξη, η οποία θα περιορίζει τη δύναμή του.

Αποφεύγοντας τις περιπέτειες

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής το «γκρίζο λόμπι» θα αναγκάσει την Ελλάδα, επειδή θα έχει συνεχώς ανάγκη από εισαγωγές κεφαλαίων προκειμένου να χρηματοδοτήσει το αντιπαραγωγικό της ασφαλιστικό σύστημα και Κράτος-Πρόνοιας, να μετατραπεί σε “επιτήδειο ουδέτερο” και παθητικό παρατηρητή των διεθνών εξελίξεων, αποφεύγοντας με κάθε τρόπο το κόστος μιας πολεμικής εμπλοκής. Δεν θα υπάρχει διάθεση για ριψοκίνδυνες αποφάσεις, για δυναμική στάση και θα ευνοείται η διαμόρφωση μιας «σταθερής» εξωτερικής πολιτικής, δύσκαμπτης, «ουδέτερης» και αναγκαστικά φιλειρηνικής. Στόχος θα είναι πάντα η ασφάλεια, η σταθερότητα και η αποφυγή των κινδύνων.

Ο Ελληνικός Στρατός του μέλλοντος θα είναι αριθμητικά συρρικνωμένος, αναγκαστικά επαγγελματικός και εξοπλισμένος με οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας, που θα σε αναπληρώνουν σε ισχύ πυρός την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού. Σπάνια ωστόσο αυτός ο στρατός θα παίρνει εντολή να αναπτύσσεται και να εμπλέκεται σε εμπόλεμες ζώνες, καθώς ο ρόλος του θα είναι καθαρά αμυντικός και αποτρεπτικός, θυμίζοντας περισσότερο αστυνομική δύναμη παρά δύναμη ταχείας επέμβασης. Εξάλλου η Ελλάδα θα βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα του κοινού Ευρωπαϊκού Στρατού, ο οποίος με τη σειρά του θα είναι περισσότερο δύναμη αποτροπής παρά επέμβασης. Η γηραιά Ευρώπη θα καταστεί ένας πλούσιος παρατηρητής, υπολογίσιμος σε  δύναμη, αλλά όχι και τόσο ικανός να αναλάβει ενεργό διεθνή ρόλο. Αν η μελλοντική γερασμένη Ευρώπη στριμωχτεί από κάποια εχθρική δύναμη είναι σίγουρο πως θα προτιμήσει να την απειλήσει ευθέως με στρατηγικά πυρηνικά πλήγματα, παρά να επιχειρήσει μια ριψοκίνδυνη επέμβαση εναντίον της με συμβατικές δυνάμεις.

Ακόμη και ως οργανικό τμήμα του σκληρού πυρήνα μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, που θα είναι πολυπολιτισμική και γερασμένη κοινωνία, η γκρίζα Ελλάδα θα είναι αναγκασμένη να προωθεί μια ουδέτερη και κατευναστική εξωτερική πολιτική τόσο στην περιφέρειά της, όσο και διεθνώς. Θα εμφορείται διαρκώς από μια διάθεση συμβιβασμού κι από ένα πνεύμα υποχωρητικότητας. Θα δίνει την εντύπωση μιας χώρας εσωστρεφούς, κουρασμένης από την ιστορία, που προτιμά την απόσυρση σ’ ένα νοσταλγικό παρελθόν, παρά την ενεργό συμμετοχή σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Ποιος θα κερδίσει τους ηλικιωμένους ψηφοφόρους

Όπως και να ‘χει η γήρανση του πληθυσμού της Ελλάδας θα πυροδοτήσει μια κρίση διαρκείας στην ελληνική οικονομία, οδηγώντας ενδεχομένως σε παρατεταμένο τέλμα την παραγωγικότητά της. Ένας γερασμένος πληθυσμός έχει λιγότερες απαιτήσεις, ζει πιο εύκολα από την ακίνητη περιουσία και δεν επενδύει στην ανανέωση των εξοπλισμών, ούτε και αποταμιεύει για το μέλλον, ειδικότερα αν δεν έχει παιδιά. Οι ηλικιωμένοι δεν προσαρμόζονται εύκολα στις νέες τεχνολογίες και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία θα χάσει κάποια στιγμή το «τρένο» των τεχνολογικών εξελίξεων και οι αναπτυξιακές της δυνατότητές θα περιοριστούν. Οι γέροι δεν συνηθίζουν να επενδύουν, ούτε γενικώς να ρισκάρουν, αλλά υπολογίζουν τα πάντα. Δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον και ο χρονικός τους ορίζοντας είναι απελπιστικά στενός. Είναι φανατικοί του Status Quo και του κομφορμισμού, κι εκφράζονται συνήθως μέσω συντηρητικών πολιτικών κομμάτων.

Μια «γκρίζα Ελλάδα» θ’ αποτελεί τον θρίαμβο του ησυχασμού και του συντηρητισμού. Ως γνωστόν τα συντηρητικά κόμματα είναι συνήθως Δεξιάς πολιτικής κατεύθυνσης, που εγγυώνται την κοινωνική ηρεμία και γαλήνη. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Δεξιά θα καρπωθεί αποκλειστικά τα πολιτικά οφέλη από τη γήρανση του ελληνικού πληθυσμού. Έχει αποδειχθεί πως και η Αριστερά μπορεί να είναι εξίσου συντηρητική και μάλιστα μ’ έναν «βελούδινο» τρόπο κι επιπλέον έχει το πλεονέκτημα πως εγγυάται ακόμη και το πιο σπάταλο Κράτος-Πρόνοια, το οποίο είναι γνωστό πως αναδιανέμει τα εισοδήματα προς όφελος της μεσαίας τάξης, αγνοώντας τους πραγματικά φτωχούς.

Συνήθως οι γέροι γεμίζουν τις εκκλησίες, πράγμα που σημαίνει πως η Ορθόδοξη Εκκλησία θα βρει όλο και περισσότερο πιστούς, αλλά όχι και τόσο φανατικούς, για να καθοδηγήσει. Ένα συντηρητικό ορθόδοξο κίνημα ξενόφοβης, αλλά όχι απαραίτητα αντιμεταναστευτικής -ίσως μάλιστα ακριβώς το αντίθετο!-, κατεύθυνσης θ’ αποτελέσει ίσως τον κυριότερο πολιτικό φορέα έκφρασης της «γκρίζας Ελλάδας», ενώ πολιτικοί ηγέτες-ιεράρχες –οι «Χριστόδουλοι» του 2040!– μπορεί να πάρουν κάποια στιγμή τα ηνία της διακυβέρνησης της χώρας. Η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία θα είναι ίσως μια παράδοξη μορφή «ορθόδοξης σοσιαλδημοκρατίας», που θα εγγυάται από τη μια το αντιπαραγωγικό Κράτος-Πρόνοιας κι από την άλλη θα στηρίζει πολιτικά και οικονομικά το «μεταφυσικό μονοπώλιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η «γκρίζα Ελλάδα» δεν θα είναι ωστόσο χωρίς πλεονεκτήματα. Θα υπάρχει λιγότερη εγκληματικότητα, τρομοκρατία, λιγότερες κοινωνικές αναταραχές και γενικώς απροθυμία για εμπλοκή σε πολέμους κι εθνικιστικές περιπέτειες. Άλλωστε δεν θα υπάρχουν και τα αναγκαία αποθέματα αδρεναλίνης για κάτι τέτοιο...

* Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας, ανάμεσα στ' άλλα και του βιβλίου “Γκρίζα Ελλάδα” και δημιουργός του Ζενίθ (www.zenithmag.wordpress.com).