Ο Πρεμ Γουάτσα, εκ των γκουρού των επενδύσεων και CEO της Fairfax, βλέπει «ελαχιστοποίηση» του πολιτικού κινδύνου και ποντάρει στο Greecovery, η Wall Street Journal διαπιστώνει ότι οι επενδυτές έχουν βάλει στα «ραντάρ τους» την Ελλάδα, και η UBS εντάσσει τα ελληνικά ομόλογα στις «κορυφαίες επενδυτικές προτάσεις του 2018».

Δεν πρόκειται για… ξαφνικό και συντονισμένο έρωτα των διεθνών επενδυτών με την Ελλάδα – πρόκειται για την, συνήθη και κυνική, αποτίμηση κινδύνων και ευκαιριών που κάνουν οι αγορές. Κι σ’ αυτή την αποτίμηση, στην παρούσα φάση, η Ελλάδα φαίνεται να υπόσχεται χαμηλό πολιτικό και οικονομικό ρίσκο και μεγάλα περιθώρια επενδυτικών κερδών – εξ ου και το θεαματικό ράλι στα ελληνικά ομόλογα τις τελευταίες ημέρες.

Το ράλι των ομολόγων

Σπάζοντας ένα ακόμη ρεκόρ, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων έπεσαν χθες στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 9 ετών: Η απόδοση των δεκαετών τίτλων έπεσε στο 4,3% από το 4,5% της Δευτέρας, η συνολική πτώση στο τελευταίο δίμηνο ξεπερνά το 20%, ενώ και στα διετή ομόλογα η απόδοση χθες διαμορφώθηκε στο 2,15% από το 2,4% επιστρέφοντας στα επίπεδα του Δεκεμβρίου του 2010. Ολοκληρώνοντας την εικόνα το περίφημο spread – η διαφορά απόδοσης των δεκαετών ελληνικών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών – υποχώρησε στις 407 μονάδες βάσης και στο χαμηλότερο επίπεδό του από τον Απρίλιο του 2010.

«Η θεραπεία» της Ευρώπης από την κρίση ξεκινά και τελειώνει με την Ελλάδα», είναι η ανάγνωση που κάνει η Wall Street Journal πίσω από αυτό το ράλι και εξηγεί: «Η οικονομία της Ελλάδας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις: Μόλις επέστρεψε στην ανάπτυξη και εξακολουθεί να έχει το βαρύτερο χρέος οποιουδήποτε ευρωπαϊκού κράτους. Αλλά η κατεύθυνση της χώρας είναι ενθαρρυντική. Η Ελλάδα έχει καταγράψει τρία συνεχόμενα τρίμηνα ανάπτυξης το 2017 για πρώτη φορά μετά την κρίση. Η ανεργία, αν και εξακολουθεί να είναι υπερβολικά υψηλή σε ποσοστό άνω του 20%, έχει μειωθεί από το ρεκόρ του 28%. Οι τραπεζικές καταθέσεις, ενώ έχουν μειωθεί κατά 45% από το ζενίθ τους, σταθεροποιήθηκαν και αυξήθηκαν φέτος κατά 4,4% φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2015».

Ανάλογες εκτιμήσεις διατυπώνονται και στο συνέδριο Invest in Greece που διοργανώνει η Capital Link στην Νέα Υόρκη, με τους αναλυτές της Deutsche Bank και της Global Capital να υποδεικνύουν τα ελληνικά ομόλογα ως την επένδυση με τις καλύτερες αποδόσεις της ευρωζώνης το 2018.

Η Deutsche Bank

Είναι μια λογική, και κυρίως προσοδοφόρα, επενδυτική πρόταση: Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων παραμένουν υψηλές και υπόσχονται μεγάλα κέρδη, ενώ ταυτόχρονα το ρίσκο που αναλαμβάνουν οι επενδυτές είναι χαμηλό καθώς όλα δείχνουν πως η Ελλάδα «βλέπει πλέον φως στην άκρη του τούνελ», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην έκθεσή της η Deutsche Bank.

Η έκθεση της γερμανικής τράπεζας είναι ίσως και η πλέον ενδεικτική του οδικού χάρτη που διαμορφώνεται τόσο για την ελληνική οικονομία, όσο και για τους επενδυτές: Κατά το βασικό σενάριο της Deutsche Bank, η Ελλάδα θα βγει από το Μνημόνιο το καλοκαίρι του 2018 όχι με μια απολύτως «καθαρή» έξοδο αλλά με μια «συνεργατική έξοδο» - ήτοι, με μια συμφωνία με τους δανειστές που δεν θα περιλαμβάνει πιστωτική γραμμή και νέο Μνημόνιο, θα βασίζεται στο γνωστό «μαξιλάρι» ρευστότητας, και θα προβλέπει συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με μιας μορφής ήπια εποπτεία.

Σ’ αυτή την ηπιότερη εποπτεία θα συμβάλει και το γεγονός ότι το ΔΝΤ, κατά την εκτίμηση τουλάχιστον της Deutsche Bank, δεν θα μετάσχει τελικώς χρηματοδοτικά στο πρόγραμμα αίροντας μεγάλος μέρος της πίεσης για δημοσιονομικά μέτρα και αφήνοντας περιθώρια ευελιξίας στην κατεύθυνση της τόνωσης της ανάπτυξης.

Το ερώτημα εδώ βεβαίως, εάν «βγει» το σενάριο της γερμανικής τράπεζας, είναι πόσο αρνητικό ρόλο θα παίξει η μη εμπλοκή του ΔΝΤ στο ζήτημα της μείωσης του χρέους. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η παγίωση της εικόνας ομαλής εξόδου από το Μνημόνιο στους διεθνείς επενδυτικούς κύκλους διευκολύνει την ελληνική κυβέρνηση σε έναν κομβικό και άμεσο στόχο – την επιτάχυνση της σταδιακής επιστροφής στις αγορές.

Νέα επταετής έκδοση

Οι νέες έξοδοι στις αγορές, πριν από το καλοκαίρι του 2018, είναι εκείνες στις οποίες ποντάρει η ελληνική πλευρά προκειμένου να χτίσει το λεγόμενο «μαξιλάρι» ρευστότητας που θα της επιτρέψει να τελειώσει το πρόγραμμα χωρίς πιστοληπτική γραμμή. Σύμφωνα, δε, με τις τελευταίες πληροφορίες που δημοσιεύει η επίσης γερμανική Handelsblatt, η αρχή θα γίνει πιθανότατα τον Ιανουάριο με ένα επταετές ομόλογο και, συνολικά, σχεδιάζεται η έκδοση δύο ή τριών τίτλων έως το καλοκαίρι με στόχο την άντληση 6 δις ευρώ.