Κοινή επίθεση στον ειδικό διαμεσολαβητή του ΟΗΕ Εσπεν Μπαρθ Άιντε εξαπέλυσαν ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς και ο Κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος, Νίκος Χριστοδουλίδης, με αφορμή την στάση του στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.

Ads

Στην πρώτη του συνέντευξη μετά τις διαπραγματεύσεις του Κραν Μοντανά, την οποία παραχώρησε από κοινού στη «Νέα Σελίδα» και στον «Φιλελεύθερο» της Κύπρου, ο Νίκος Κοτζιάς χρεώνει στον ειδικό διαμεσολαβητή προσπάθεια υπονόμευσης των συνομιλιών για το Κυπριακό, αποκαλύπτοντας μάλιστα ότι ο Άιντε πραγματοποίησε μυστικές συναντήσεις με σκοπό να διασπάσει την κοινή στρατηγική Αθήνας και Λευκωσίας.

«Στις επισκέψεις του στην Ελλάδα ο κ. Άιντε συναντιόταν εν κρυπτώ με επιχειρηματίες – γιατί άραγε; – που, όπως φάνηκε, συνδέονται με συγκεκριμένους διεθνείς παράγοντες και επιλογές για το Κυπριακό. Σε αυτές τις συναντήσεις ήταν παρόντες και ορισμένοι από τους δημοσιογράφους που αρέσκονται να με υβρίζουν προσωπικά και προσπαθούν να αμαυρώσουν την κοινή προσπάθεια της ελληνικής και της κυπριακής κυβέρνησης. Δεύτερον, ότι μας πήγε ο κ. Άιντε σε αυτή τη φάση της διαπραγμάτευσης χωρίς να έχει κάνει ο ίδιος επαρκή προεργασία. Τρίτον, του επιτρέψαμε να λέει για μεγάλο χρονικό διάστημα πολλαπλά ψέματα. Του τα κατέδειξα ένα προς ένα στην ίδια τη Διάσκεψη. Το γνώριζε ότι έλεγε ψέματα, αλλά δεν τον πείραζε ότι πιανόταν στα πράσα. Ευτυχώς, υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση όταν προσπάθησε να εμφανίσει σε έγγραφό τις δικές του θέσεις ως δικές μας. Φοβάμαι ότι συνεχίζει αυτή του την τακτική και μετά την Ελβετία», σημειώνει ο Ν. Κοτζιάς.

Για την κλιμάκωση της έντασης στην κυπριακή ΑΟΖ με ευθύνη της Άγκυρας, ο Έλληνας ΥΠΕΞ συστήνει ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση, δεν κρύβει, ωστόσο, την ανησυχία του ότι «οι προκλήσεις της Τουρκίας μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε λάθη και ατυχήματα».

Ads

Πιο «διπλωματικός», αλλά το ίδιο ξεκάθαρος ήταν ο Κύπριος εκπρόσωπος. Αν και επισήμανε την υιοθέτηση της θέσης της Λευκωσίας και της Αθήνας από τον Άιντε σε σχέση με το ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση στο Κυπριακό που να προβλέπει εγγυητικά και παρεμβατικά δικαιώματα στην Κύπρο από την όποια τρίτη χώρα, ωστόσο πρόσθεσε: «Την ίδια στιγμή, κάποιες αναφορές του κ. Άιντε στη συνέντευξή του και ειδικότερα για τα διαδραματισθέντα στο δείπνο της 6ης Ιουλίου και τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας, επιβεβαιώνουν αυτό που και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημόσια έχει επισημάνει, ότι δυστυχώς ο κ. Άιντε σε πολλές των περιπτώσεων πίστευε ότι συμβαίνει αυτό που ήθελε να συμβεί και μέσα σε αυτό το πλαίσιο υποβαθμίζει ουσιαστικές διαφωνίες που προέκυπταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Όπως για εμάς, είπε ο κ. Χριστοδουλίδης, είναι ώρα περισυλλογής, αποτίμησης και ανασυγκρότησης, ορθό και λογικό είναι «να αποτελέσει και ώρα αυτοκριτικής και για τον ίδιον τον κ. Άιντε, ο οποίος συνέβαλε στη δημιουργία προσδοκιών και συνέτεινε στην προετοιμασία ή απουσία επαρκούς προετοιμασίας των διαπραγματεύσεων για επίλυση του Κυπριακού».

Ως αιτίες του αδιεξόδου των συνομιλιών στην Ελβετία, ο Κύπριος εκπρόσωπος «έδειξε» την εμμονή της Τουρκίας για συνέχιση της Συνθήκης Εγγυήσεων, την ύπαρξη παρεμβατικών δικαιωμάτων στην Κύπρο και την θέση της Άγκυρας για μόνιμη τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί.

