Στα, δυσδιάκριτα, όρια μεταξύ υψηλού πολιτικού ρίσκου και εξίσου υψηλού πολιτικού κόστους κινείται η κυβέρνηση στην τελική φάση της μάχης της αξιολόγησης – μια φάση, η οποία σφραγίζεται από την ασφυκτική πίεση των δανειστών προς την Αθήνα για νομοθέτηση νέων  προληπτικών μέτρων λιτότητας χωρίς όμως, μέχρι στιγμής, επαρκή και σαφή ανταλλάγματα.

Με την -ρητορική έστω- απειλή του Grexit στην ημερήσια διάταξη του συστήματος Σόιμπλε και με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ να εντείνει την πίεση διαγράφοντας την προοπτική επίτευξης συμφωνίας στο Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου, οι δύο επιλογές που έχει μπροστά της η ελληνική κυβέρνηση δείχνουν εξίσου επισφαλείς.

Το κόστος και το ρίσκο

Η πρώτη είναι η άμεση αποδοχή της νομοθέτησης των μέτρων που ζητούν οι δανειστές -δραστική μείωση αφορολόγητου και συντάξεων-, με αντάλλαγμα μια δέσμη θολών υποσχέσεων για αντίμετρα ανακούφισης και με την προσδοκία ένταξης στην ποσοτική χαλάρωση του Ντράγκι. Είναι μια επιλογή που κλείνει μεν την αβεβαιότητα αλλά εμπεριέχει υψηλό πολιτικό και κοινωνικό τίμημα χωρίς εγγυημένα - έως τώρα τουλάχιστον- αντισταθμιστικά οφέλη.

Η δεύτερη οδός είναι η -άγνωστο μέχρι πότε- παράταση της διαπραγμάτευσης με «όπλο» την σχετική ταμειακή επάρκεια, με κλιμάκωση της επίθεσης κατά ΔΝΤ και Σόιμπλε και με την προσδοκία υπαναχώρησης των δανειστών ενώπιον του εκλογικού μαραθωνίου στην Ευρώπη. Πρόκειται για την στρατηγική της «επιθετικής άμυνας» όπως λέει χαρακτηριστικά κυβερνητικό στέλεχος, η οποία όμως παραπέμπει επικινδύνως σε νέο σίκουελ της Θεωρίας των Παιγνίων. Και, πέραν από τις σκληρές μνήμες του 2015, εμπεριέχει υψηλό ρίσκο εγκλωβισμού στην παγίδα Σόιμπλε και σε, εκτός ελέγχου, ατυχήματα.

Οι τρεις υπαναχωρήσεις που ζητά η κυβέρνηση

Μεταξύ των δύο, η πρώτη επιλογή του Μαξίμου παραμένει το ταχύτερο δυνατό κλείσιμο της αξιολόγησης -όχι όμως με μονομερή παράδοση, χωρίς «ούτε ένα ευρώ περισσότερης λιτότητας» όπως είπε χθες ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, και μέσα από έναν «ρεαλιστικό συμβιβασμό» που θα παρέχει διεξόδους κοινωνικής και πολιτικής αποσυμπίεσης στην κυβέρνηση.

Στον επαναπροσδιορισμό του πλαισίου αυτού του συμβιβασμού προσβλέπει η κυβέρνηση κατά τη σημερινή επίσκεψη του «συμμάχου» Πιερ Μοσκοβισί στην Αθήνα και διεκδικεί τουλάχιστον τρεις υπαναχωρήσεις από την πλευρά των δανειστών:

Πρώτον, την άμβλυνση της απαίτησης για προνομοθέτηση αφορολόγητου ορίου στα 5.900 ευρώ και, δη, χωρίς ρήτρα ακύρωσης όπως φέρεται να αξιώνει το ΔΝΤ.
Δεύτερον, τη μη νομοθέτηση – έστω και προληπτικά – περικοπών στις συντάξεις και τη μεγιστοποίηση των αναπτυξιακών και φορολογικών αντίμετρων.
Τρίτον, την άρση της ασάφειας στο θέμα του χρέους και τη συμφωνία-πακέτο για πλεονάσματα και μεσοπρόθεσμα μέτρα, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση.

Η «πολιτική αποστολή» Μοσκοβισί

Και τα τρία αυτά θέματα θα τεθούν, κατά τις πληροφορίες, στις σημερινές συναντήσεις Τσίπρα και Τσακαλώτου με τον Πιερ Μοσκοβισί που, ουσιαστικά, τελεί σε «αποστολή» πολιτικής διαμεσολάβησης μεταξύ της Αθήνας και της σκληρής φράξιας των δανειστών.

Εάν η εν λόγω αποστολή αποφέρει καρπούς, τότε μπορεί η χθεσινή δήλωση Ντάισελμπλουμ περί αδυναμίας εξεύρεσης λύσης στο Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου να αποδειχθεί ένα ακόμη μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση Τσίπρα. Εάν ο Μοσκοβισί κομίσει απλώς συμπάθεια, τότε η Ελλάδα οδεύει σε έναν δύσκολο Μάρτιο κι η Ευρώπη προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στο υπαρξιακό της δράμα…