Το απόγευμα της Τετάρτης κυκλοφόρησε σε επιλεγμένα ΜΜΕ ένα δελτίο τύπου, που εκδόθηκε από το Δ.Σ του Κέντρου Πολιτισμού-Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος μετά την τηλεδιάσκεψη με το Ίδρυμα Νιάρχος. Με το περιεχόμενό του είχε διαφωνήσει ρητά ο πρόεδρος του Δ.Σ., Γιώργος Κιμούλης και είχε αρνηθεί να το υπογράψει. Παρ'όλα αυτά και κατά παράβαση των αρμοδιοτήτων που είχαν συνυπογραφεί και στις οποίες αναφέρεται ότι “ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου από κοινού με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο επεξεργάζονται τις βασικές αρχές της πολιτικής επικοινωνίας του Οργανισμού για πολιτιστικά θέματα και υποβάλλουν κοινή εισήγηση στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού”, το δελτίο τύπου δόθηκε στη δημοσιότητα. Την επόμενη μέρα ο Γ. Κιμούλης παραιτείται, μιλώντας, μάλιστα, για “εύθραυστες εσωτερικές ισορροπίες του κυβερνώντος κόμματος” και για “ασαφές τοπίο καλλιτεχνικής διεύθυνσης που αρχίζει να διαμορφώνεται πλέον καθιστώντας σχεδόν απαγορευτικό οποιοδήποτε παραγόμενο έργο εκ μέρους του Κ.Π.Ι.Σ.Ν. ΑΕ”

Τι έλεγε, όμως, το επίμαχο δελτίο τύπου και γιατί ήταν τόσο σημαντικό, ώστε το περιεχόμενό του να οδηγήσει σε παραίτηση τον πρόεδρο του Δ.Σ.; Ουσιαστικά είναι ένα κείμενο που καλεί το Ίδρυμα να εξακολουθεί να συμμετέχει στη διοίκηση του ΚΠΙΣΝ και μάλιστα τονίζοντας ότι αυτή είναι η πρόθεση της Ελληνικής Πολιτείας. Λέει συγκεκριμένα:

“Τονίστηκε επίσης η σταθερή βούληση του νέου Δ.Σ. να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την πλήρη αξιοποίηση και διεύρυνση των δυνατοτήτων που παρέχει το ΚΠΙΣΝ στη χώρα μας, τον πολιτισμό και την εκπαίδευση, συνεχίζοντας το πλούσιο έργο που έχει κληροδοτήσει το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και σε στενή συνεργασία μαζί του. Αυτές, άλλωστε, είναι και οι κατευθύνσεις που έχει λάβει το νέο Δ.Σ. από τον εντολέα του, την Ελληνική Πολιτεία.” Συμφωνήθηκε, δηλαδή, να συνεχιστεί η στενή συνεργασία των δύο οργανισμών και μάλιστα ορίζοντας τακτικές συναντήσεις ανάμεσα στις διοικήσεις των δύο οργανισμών.

'Ολα αυτά ίσως φαίνονται αθώα, ακόμα και ευγενή από την πλευρά του Ιδρύματος. Και ίσως να ήταν, αν το 2009 δεν είχε υπογραφεί από την κυβέρνηση Καραμανλή το πρώτο μνημόνιο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Πίσω από τον αθώο τίτλο “Κύρωση της Σύμβασης Δωρεάς” κρύβεται ένα στυγνό μνημόνιο, που στοχεύει, βέβαια, στον πλήρη έλεγχο του πολιτισμού, αλλά μόνο δευτερευόντως. Ο πρωταρχικός στόχος είναι η άνευ ανταλλάγματος απόκτηση της γης, δηλαδή του παλιού ιπποδρόμου, η οποία μαζί με την ανάπλαση του Φαληρικού Όρμου, η οποία ήταν ακόμα τότε στο παιχνίδι, θα χάριζε στο Ίδρυμα Νιάρχου το μεγαλύτερο τουριστικό θέρετρο επί ελληνικού εδάφους. Η σύμβαση αυτή δίνει απεριόριστα δικαιώματα στο Ίδρυμα, το οποίο εκμεταλλευόμενο τον απόηχο του πάρτι των ολυμπιακών αγώνων απαιτεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου πάνω στο δημόσιο, με το πρόσχημα ότι προστατεύει τη δωρεά του. Έτσι κρατάει για τον εαυτό του τον πλήρη έλεγχο της κατασκευής, φυσικά, αλλά και της υπογραφής των συμβάσεων, οι οποίες δεσμεύουν το κράτος για πέντε χρόνια μετά την παράδοση του έργου.