Εξάλλου σε γραπτή του δήλωση ο Κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος, τονίζει ότι η κοινή θέσης Λευκωσίας και Αθηνών στο θέμα της ασφάλειας και Εγγυήσεων συνοψίζεται σε:

1. Κατάργηση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας από την πρώτη μέρα της λύσης

2. Κανένα επεμβατικό δικαίωμα στην Κύπρο από τρίτο κράτος από την πρώτη μέρα της λύσης

3. Χρονοδιάγραμμα πλήρους αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων.

Η εκδοχή Άιντε

Στο πολύωρο δείπνο της 6ης Ιουλίου, που συνεχίστηκε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, «όλοι στο δωμάτιο καταλάβαιναν ότι αυτό δεν οδηγούσε κάπου. Υπήρχε επιδείνωση της εμπιστοσύνης. Το κλίμα, ο τόνος, ο τρόπος, που μιλούσαν οι άνθρωποι μεταξύ τους και για τους άλλους, δεν ταίριαζε σε ανθρώπους που επρόκειτο να ενωθούν», υποστηρίζει ο ειδικός σύμβουλος του γ.γ. του ΟΗΕ, Έσπεν Άιντε, ο οποίος την Δευτέρα θα έχει χωριστές συναντήσεις με τον Πρόεδρο της Κύπρου Νίκο Αναστασιάδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί.

Σε συνέντευξη στο Κυπριακό Πρακτορείο από την Νέα Υόρκη, ο Άιντε προβάλει την εκδοχή ότι αυτό που εμπόδισε τη λύση στις συνομιλίες του Κυπριακού στο Κραν Μοντανά, «δεν είναι το τι θα μπορούσε να είναι το τελικό αποτέλεσμα, αλλά η αδυναμία να φτάσουμε σε αυτό το τελικό αποτέλεσμα». Κάνει λόγο για «μια συλλογική αποτυχία», η οποία – υποστηρίζει – «συμπεριλαμβάνει όλους όσοι ήταν εκεί». Αν κάτι αποτύχει, προσθέτει, «όλοι πρέπει να σκεφτούν τι έπρεπε να κάνω για να το βελτιώσω, αντί να τρέχω και να πω ότι όλοι οι άλλοι έκαναν τα λάθη».

Σχετικά με το ακανθώδες ζήτημα της κατάργησης του ισχύοντος συστήματος εγγυήσεων, όπως οριζόταν στις Συνθήκες του 1960, οι οποίες εγκαθίδρυσαν την Κυπριακή Δημοκρατία, ο κ. Άιντε ανέφερε ότι τα πράγματα κινούνταν προς μια «σημαντική πρόοδο (breakthrough) στις εγγυήσεις, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν τα εκκρεμή ζητήματα για τα στρατεύματα». «Μεταξύ της ρήτρας “λήξη της ισχύος” και της αναθεώρησής της διαχρονικά, δεν είχαμε ακόμα την τελική συμφωνία», είπε.

Δήλωσε επίσης ότι υπήρχαν κάποια «πολύ σημαντικά και πολύ εποικοδομητικά ανοίγματα από την ελληνοκυπριακή πλευρά και τον κ. Αναστασιάδη στις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, τα οποία παρουσιάστηκαν εντός του πλαισίου να ικανοποιείτο κι αυτός σε άλλα θέματα.

Απαντώντας σε ερωτήσεις, είπε ότι στο πολύωρο δείπνο της 6ης Ιουλίου, που συνεχίστηκε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, «όλοι στο δωμάτιο καταλάβαιναν ότι αυτό δεν οδηγούσε κάπου. Υπήρχε επιδείνωση της εμπιστοσύνης … Το κλίμα, ο τόνος, ο τρόπος που μιλούσαν οι άνθρωποι μεταξύ τους και για τους άλλους, δεν ταίριαζε σε ανθρώπους που επρόκειτο να ενωθούν».

O Άιντε αναφέρθηκε σε μία συμφωνία πακέτο και μίλησε για έξι στρατηγικά θέματα που αφορούσαν την αντικατάσταση της Συνθήκης Εγγυήσεων από έναν μηχανισμό εφαρμογής, το μέλλον των στρατευμάτων, την εκ περιτροπής προεδρία, το μέλλον μιας «ιδιαίτερης τοποθεσίας» -όπως το περιγράφει, εννοώντας τη Μόρφου- το καθεστώς του περιουσιακού και την ισοδύναμη ή ειδική μεταχείριση των Τούρκων υπηκόων.  «Αν είχαμε απαντήσει αυτά τα ερωτήματα, θα μπορούσαμε να είμαστε πέραν από το σημείο μη επιστροφής», παραδέχτηκε.