Ήταν μόλις τον περασμένο Μάρτιο όταν σε μια συνέντευξή του στην γερμανική FAZ ο, απερχόμενος πλέον, πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ απέδιδε, λίγο ως πολύ, τα μνημόνια και την ελληνική κρίση στον... άσωτο τρόπο ζωής του ευρωπαϊκού Νότου.

«Κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ», είχε πει τότε, «οι χώρες του Βορρά έδειξαν αλληλεγγύη στις χώρες που επηρεάσθηκαν από την κρίση. Αλλά και αυτοί έχουν υποχρεώσεις. Δεν μπορούν να ξοδεύουν όλα τα χρήματα σε ποτά και γυναίκες και μετά να ζητούν βοήθεια».

Χθες, απαντώντας σε ερώτηση του ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας Νίκου Χουντή, ο ίδιος, ο γνωστός μας Γερούν, ανακάλυψε – μάλλον με καθυστέρηση οκταετίας - την άλλη όψη του νομίσματος. Και παραδέχθηκε ότι το πρώτο  Μνημόνιο έγινε για να στηριχτούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και όχι για να διασωθούν οι... άσωτοι του Νότου.

«Σε όλες τις χώρες», είπε, «το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι τράπεζες. Είχαμε τραπεζική κρίση, δημοσιονομική κρίση και χρησιμοποιήσαμε πολλά από τα χρήματα του φορολογούμενου με λάθος τρόπο κατά την γνώμη μου, για να σώσουμε τις τράπεζες. Και ο κόσμος που επέκρινε τα πρώτα χρόνια λέγοντας πως όλα έγιναν για τις τράπεζες, έχει κάποιο δίκαιο». Και δεν παρέλειψε να προσθέσει ότι πλέον η προσέγγιση έχει αλλάξει και  για αυτό το λόγο δημιουργήθηκε η τραπεζική ένωση: «Με υψηλότερες προδιαγραφές», είπε, «με καλύτερη εποπτεία, με ένα πλαίσιο εξυγίανσης και διάσωσης, όταν οι τράπεζες έχουν απώλειες. Ακριβώς για να μην ξαναβρεθούμε σε αυτήν την κατάσταση».

Ο Ντάισελμπλουμ δεν είπε χθες κάτι καινούριο. Ούτε πέρασε κρίση πολιτικής μεταμέλειας. Η αποχώρησή του από το Eurogroup και από τον σκληρό πυρήνα του συστήματος υπαγόρευσης των αποφάσεων, του επιτρέπει απλώς να  αναγνωρίσει τις στοιχειώδεις αλήθειες. Κι ενδεχομένως να επιχειρήσει και μια στροφή στο πολιτικό του προφίλ, μετά την κατάρρευση στην οποία οδήγησε  συνολικά την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία το δόγμα των μνημονίων και της λιτότητας.

Το ίδιο είχε πράξει άλλωστε, επίσης στην αποδρομή του, και ο Ολι Ρεν. Ηταν τον Γενάρη του 2014, λίγο πριν αποχωρήσει από την Κομισιόν, και πάλι απαντώντας σε ερώτηση του Νίκου Χουντή, όταν και ο τότε επίτροπος είχε ομολογήσει ότι η Ελλάδα θυσιάστηκε για να σωθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες:

«Το 2010», είχε πει ο Ολι Ρεν, «δεν έγινε αναδιάρθρωση (κούρεμα) του ελληνικού χρέους, για να μη μεταδοθεί η οικονομική κρίση στα άλλα κράτη μέλη και στις ευρωπαϊκές τράπεζες».
Ηταν η πολιτική, κυνική παραδοχή των όσων ήδη γνωρίζαμε και αποκαλύφθηκαν το ίδιο διάστημα – με τον πλέον τεκμηριωμένο τρόπο – στην μεγάλη έρευνα του Κέντρου Διεθνούς Διακυβέρνησης και Καινοτομίας (CIGI) και του αμερικανού ερευνητή και συγγραφέα Πολ Μπλουστάιν. Ο Μπλουστάιν, παραθέτοντας στοιχεία και μαρτυρίες ακόμη και στελεχών της ΕΚΤ, είχε αποκαλύψει πως ο Ζαν Κλοντ Τρισέ, τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το 2010 τίναξε στον αέρα το σχέδιο του ΔΝΤ για δραστικό κούρεμα του ελληνικού χρέους, επιλέγοντας να σώσει τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του CIGI, η έκθεση των γαλλικών τραπεζών σε ελληνικό κρατικό χρέος έφθανε τότε στα 60 δισεκατομμύρια ευρώ και των γερμανικών στα 35 δισεκατομμύρια. Εάν αποφασιζόταν το κούρεμα και αναγκάζονταν να αναλάβουν τις επακόλουθες ζημιές, είναι προφανές ότι το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα θα ρίσκαρε την ίδια την επιβίωσή του.

Αντ' αυτού, η πολιτική επιλογή της Ευρώπης ήταν να ρισκάρει την επιβίωση και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού. Κι αυτή την παραδοχή ήρθαν να κάνουν, κατόπιν εορτής και κατόπιν του «εγκλήματος», και ο Ολι Ρεν και ο Γερούν Ντάισελμπλουμ. Είναι μια παραδοχή που θα είχε ενδεχομένως αξία, εάν σηματοδοτούσε και αλλαγή δόγματος και προσανατολισμού στην Ευρώπη. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, παρά την πιο ήπια ρητορική, τέτοια δομική αλλαγή πλεύσης δεν διακρίνεται. Και λίγοι είναι εκείνοι που αμφιβάλλουν ότι και στην επόμενη κρίση, την προτεραιότητα θα την έχουν και πάλι οι τράπεζες και οι αγορές, και όχι οι λαοί...