Το 57% των πολιτών στην Ελλάδα δεν αισθάνονται ασφάλεια από τα βασανιστήρια σε περίπτωση κράτησής τους από τις αστυνομικές αρχές, όπως προκύπτει από έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας.  Η οργάνωση ξεκινά παγκόσμια εκστρατεία με τίτλο «Σταματήστε τα Βασανιστήρια», σημειώνοντας ότι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο παρουσιάζουν μια διφορούμενη στάση για το φλέγον αυτό ζήτημα.

Η παγκόσμια έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας, μεταξύ 21 χωρών από όλες τις ηπείρους, αναδεικνύει πώς ο φόβος των βασανιστηρίων υπάρχει σε όλες τις χώρες.

Οι μισοί σχεδόν από του 21.000 ερωτηθέντες φοβούνται για βασανισμούς σε περίπτωση κράτησης-φυλάκισής τους ενώ το 84% των ερωτηθέντων συμφωνούν ότι απαιτούνται σαφείς κανονισμοί κατά των βασανιστηρίω. Παράλληλα, περισσότερο από το ένα τρίτο των ερωτηθέντων (36%) , μπορεί να δικαιολογήσει τα βασανιστήρια .

Ειδικότερα, το 57% συμφωνεί ότι οι κανονισμοί κατά των βασανιστηρίων είναι αναγκαίοι διότι οποιαδήποτε χρήση βασανιστηρίων είναι ανήθικη και θα αποδυναμώσει τα διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα. Η υποστήριξη είναι ισχυρή σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ελλάδα (80% συμφωνώ απόλυτα), η Γερμανία (72%), η Ισπανία (71%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (70%) και στην Αυστραλία (76%), στον Καναδά (74%), τη Νότια Κορέα (69%) και τη Χιλή (69%). Οι γνώμες υπέρ των κανονισμών κατά των βασανιστηρίων είναι λιγότερο ισχυρές στις ΗΠΑ (58% συμφωνώ απόλυτα) και πιο αδύναμες στο Μεξικό (27%) και στην Κίνα (33%).
Ωστόσο,  η διεθνής κοινή γνώμη είναι πολύ πιο διχασμένη σχετικά με τη χρήση βασανιστηρίων για την απόκτηση πληροφοριών όπως διαπιστώνεται στην έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας.

Συνολικά, το 61% στις 21 χώρες διαφωνούν ότι τα βασανιστήρια είναι μερικές φορές απαραίτητα και αποδεκτά για να αποκτηθούν πληροφορίες που ενδέχεται να προστατεύσουν το κοινό. Η άποψη αυτή είναι ισχυρότερη στην Ελλάδα, όπου το 87% διαφωνεί ότι τα βασανιστήρια μπορεί να δικαιολογηθούν, στην Ισπανία (81 %) , τη Βραζιλία (80 %) , τη Γερμανία (78 %) , την Αργεντινή (76 %) και τη Χιλή (77 %) . Αντίθετα , η πλειοψηφία στην Κίνα και την Ινδία (74 %) συμφωνούν ότι τα βασανιστήρια μπορεί μερικές φορές να δικαιολογηθούν .

Διαφορετικές είναι και απόψεις για την προσωπική ασφάλεια από τα βασανιστήρια στις 21 αυτές χώρες. Συνολικά, το 48 % των ερωτηθέντων συμφωνούν ότι είναι σίγουροι ότι θα ήταν ασφαλείς από τα βασανιστήρια, αν συνελήφθησαν στη χώρα τους . Όμως το 44 % διαφωνούν ότι θα αισθάνονται ασφαλείς από τα βασανιστήρια. Το υπόλοιπο 8 % δεν απ άντησε.

Ο φόβος των βασανιστηρίων είναι υψηλότερος στη Λατινική Αμερική, καθώς  η πλειοψηφία των Βραζιλιάνων (80 % ) και Μεξικανών ( 64 % ) δεν είναι βέβαιοι ότι θα είναι ασφαλείς, αν βρίσκονταν κατηγορούμενοι. Αντίθετα , η συντριπτική πλειοψηφία στο Ηνωμένο Βασίλειο , την Αυστραλία και τον Καναδά αισθάνονται ασφαλείς από τα βασανιστήρια, με πάνω από τρία τέταρτα βέβαια ότι θα είναι ασφαλής από τα βασανιστήρια, αν συνελήφθησαν (83 % στην Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο , 77 % στον Καναδά). Στην Ελλάδα, το 57% των ερωτηθέντων δεν αισθάνεται ασφάλεια από τα βασανιστήρια σε περίπτωση κράτησής τους από τις αστυνομικές αρχές.

Συνολικά, 21.221 άτομα σε 21 χώρες ερωτήθηκαν μέσω προσωπικών συνεντεύξεων ή μέσω τηλεφώνου μεταξύ του  Δεκεμβρίου 2013 και του Απριλίου 2014. Οι χώρες που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση είναι: Αργεντινή, Αυστραλία, Βραζιλία, Καναδάς, Χιλή, Κίνα, Γερμανία, Ελλάδα, Ινδία, Ινδονησία, Κένυα, Μεξικό, Νιγηρία, Πακιστάν, Περού, Ρωσία, Νότια Κορέα, Ισπανία, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ. Η δημοσκόπηση διεξήχθη για τη Διεθνή Αμνηστία από την παγκόσμια εταιρία ερευνών GlobeScan και των ερευνητικών εταίρων της σε κάθε χώρα.

