Μετά το λάθος, και ακριβώς πριν από την «έξοδο», έρχεται η αιχμηρή κριτική προς την κυβέρνηση. Και μαζί, έρχονται και τα εύλογα ερωτήματα για την πολιτική(;) στόχευση και τις επιδιώξεις του επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής καθηγητή Παναγιώτη Λιαργκόβα. Ο λόγος, για τη νέα έκθεση που δημοσιοποίησε σήμερα το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, η οποία διαπιστώνει αντι-αναπτυξιακά χαρακτηριστικά στον προϋπολογισμό, προβλέπει λιτότητα και το 2018 και υιοθετεί ευθέως την θέση της ΝΔ ότι η υπερφορολόγηση είναι εκείνη που χρηματοδοτεί το κοινωνικό μέρισμα.

Οι νέες δυσοίωνες προβλέψεις Λιαργκόβα έρχονται μία εβδομάδα μετά την θύελλα που προκάλεσε έτερη έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής η οποία είχε βασιστεί και περιλάμβανε λάθος στοιχεία για το χρέος, και συγκεκριμένα για το ύψος των τόκων που θα πρέπει να πληρώσει η Ελλάδα από το 2020 μέχρι και το 2026. Το λάθος είχε επισημάνει το υπουργείο Οικονομικών, επί της ουσίας το αποδέχθηκε και ο ίδιος ο καθηγητής και, εν κατακλείδει, οδήγησε στην οριστική επικύρωση της απόφαση του προέδρου της Βουλής να μην ανανεώσει την θητεία Λιαργκόβα, η οποία λήγει σε λίγες ημέρες, στο Γραφείο Προϋπολογισμού.

Ως εκ τούτων, η σημερινή – και τελευταία με την υπογραφή Λιαργκόβα – έκθεση ερμηνεύθηκε από την κυβερνητική πλευρά και ως «αποχαιρετισμός» με πολιτική στόχευση και αιχμές.

Πρόκειται για μια ερμηνεία που μάλλον δικαιολογούν αρκετές επισημάνσεις και προειδοποιήσεις της έκθεσης με εμφανή πολιτική χροιά. Μεταξύ αυτών είναι η διαπίστωση ότι ο προϋπολογισμός βασίζεται σε ένα πολιτικό μίγμα κοινωνικής αδικίας (δια της υψηλής φορολογίας), η εκτίμηση ότι ο συνδυασμός αυτής της αδικίας και της λιτότητας μειώνει τις πιθανότητες επιτυχίας του προγράμματος προσαρμογής, αλλά και η προειδοποίηση ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι του επόμενου έτους δεν θα πιαστούν εύκολα, ακόμη «κι εάν υποτεθεί ότι θα εισέλθουμε στο 2018 με τακτοποιημένες τις σχέσεις μας όσον αφορά τους θεσμούς», δηλαδή ακόμη κι εάν έχει κλείσει η τρίτη αξιολόγηση.

«Η συνέχιση των πολιτικών λιτότητας», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην έκθεση, «των παλαιοτέρων ετών, δηλαδή μειώσεις δημοσίων δαπανών και αυξήσεις φόρων σε συνθήκες σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας, δεν υποβοηθά την οικονομική δραστηριότητα και την ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, δηλαδή αποτελεί ανασχετικό παράγοντα στην επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης». Παράλληλα, εκφράζεται ανησυχία για την στόχευση σε υπερπλεονάσματα καθώς όπως επισημαίνεται «συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη». Η επισήμανση αυτή, στην πράξη, αμφισβητεί και το ίδιο το κοινωνικό μέρισμα, καθώς η απόδοσή του στις ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες προϋποθέτει την ύπαρξη υπερπλεονασμάτων.

Η ίδια επισήμανση, δε, συνοδεύεται και από σαφείς πολιτικές αιχμές για τις επιδιώξεις της κυβέρνησης καθώς στην έκθεση αναφέρεται: «Προφανώς (τα υπερπλεονάσματα) συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη. Όμως επηρεάζουν και τα διαπραγματευτικά περιθώρια της χώρας, επιτρέπουν στην κυβέρνηση να διοχετεύσει πόρους σε στόχους που έχουν για την ίδια πολιτική προτεραιότητα και οδηγούν στη δημιουργία ταμειακών αποθεμάτων, ιδίως για τη μεταβατική περίοδο μετά τη λήξη του Μνημονίου».

Μετά τις βολές αυτές κυβερνητικές πηγές σχολίαζαν σκωπτικά ότι ο Παναγιώτης Λιαργκόβας «έκανε δύο στα δύο» εν όψει της αποχώρησής του. Το πρώτο πολιτικό «φάουλ» που του καταλογίζεται είναι η έκθεση της περασμένης εβδομάδας για το χρέος, στην οποία το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής χρησιμοποιησε στοιχεία του 2014 και υπολόγισε λανθασμένα το ύψος των τόκων που πρέπει να πληρώσει η Ελλάδα από το 2020 μέχρι και το 2026. Υπολόγισε δηλαδή ότι μόνον για τόκους η χώρα θα πρέπει να πληρώσει το  ποσό των 84,3 δισ. ευρώ, και ως εκ τούτου συμπέρανε ότι εάν δεν υπάρξει ριζική αναδιάρθρωση χρέους υπάρχει κίνδυνος χρεοκοπίας.

Οι υπολογισμοί αυτοί διαψεύστηκαν πλήρως από τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ και από το υπουργείο Οικονομικών. Η σταθερή «πολεμική» διάθεση, ωστόσο, του Γραφείου Προϋπολογισμού επί των ημερών του, τροφοδοτεί εκτιμήσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο για προετοιμασία “ηρωικής εξόδου” από τον Παναγιώτη Λιαργκόβα και πιθανή συστράτευσή του με τη Νέα Δημοκρατία. Τις εκτιμήσεις αυτές επέτεινε και η πρόσφατη, τον Οκτώβριο, παρουσία και ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην παρουσίαση του βιβλίου των Παναγώτη Λιαργκόβα και Χρήστου Παπαγεωργίου «Το ευρωπαϊκό φαινόμενο: Η ενοποίηση και οι προσπάθειες υλοποίησης της ιδέας».