Τι κερδίζει το δημόσιο; Απολύτως τίποτα. Η σύμβαση όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα της στέγασης των δύο οργανισμών, της ΕΛΣ και της ΕΒΕ, αλλά αντιθέτως τους δημιουργεί οικονομικές υποχρεώσεις στις οποίες είναι πρακτικά αδύνατον να ανταποκριθούν. Το δημόσιο, επίσης, δεν έχει κανέναν λόγο στην ανάπλαση του ελεύθερου χώρου και την κατασκευή του κτηρίου, ούτε καν στον βαθμό που η κατασκευή θα αντικατοπτρίζει τα ποσά που είναι διατεθειμένο να ξοδέψει για τη συντήρησή του. Βρίσκεται, λοιπόν, δεμένο χειροπόδαρα να πρέπει να συντηρήσει έναν χώρο που δεν χρειάζεται και δεν ελέγχει το κόστος του. Κάποτε θα πρέπει να αναζητηθούν οι ευθύνες της κυβέρνησης Καραμανλή για το μνημόνιο αυτό, αντίστοιχα με αυτές της κυβέρνησης  Γ.Α. Παπανδρέου για το μνημόνιο με το ΔΝΤ και την ΕΕ. Θα έλεγε κανείς ότι το κέρδος του δημοσίου είναι ότι θα βρεθεί με ένα Πάρκο εξαιρετικής κατασκευής, πολύ σημαντικό για όλο το λεκανοπέδιο και το οποίο δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ποτέ μόνο του. Αλλά ούτε αυτό ισχύει, γιατί το Ίδρυμα έχει ήδη φροντίσει. Ο νόμος αναφέρει ότι, αν δεν μείνει ικανοποιημένο από τη διαχείριση, μπορεί να ζητήσει πίσω το σύνολο των χρημάτων που έχει δαπανήσει και μάλιστα ανέλεγκτα. Κι επειδή λεφτά δεν υπάρχουν, ίσως να είναι αρκετά μεγαλόψυχο και να αρκεστεί με το να πάρει πίσω το κτήριο, μαζί με τη γη, φυσικά, πολλαπλασιάζοντας έτσι το αρχικό του κεφάλαιο. Για να το επιτύχει αυτό, χρειάζεται να αναζωπυρωθεί η παλιά διαμάχη ανάμεσα στο κακό δημόσιο και τον καλό ιδιωτικό τομέα.

Η επιχείρηση άρχισε το καλοκαίρι του 2016, όταν το ΚΠΙΣΝ άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό. Μεγάλη μερίδα του έγκριτου πολιτιστικού ρεπορτάζ εξέφραζε την έντονη ανησυχία του για το τι θα συμβεί σε αυτό το κόσμημα, μόλις περάσει στην κυριότητα του κράτους. Η επικοινωνιακή αυτή καμπάνια κορυφώθηκε στην τελετή παράδοσης και την γνωστή πλέον απρέπεια από την πλευρά του προέδρου του ΔΣ του Ιδρύματος Νιάρχου κ. Δρακόπουλου, την ανάγνωση, δηλαδή, μηνυμάτων από τον κόσμο, που τον εκλιπαρούσε να κρατήσει το ΚΠΙΣΝ. Μαζί με τη γη; Εννοείται! Η απάντηση, όμως, το πρωθυπουργού καθώς και το περιεχόμενο της ομιλίας του, ανέτρεψε προς στιγμήν το σχέδιο. Κατακεραύνωσε την διαχείριση του Μεγάρου Μουσικής από τον ιδιωτικό τομέα και μίλησε για τον κοινωφελή χαρακτήρα του ΚΠΙΣΝ και την προίκα που παίρνει σε πολιτιστικό κεφάλαιο, φιλοξενώντας δύο από τους παλαιότερους και σημαντικότερους πολιτιστικούς οργανισμούς της χώρας. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις του νέου προέδρου του ΚΠΙΣΝ. Το σχέδιο δεν πήγαινε καλά. Ο ισχυρισμός ότι το κακό δημόσιο θα καταστρέψει το Πάρκο ήταν σχεδόν αδύνατον να στηριχθεί, γιατί όλες οι συμβάσεις, τόσο με τις εταιρείες καθαρισμού, συντήρησης κλπ. όσο και με τους εργαζόμενους στην Α.Ε. έχουν γίνει από το Ίδρυμα και το κράτος απαγορεύεται να τις καταγγείλει.