«Σταματήστε τα Βασανιστήρια»

«Οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο παρουσιάζουν μια διφορούμενη στάση αναφορικά με τα βασανιστήρια καθώς, ενώ υπάρχει η νομική απαγόρευση τους, συχνά χρησιμοποιούνται ως πάγια τακτική», δήλωσε ο γενικός γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας, Σαλίλ Σέτι, κατά την έναρξη της νέας παγκόσμιας εκστρατείας «Σταματήστε τα Βασανιστήρια», η οποία έχει στόχο να καταπολεμήσει την εκτεταμένη χρήση των βασανιστηρίων και άλλων απάνθρωπων μορφών κακομεταχείρισης.

«Τα βασανιστήρια όχι απλά υπάρχουν, αλλά ακμάζουν σε πολλές χώρες ανά την υφήλιο. Καθώς αρκετές κυβερνήσεις προσπαθούν να δικαιολογήσουν την χρήση των βασανιστηρίων στο όνομα της εθνικής τους ασφάλειας, οποιαδήποτε πρόοδος πραγματοποιείται στο πεδίο τα τελευταία τριάντα χρόνια, αλλοιώνεται» τόνισε.

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν μηχανισμούς προστασίας για την πρόληψη και την τιμωρία των βασανιστηρίων –όπως για παράδειγμα την διενέργεια των κατάλληλων ιατρικών εξετάσεων, την άμεση πρόσβαση σε δικηγόρους, τους ανεξάρτητους ελέγχους σε χώρους κράτησης, την ανεξάρτητη και αποτελεσματική διερεύνηση καταγγελιών για βασανισμούς, την δίωξη των υπόπτων για διάπραξη του βασανισμού, και την κατάλληλη αποζημίωση για τα θύματα.

Από το 1984, 155 χώρες- έχουν επικυρώσει την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στα Βασανιστήρια, από τις οποίες και για τις 142 από αυτές έχει δημοσιεύσει έρευνες η Διεθνής Αμνηστία. Το 2014 η Διεθνής Αμνηστία διαπίστωσε ότι τουλάχιστον 79 από τα κράτη αυτά εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την τακτική των βασανιστηρίων, περισσότερες από τα μισά συμβαλλόμενα στην Σύμβαση κράτη, για τα οποία η οργάνωση πραγματοποιεί έρευνες. Επιπλέον, 40 κράτη-μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, δεν έχουν υπογράψει την Σύμβαση ενάντια στα βασανιστήρια, παρά την ύπαρξη διεθνών νομικών απαγορεύσεων οι οποίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη να σταματήσουν οποιαδήποτε απάνθρωπη κακομεταχείριση.

Στην έκθεσή της, η διεθνής οργάνωση αναφέρεται σε συγκεκριμένα παραδείγματα.

Στο Μεξικό, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα βασανιστήρια αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, στην πραγματικότητα όμως η κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία και τις δυνάμεις ασφαλείας είναι ευρύτατη και παραμένει ατιμώρητη. Η Μίριαμ Λόπες Βάργκας, μια γυναίκα 31 ετών και μητέρα τεσσάρων παιδιών απήχθη στην πόλη Ενσανάντα στην οποία ζούσε, από δύο στρατιώτες ενδεδυμένους με πολιτικά και μεταφέρθηκε σε ένα στρατόπεδο. Κρατήθηκε εκεί για περίπου μια εβδομάδα, στην διάρκεια της οποίας κακοποιήθηκε σεξουαλικά, υποβλήθηκε σε διάφορες τεχνικές στέρησης οξυγόνου όπως και ηλεκτροπληξίας, με στόχο να αναγκαστεί να ομολογήσει ότι είχε εμπλακεί σε αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά. Τρία χρόνια μετά, κανείς από τους δράστες αυτού του περιστατικού δεν έχει τιμωρηθεί.

Στην Νιγηρία, τα βασανιστήρια είναι πλέον ρουτίνα για τους εργαζόμενους στην αστυνομία και τον στρατό. Όταν ο Μόζες Ακατούγκμπα τέθηκε υπό κράτηση από τον στρατό ήταν μόλις 16 ετών. Όπως ανέφερε, τον κακοποίησαν και τον πυροβόλησαν στο χέρι. Στην συνέχεια, σύμφωνα με τον Μόζες, μεταφέρθηκε στην αστυνομία όπου παρέμεινε κρεμασμένος για ώρες από τα άκρα του. Ο ίδιος λέει ότι βασανίστηκε για να υπογράψει την «ομολογία» ότι είχε εμπλακεί σε μια ληστεία. Ο ισχυρισμός του ότι η ομολογία του ήταν αποτέλεσμα των βασανιστηρίων, δεν ερευνήθηκε ποτέ σε βάθος. Τον Νοέμβριο του 2013, μετά από 8 χρόνια αναμονής για μια ετυμηγορία, ο Μόζες καταδικάστηκε σε θάνατο.