Tρεις δικαστικές υποθέσεις και οι βαθιές πλέον σκιές μιας επαναλαμβανόμενης αναντιστοιχίας αποφάσεων ανωτάτων λειτουργών της Θέμιδος με το κοινό περί δικαίου αίσθημα βρίσκονται πίσω από την αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ κυβέρνησης και Δικαιοσύνης.

Οι δύο εκ των τριών υποθέσεων υποδείχθηκαν ευθέως από το υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή στην χθεσινή συνέλευση της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδας κι ήταν εκείνες που προκάλεσαν και την καταγγελία του προέδρου του ΣτΕ Νίκου Σακελλαρίου περί «ωμής παρέμβασης στην Δικαιοσύνη». Πρόκειται για την απόφαση του ΣτΕ που, ουσιαστικά, αυτοεξαιρεί τους δικαστές από τον έλεγχο Πόθεν Εσχες και για το πρόσφατο βούλευμα του Συμβουλιου Εφετών για τα στημένα ποδοσφαιρικά παιχνίδια στα οποία φέρεται να εμπλέκεται και ο Βαγγέλης Μαρινάκης. Η τρίτη είναι η, επίσης πρόσφατη, απόφαση του ΣτΕ για την παραγραφή μεγάλων υποθέσεων φοροδιαφυγής – μια απόφαση, η οποία μεν δεν σχολιάζεται επισήμως από την κυβέρνηση αλλά στην πράξη βάζει «ταφόπλακα» σε κάθε έλεγχο των 1,3 εκατομμυρίων μεγαλοκαταθετών της λίστας Νικολούδη.

Το Πόθεν Εσχες

Το ζήτημα του Πόθεν Εσχες των δικαστών είναι εκείνο που πυροδότησε και την πιο σκληρή αντιπαράθεση, με κυβερνητικές πηγές πάντως να εκφράζουν απορία για την οξύτητα της απάντησης Σακελλαρίου σε μια «μάλλον ήπια επισήμανση» του Σταύρου Κοντονή. «Είναι πρόβλημα το γεγονός ότι εκδόθηκε πρόσφατα από το ΣτΕ απόφαση που ακυρώνει τον έλεγχο των δηλώσεων του Πόθεν Εσχες», είπε στον χαιρετισμό του ο υπουργός Δικαιοσύνης προσθέτοντας πως «αποφάσεις δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από το ανέλεγκτο της δικαστικής κρίσης».

«Καταγγέλλω από το βήμα αυτό την ωμή παρέμβαση στη Δικαιοσύνη. Υποδείξεις δεν δεχόμεθα από πουθενά», ήταν η άμεση απάντηση του προέδρου του ΣτΕ – μια απάντηση την οποία ο Σταύρος Κοντονής χαρακτήρισε ως «αναιτιολόγηση επίθεση».

Δικαστικές πηγές, από την πλευρά τους, συνέδεαν την καταγγελία Σακελλαρίου με το γεγονός ότι υπάρχει σε εξέλιξη δίκη στο ΣτΕ για το θέμα του Πόθεν Εσχες, παράλληλα όμως δεν έκρυβαν την ενόχλησή τους και για τα όσα είχε πει για το ίδιο θέμα ο υπουργός Δικαιοσύνης σε κυριακάτικη συνέντευξή του.

Στην συνέντευξη αυτή στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» ο Σταύρος Κοντονής δήλωσε ότι με την απόφαση για το Πόθεν Εσχες οι δικαστές «συνέβαλλαν και στην γενικότερη απαξίωση των θεσμών αφού με προκλητικό τρόπο αυτοεξαιρούνται από τον έλεγχο που είναι στοιχείο συστατικό της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος».
«Είναι ανεπίτρεπτο», πρόσθεσε, «κάτι που ισχύει για όλους τους πολίτες και κυρίως το πολιτικό προσωπικό της χώρας, να μην ισχύει για τους δικαστές. Θα περίμενα οι ίδιοι να επιζητούν περισσότερο έλεγχο και διαφάνεια και όχι εξαιρέσεις και συσκότιση».

Το βούλευμα για τα στημένα

Η δεύτερη εστία έντασης άνοιξε με τον πρόεδρο της Ενωσης Εισαγγελέων Δημήτρη Ασπρογέρακα, όταν ο Σταύρος Κοντονής μίλησε για πρωτόγνωρη καθυστέρηση σε έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, «φωτογραφίζοντας» την υπόθεση με τα στημένα ματς του ποδοσφαίρου.

Το βούλευμα με το οποίο παραπέμποται σε δίκη 28 πρόσωπα – ανάμεσά τους και ο Βαγγέλης Μαρινάκης – εκδόθηκε στις αρχές Νοεμβρίου. Από την εισήγηση όμως του εισαγγελέα Εφετών Σταμάτη Δασκαλόπουλου έως την έκδοσή του μεσολάβησαν δεκατέσσερις με αλλεπάλληλες εμπλοκές και συνεχείς αιτήσεις εξαίρεσης.
Με το βούλευμα, ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, Βαγγέλης Μαρινάκης, παραπέμπεται σε δίκη κατά πλειοψηφία για ένα κακούργημα κι ένα πλημμέλημα, ενώ απαλλάσσεται από μια σειρά άλλων βαριών κατηγοριών.

«Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από δικαστή να προχωρήσει γρήγορα στην έκδοση βουλεύματος... Στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε και μειοψηφία. Υπήρξε και η άλλη άποψη», ήταν η απάντηση του Δημήτρη Ασπρογέρακα στις αναφορές Κοντονή.

Κυβερνητικά στελέχη πάντως, πέραν των καταγγελιών των ανώτατων δικαστών, εκφράζουν απορία και για την ένταση των αντιδράσεων της αντιπολίτευσης, με πρώτη τη Νέα Δημοκρατία που, ουσιαστικά, ζήτησε την αποπομπή Κοντονή από την κυβέρνηση. Οι ίδιες πηγές, μάλιστα,  σημείωναν ότι την οξύτητα της ΝΔ «συναγωνίστηκε, κι ενδεχομένως ξεπέρασε το ΠΑΣΟΚ», το οποίο σε μακροσκελή του ανακοίνωση κάνει λόγο για «εκτροπή του κ. Κοντονή» και τονίζει μεταξύ άλλων: «Το μήνυμά τους (των δικαστών) είναι σαφές κι αυστηρό: Κανείς δεν διώκεται κατά παραγγελία κέντρων εξουσίας και συμφερόντων. Κανείς δεν παγιδεύεται σε σκηνοθετημένες διώξεις και αναμοχλεύσεις υποθέσεων. Κανείς δεν επιτρέπεται να εμπλέκεται σε καφκικές ανακριτικές και διωκτικές διαδικασίες».