Έπρεπε, λοιπόν, πάση θυσία η ΚΠΙΣΝ Α.Ε. να επανέλθει στον ίσιο δρόμο της στενής συνεργασίας με το Ίδρυμα. Αυτό επιχειρήθηκε με το επίμαχο δελτίο τύπου. Και όπως φαίνεται καθαρά, την πολιτική στήριξη την έδωσε το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών. Τι μας λέει, λοιπόν, αυτό το κείμενο; Ότι το κόστος της συντήρησης είναι απαγορευτικό για το δημόσιο, χρειαζόμαστε το Ίδρυμα να συνεχίσει να βοηθάει οικονομικά και γι'αυτό υποχωρούμε στις πιέσεις του χωρίς την παραμικρή διαπραγμάτευση, χρίζοντάς το τον μοναδικό ρυθμιστή της διαχείρισης του ΚΠΙΣΝ, ενώ το Δ.Σ. απλώς θα υπογράφει.   Όλα αυτά για τα πέντε πρώτα χρόνια, που το Ίδρυμα έχει δεσμευτεί να χρηματοδοτεί το Κέντρο, όσο δηλαδή διαρκούν και οι συμβάσεις που έχει υπογράψει με τους εργαζόμενους και τους εργολάβους. Φυσικά η απαίτηση αυτή από την πλευρά του Ιδρύματος δεν θυμίζει σε τίποτα εθνικό ευεργέτη, αντιθέτως συναγωνίζεται σε κυνισμό τη στάση των δανειστών, όταν λένε ότι, από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος ζητάει λεφτά, είναι υποχρεωμένο να δώσει γη και ύδωρ.

Δημοσιογραφικές πληροφορίες λένε ότι την Τετάρτη το μεσημέρι το Ίδρυμα κάλεσε τον Γ. Κιμούλη να του ανακοινώσει ότι θα αναλάβει αυτό τον πλήρη καλλιτεχνικό προγραμματισμό εντός του Πάρκου. Την προηγούμενη μέρα, όμως, είχε γίνει μία αντίστοιχη συνάντηση με τον Ν. Μανωλόπουλο. Γιατί αυτές οι δύο ξεχωριστές συναντήσεις; Μια ακόμα δημοσιογραφική πληροφορία λέει ότι το Ίδρυμα έχει ήδη καταθέσει ένα ποσό 20 εκατομμυρίων για να καλύψει και τα λειτουργικά έξοδα των ΕΛΣ και ΕΒΕ για την πρώτη τριετία, με τον όρο ότι θα έχει τον πλήρη έλεγχο της χρήσης των χώρων, κατά παράβαση προς τον νόμο, που λέει ότι το Ίδρυμα και η ΚΠΙΣΝ Α.Ε. μπορούν να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις της Λυρικής μόνο όταν η ίδια δεν έχει προγραμματισμένες παραστάσεις. Καλό θα ήταν να μας ενημερώσει το Υπουργείο Οικονομικών αν ισχύει αυτό κι αν κάτι τέτοιο συμπεριλαμβάνεται στις κατευθύνσεις που έχει δώσει στην ΚΠΙΣΝ Α.Ε. ως ο εντολέας της.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη και δεν έχει να κάνει με τον τομέα του πολιτισμού. Είναι ένα καθαρά εθνικό θέμα και αφορά εθνική περιουσία. Δεν μιλάμε για ξεπούλημα τύπου Ελληνικού, στο οποίο ο επενδυτής κατέβαλλε έστω ένα μικρό τίμημα. Μιλάμε για χάρισμα και μάλιστα σε κάποιον που διεκδικεί ηθικό πλεονέκτημα. Στην περίπτωση που περάσει στην κυριότητα του Ιδρύματος το Πάρκο, το κράτος δεν θα χάσει μόνο έναν μεγάλο εθνικό πλούτο, αλλά και τεράστια φορολογικά έσοδα, αφού η ΚΠΙΣΝ Α.Ε. απολαμβάνει πλήρη φοροαπαλλαγή. Το Υπουργείο Οικονομικών πρέπει να μας απαντήσει γιατί στηρίζει αυτή την προοπτική. Αλλά και το ίδιο το Μαξίμου να λάβει θέση αν είναι σύμφωνο με τις επιδιώξεις του Υπουργείου, ή θα επιμείνει στις εξαγγελίες του πρωθυπουργού για διασφάλιση του κοινωφελούς χαρακτήρα του Οργανισμού. Αλλά, κυριότερα, θα πρέπει να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις να τροποποιηθεί η σύμβαση και ειδικά το άρθρο που αναφέρει ότι το Ίδρυμα μπορεί να ζητήσει πίσω τα χρήματά του. Να γίνει ένας λεπτομερειακός σχεδιασμός της απεμπλοκής αυτής. Δεν είναι το κακό σενάριο. Είναι το μόνο σενάριο. Ο αρχικός ορίζοντας πενταετίας έχει ήδη γίνει τριετία. Δεν υπάρχει χρόνος. Η κυβέρνηση πρέπει να θέσει τους όρους της και το Ίδρυμα να αναλάβει την ευθύνη της άρνησής της ως προς αυτούς, ώστε να μας αποδείξει, μάλιστα, αν αξίζει τον τίτλο του “εθνικού ευεργέτη” που τόσο προσδοκά.